Σε εκτενή απόφαση, το Εφετείο επιβεβαίωσε εν μέρει την κρίση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας σε σχέση με την ευθύνη πρόκλησης σοβαρού τροχαίου ατυχήματος με μοτοσικλετιστή, απορρίπτοντας τους λόγους έφεσης που προέβαλε η οδηγός αυτοκινήτου αφήνοντάς τη αποκλειστικά υπεύθυνη για το ατύχημα, πλην όμως ανέτρεψε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας σε σχέση με την κάλυψη από την ασφαλιστική της εταιρεία για την καταβολή αποζημιώσεων ύψους €200.000 πλέον τόκων.

Η υπόθεση ανάγεται στο απόγευμα της 13ης Ιουλίου 2006, όταν στη συμβολή της οδού Μόρφου με την οδό Λυκαβηττού, στον Αρχάγγελο Λακατάμιας, αυτοκίνητο που οδηγούσε η εφεσείουσα συγκρούστηκε με μοτοσικλέτα που κινούνταν στο αντίθετο ρεύμα. Από τη σύγκρουση ο μοτοσικλετιστής υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο πόδι, ενώ η μοτοσικλέτα του υπέστη εκτεταμένες ζημιές.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, μετά από πολυήμερη ακροαματική διαδικασία, κατέληξε ότι η οδηγός επιχείρησε δεξιά στροφή χωρίς να ελέγξει επαρκώς τον δρόμο, αποκόπτοντας την πορεία του μοτοσικλετιστή, ο οποίος δεν είχε καμία πραγματική δυνατότητα αποφυγής της σύγκρουσης. Κρίσιμο ρόλο στην απόφαση διαδραμάτισαν η μαρτυρία του εξεταστή του ατυχήματος, το σχεδιάγραμμα της σκηνής, αλλά και το γεγονός ότι το σημείο σύγκρουσης εντοπιζόταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του μοτοσικλετιστή.

Οι αποζημιώσεις συμφωνήθηκαν από νωρίς μεταξύ των διαδίκων στο ποσό των €200.000, με το δικαστήριο να καλείται να αποφασίσει κυρίως για την ευθύνη του ατυχήματος και για το κατά πόσο η ασφαλιστική εταιρεία όφειλε να καλύψει την ασφαλισμένη της. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί συντρέχουσας αμέλειας του μοτοσικλετιστή, κρίνοντας ότι βρέθηκε αντιμέτωπος με αιφνίδιο και μη προβλέψιμο κίνδυνο, χωρίς χρόνο ή περιθώριο αντίδρασης.

Παράλληλα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν όφειλε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, καθώς δεν είχε λάβει τη γραπτή ειδοποίηση για την έγερση της αγωγής εντός της προθεσμίας των επτά ημερών, όπως ρητά απαιτούσε το άρθρο 15(1)(α) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν. 96(Ι)/2000), όπως ίσχυε την επίδικη περίοδο. Το γεγονός ότι η ασφαλιστική αρχικά χειρίστηκε την υπόθεση και υπερασπίστηκε την οδηγό δεν κρίθηκε αρκετό για να παρακαμφθεί η σαφής νομοθετική προϋπόθεση, κατά το Πρωτόδικο Δικαστήριο.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε έφεση, με την εφεσείουσα να προβάλλει σειρά λόγων που αφορούσαν τόσο την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τον καταλογισμό 100% ευθύνης σε βάρος της, όσο και την εφαρμογή του άρθρου 15 του Ν. 96(Ι)/2000 υπό το φως του ευρωπαϊκού δικαίου αλλά και υπό το φως της συμπεριφοράς της ασφαλιστικής. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι το Δικαστήριο όφειλε να ερμηνεύσει τον νόμο με τρόπο συμβατό προς τις ευρωπαϊκές οδηγίες για την υποχρεωτική ασφάλιση, ώστε να μη μένει ακάλυπτος ούτε ο ζημιωθείς ούτε ο ασφαλισμένος οδηγός, επικαλούμενη και σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το Εφετείο, εξετάζοντας αναλυτικά όλους τους λόγους έφεσης, υπενθύμισε κατ’ αρχάς ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων αποτελεί κατεξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ότι η επέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν τα ευρήματα είναι αυθαίρετα ή δεν στηρίζονται στη μαρτυρία. Κρίνοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση τα ευρήματα ήταν απόλυτα τεκμηριωμένα και λογικά, απέρριψε τους λόγους έφεσης που αφορούσαν την ευθύνη.

Σε ό,τι αφορά την ασφαλιστική διάσταση, το Εφετείο έκρινε ότι ούτε το Σύνταγμα ούτε το ευρωπαϊκό δίκαιο επιβάλλουν την παραμέριση σαφών και ρητών προνοιών της εθνικής νομοθεσίας, όταν αυτές δεν αντίκεινται στον σκοπό των ευρωπαϊκών οδηγιών. Τόνισε ότι οι ευρωπαϊκές ρυθμίσεις αποσκοπούν πρωτίστως στην προστασία του θύματος τροχαίου ατυχήματος και όχι στη διασφάλιση της κάλυψης του ασφαλισμένου σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως τήρησης των νόμιμων διαδικαστικών προϋποθέσεων. Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στο γεγονός ότι καμία από τις επικαλούμενες αποφάσεις του ΔΕΕ δεν επιβάλλει την καταβολή αποζημίωσης από τον ασφαλιστή όταν δεν έχει δοθεί η προβλεπόμενη ειδοποίηση εντός της νόμιμης προθεσμίας.

Όμως, και αυτή είναι η ιδιαιτερότητα της απόφασης του Εφετείου, το τελευταίο αποδέχθηκε τους λόγους έφεσης που υποστήριζαν πως δεδομένης της συμπεριφοράς της ασφαλιστικής ήτο άδικο να μην καλύψει την οδηγό και κατ’ επέκταση να μην αποζημιώσει τον μοτοσικλετιστή-θύμα του τροχαίου.

Επί τούτου, το Εφετείο, παρέθεσε λεπτομέρειες του ιστορικού της υπόθεσης, λέγοντας πως αγωγή καταχωρήθηκε στις 4.7.2008 και στις 29.7.2008 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από δικηγόρο, που ως ήταν παραδεκτό, διορίστηκε από την ασφαλιστική εταιρεία για να υπερασπίσει την οδηγό.  Στις 15.10.2010 καταχωρήθηκε έκθεση απαίτησης και στις 17.11.2010 έκθεση υπεράσπισης από τον ίδιο δικηγόρο.  Με επιστολή, ημερομηνίας 31.03.2011, ο εν λόγω δικηγόρος ενημέρωσε την οδηγό ότι η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες στις 18.05.2011.  Με επιστολή που δεν έφερε ημερομηνία, αλλά κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκε ότι επρόκειτο για τις 4.07.2011, ο ίδιος δικηγόρος, ο οποίος εκπροσωπούσε την οδηγό στην αγωγή, απέστειλε επιστολή προς την τελευταία με την οποία της υποδείκνυε ότι ο μοτοσικλετιστής, δεν είχε δώσει την ειδοποίηση έγερσης αγωγής εντός της, εκ του νόμου, προθεσμίας και ζητούσε από αυτήν να τον ενημερώσει, έγκαιρα, κατά πόσο επιθυμούσε να εξακολουθήσει να την υπερασπίζεται ή εάν αυτή επιθυμούσε να διορίσει άλλο δικηγόρο.  Άλλος δικηγόρος, εκ μέρους της οδηγού, που δεν την εκπροσωπούσε στην αγωγή, απέστειλε επιστολή προς τον δικηγόρο της οδηγού που την εκπροσωπούσε στην αγωγή - στο Δικαστήριο, ζητώντας ενημέρωση κατά πόσον η ασφαλιστική εταιρεία θα συνέχιζε να εκπροσωπεί την οδηγό στο Δικαστήριο και αν θα της παρείχε ασφαλιστική κάλυψη.  Με επιστολή, ημερομηνίας 7.12.2011, ο δικηγόρος  που εκπροσωπούσε την οδηγό στο Δικαστήριο, διορισμένος από την ασφαλιστική, απευθυνόμενος προς τον δικηγόρο της οδηγού που δεν την εκπροσωπούσε, τότε, στο Δικαστήριο, τον ενημέρωνε εκ μέρους της ασφαλιστικής πως η απόφαση της τελευταίας είναι ότι θα συνεχίσει να υπερασπίζεται ενώπιον του Επ. Δικαστηρίου την οδηγό στην συγκεκριμένη αγωγή και πως οι πελάτες του θα τηρήσουν πλήρως τις υποχρεώσεις τους έναντι της ασφαλισμένης οδηγού.

Παρεμβάλλεται δε από το Εφερείο, ως χρήσιμο γεγονός, ότι ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε την οδηγό στο Δικαστήριο συμμετείχε σε προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης της αγωγής, σύμφωνα με σχετική επιστολή που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. 

Στις 16.05.2013, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της αγωγής, ο δικηγόρος υπεράσπισης της οδηγού, ο οποίος μέχρι τότε την εκπροσωπούσε, ζήτησε άδεια να αποσυρθεί από δικηγόρος της «για το λόγο ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν επιθυμεί πλέον να συνεχίσουμε την εκπροσώπηση της Εναγόμενης».  Δόθηκε η σχετική άδεια απόσυρσης και στη συνέχεια η οδηγός διόρισε δικό της δικηγόρο για να την εκπροσωπεί στην αγωγή και ήγειρε διαδικασία τριτοδιαδίκου κατά της ασφαλιστικής ζητώντας απόφαση για συνεισφορά για όποιο ποσό ήθελε εκδοθεί εναντίον της και προς όφελος του μοτοσικλετιστή.  Η ασφαλιστική καταχώρισε υπεράσπιση στην εν λόγω απαίτηση, επικαλούμενη την εφαρμογή της πρόνοιας του Άρθρου 15(1)(α) του Ν. 96(Ι)/2000, ισχυριζόμενη ότι δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει οποιαδήποτε συνεισφορά ή ποσό, σε περίπτωση που εκδιδόταν απόφαση εναντίον της οδηγού στην αγωγή, καθ' ότι δεν είχε ενημερωθεί για την έγερση της αγωγής εντός 7 ημερών από την έγερση της.

Το Εφετείο εξετάζοντας τους σχετικούς λόγους έφεσης έκρινε σκόπιμο να αναφερθεί στα ζητήματα του κωλύματος (estoppel) και της απεμπόλισης δικαιώματος (waiver). Αφού αναφέρθηκε στις σχετικές αρχές κατέληξε ότι στην ενώπιον του υπόθεση, η όλη συμπεριφορά της ασφαλιστικής, ως αναδύεται μέσα από το ιστορικό της υπόθεσης ήταν τέτοια που της στερούσε το δικαίωμα να επικαλεστεί, πέντε χρόνια περίπου μετά που έλαβε γνώση, έστω όχι εντός των 7 ημερών (αλλά τουλάχιστον εντός 24 ημερών όταν καταχώρισε εμφάνιση για την οδηγό) περί της έγερσης της αγωγής εναντίον της ασφαλισμένης της, τη νομοθετική πρόνοια του Άρθρου 15(1)(α) του Ν. 96(Ι)/2000 και να μην καταβάλει αποζημίωση για το ποσό που επιδικάστηκε στην αγωγή εναντίον της ασφαλισμένης της - οδηγού.  Ειδικότερα, ως ανέφερε το Εφετείο, η ασφαλιστική εκπροσωπούσε την οδηγό στο Δικαστήριο για πέντε περίπου έτη και ενεργούσε με τρόπο που καθιστούσε βέβαιη την δέσμευση της να καταβάλει αποζημίωση.  Μέσω δε των δικηγόρων της, η ασφαλιστική, τρία χρόνια μετά που καταχώρισε εμφάνιση προς υπεράσπιση της οδηγού με δικηγόρο που η ασφαλιστική διόρισε, εξέφρασε τη θέση και τη γραπτή δέσμευση ότι θα τηρήσει πλήρως τις συμβατικές υποχρεώσεις της έναντι της ασφαλισμένης - οδηγού, ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα αποφάσισε να αλλάξει γνώμη και να ασκήσει το δικαίωμα της δυνάμει του Άρθρου 15(1)(α) του Ν. 96(Ι)/2000.  Παρόλο που η ασφαλιστική, σύμφωνα με το Εφετείο, είχε δικαίωμα να μην τηρήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της, ένεκα της νομοθετικής πρόνοιας του προαναφερόμενου Άρθρου, έκρινε το Εφετείο ότι αυτή η νομοθετική πρόνοια μπορεί να παρακαμφθεί λόγω της αρχής του κωλύματος και ότι στην προκειμένη περίπτωση, εξ αιτίας των ενεργειών της ασφαλιστικής, είναι ορθό και δίκαιο να παρακαμφθεί, εφόσον η εν λόγω πρόνοια δεν βασίζεται σε σαφή δημόσια πολιτική, αλλά αφορά ατομικό δικαίωμα της ασφαλιστική, σε σχέση με χρονικούς περιορισμούς.  Επιπροσθέτως, το Εφετείο έκρινε ότι εφαρμογή έχει και η αρχή της δια της συμπεριφοράς παραίτηση δικαιώματος (waiver), εφόσον η ασφαλιστική, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, υποσχέθηκε ότι θα τηρήσει τις υποχρεώσεις της και εμμέσως, πλην σαφώς, παραιτήθηκε από το νομοθετικό της δικαίωμα. 

Κατέληξε λοιπόν το Εφετείο πως, υπό τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να επιτραπεί στην ασφαλιστική να επικαλείται την προστασία που της παρείχε ο Νόμος (Άρθρο 15(1)(α) του Ν. 96(Ι)/2000) την οποία όμως αποποιήθηκε, επίσημα, για πέντε χρόνια, και που αφορά χρονικούς περιορισμούς, λόγω της μη αποστολής της ειδοποίησης έναρξης της δικαστικής διαδικασίας εντός 7 ημερών, για την οποία, αφού έλαβε γνώση, συμπεριφέρθηκε ως ανωτέρω περιγράφεται, αποποιούμενη ουσιαστικά την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος.

Με αυτά τα δεδομένα, το Εφετείο απέρριψε τους λόγους έφεσης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την απόδοση αποκλειστικής ευθύνης για την πρόκληση του ατυχήματος στην οδηγό, αποδεχόμενο τις σχετικές θέσεις της πλευράς του μοτοσικλετιστή και του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πλην όμως στην βάση της συμπεριφοράς της ασφαλιστικής ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση αποδεχόμενο τους σχετικούς λόγους έφεσης που προωθούντο από την οδηγό και υποστηρίχθηκαν από τον μοτοσικλετιστή καταλήγοντας ότι η ασφαλιστική εταιρεία παρά τη ρητή πρόνοια του νόμου έχει υποχρέωση κάλυψης της οδηγού και καταβολής των αποζημιώσεων στον μοτοσικλετιστή λόγω της συμπεριφοράς της.

Με αυτόν τον τρόπο 20 περίπου χρόνια μετά το ατύχημα και 18 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής, το Δικαστήριο διέταξε την ασφαλιστική να καλύψει τις αποζημιώσεις που δικαιούται ο μοτοσικλετιστής από την οδηγό.

Ενώπιον του Εφετείου τους διαδίκους τους εκπροσώπησαν οι πιο κάτω δικηγόροι:

Την οδηγό εκπροσώπησε  ο κος Χ. Χρυσάνθου εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου Λ. Παπαφιλίππου & Σία, Δ.Ε.Π.Ε.

Τον μοτοσικλετιστή εκπροσώπησε ο κος Π. Καύκαρος εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Την ασφαλιστική εταιρεία εκπροσώπησε το δικηγορικό γραφείο Α. Π. Ερωτοκρίτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε..

Διαβάστε επίσης: Θανατηφόρο Αγλαντζιάς: Γιατί παίρνουν τόσο χρόνο οι έρευνες-Έρχονται εξελίξεις