Οι νέες συγκρούσεις δεν έχουν βομβαρδισμούς αλλά συντελούνται σε άλλο πεδίο μαχών
Η κυβέρνηση της Κίνας ζήτησε από τις κρατικές επιχειρήσεις να παύσουν να χρησιμοποιούν στο ηλεκτρονικό σύστημά τους «προϊόντα ΙΒΜ» και να τα αντικαταστήσουν με κινεζικά
Ο Αμερικανός πρώην Υπουργός Άμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς στο πολυσυζητημένο βιβλίο του «Duty» γράφει ότι δεν πρόκειται να έχουμε στο μέλλον πολεμικές συγκρούσεις της μορφής και της έκτασης που γνωρίσαμε στο Βιετνάμ ή στο Ιράκ ή, πολύ λιγότερο, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν «άλλες μορφές πολέμου».
Χωρίς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, τανκς και στρατό ξηράς και χωρίς (πολλούς) νεκρούς και τραυματίες. Ίσως μάλιστα δίχως νικητές και ηττημένους. Ε, λοιπόν, αυτός ο νέος παγκόσμιος πόλεμος έχει αρχίσει. Δεν είναι πολύ ορατός στην Ευρώπη - ίσως επειδή αυτή είναι απασχολημένη με τα προβλήματα της Ε.Ε., ίσως επειδή δεν παίρνει ακόμη μέρος. Είναι όμως πόλεμος πολύ ορατός στην Αμερική και στην Άπω Ασία. Είναι σύγκρουση σε οικονομικό - πολιτικό επίπεδο στον απέραντο χώρο της ηλεκτρονικής τεχνολογίας και των εφαρμογών της.
Στοπ στην IBM
Την περασμένη Δευτέρα η κυβέρνηση της Κίνας ζήτησε από τις τράπεζες και τις κρατικές επιχειρήσεις να παύσουν να χρησιμοποιούν στο ηλεκτρονικό σύστημά τους «προϊόντα ΙΒΜ» και να τα αντικαταστήσουν με κινεζικά. Την επομένη, μια νέα κυβερνητική εγκύκλιος προς όλα τα υπουργεία και τις κρατικές επιχειρήσεις ζητούσε να διακόψουν τη συνεργασία τους με τις αμερικανικές εταιρείες συμβούλων McKinsey και Boston Consulting Group. Ήταν η «προειδοποιητική» απάντηση του Πεκίνου στην -«ηλίθια» κατά το Bloomberg- απόφαση της Ουάσιγκτον να κατηγορήσει πέντε Κινέζους ανώτερους στρατιωτικούς για «κατασκοπία αμερικανικών επιχειρήσεων». Το πλήγμα για την ΙΒΜ είναι βαρύ -η μετοχή της έχασε αμέσως 0,8%- αλλά γενικότερα θίγονται άμεσα ή έμμεσα δεκάδες αμερικανικές επιχειρήσεις.
Σε αμηχανία
Ο Λευκός Οίκος «δέχεται πίεση», γράφει η «Wall Street Journal», από πλήθος βιομηχανικών και τραπεζικών συγκροτημάτων που έχουν επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων στην Κίνα και δικαιολογημένα φοβούνται μήπως «οι κυβερνητικές κυρώσεις εναντίον της Κίνας προκαλέσουν αντίποινα», ακόμη σοβαρότερα. Η Ουάσιγκτον βρίσκεται σε αμηχανία και είναι αρκετά ενδεικτικό ότι ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα στην ομιλία του την περασμένη Τετάρτη στο Γουέστ Πόιντ -όπου, κατά παράδοση, ο πρόεδρος σκιαγραφεί και αναλύει την εξωτερική πολιτική του- ούτε καν έθιξε το ζήτημα. Η Αμερική έχει πρόβλημα στην Άπω Ασία. Πριν από περίπου δύο χρόνια ο Ομπάμα διακήρυξε ότι η περιοχή της θα είναι στην κορυφή της προσοχής της Ουάσιγκτον. Έστελνε στο Πεκίνο μήνυμα ότι δεν θα αφήσει την Κίνα να ηγεμονεύσει στην περιοχή της.
Η συνεργασία με Ρωσία
Αλλά ούτε η Κίνα είναι διατεθειμένη να αφήσει την Αμερική να αμφισβητήσει, έστω έμμεσα, τα δικαιώματα και τα συμφέροντά της εκεί. Έχει άλλωστε σοβαρούς συμμάχους, τη Ρωσία, και το έδειξε πολύ εντυπωσιακά. Η παρουσία του Προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν στην Κίνα και η ενεργειακή συμφωνία-μαμούθ που υπέγραψε πριν από δύο εβδομάδες με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Ζινπίνγκ δεν ήταν εκδήλωση υποστήριξης της Κίνας στον Ρώσο Πρόεδρο για την πολιτική του στην Ουκρανία, όπως την παρουσίασαν τα ΜΜΕ στην Αμερική και στην Ευρώπη, αλλά ακριβώς το αντίθετο: της Ρωσίας προς την Κίνα.
Εκτός από την ενεργειακή συμφωνία-μαμούθ Ρωσίας - Κίνας, η οποία εξασφαλίζει στην κινεζική οικονομία ένα ενεργειακό δυναμικό ώς τα μέσα του αιώνα μας, πρόσφατα έγινε η περιφερειακή διάσκεψη της Σανγκάης για την ασφάλεια, στην οποία έλαβαν ενεργό μέρος ο Πρόεδρος Πούτιν και ο Πρόεδρος Σι, ενώ ολοκληρώθηκαν και τα κινεζορωσικά ναυτικά γυμνάσια, που σκόπιμα φυσικά έγιναν εκείνες τις ημέρες στη Νοτιοκινεζική Θάλασσα. Είναι τρία γεγονότα που υπογραμμίζουν αυτό που διαπιστώνει ο βρετανικός «Economist»: «Η διεθνής δύναμη της Κίνας αυξάνεται συνεχώς».
Δύσκολη προσέγγιση
Η Ουάσιγκτον, αργά ή γρήγορα, θα αναγκαστεί να αναθεωρήσει τα σχέδιά της, θα πρέπει «να προσεγγίσει (την Κίνα) με άλλες προσφορές», προβλέπει το EurAsia Center, σημειώνοντας ότι «θέματα ηλεκτρονικής ασφαλείας πρέπει να μεταφερθούν σε πολυεθνικό επίπεδο» με συμμετοχή κυρίως της Κίνας, της Ρωσίας και της Αμερικής «προτού φθάσουν σε εκρηκτική κατάσταση». Ο Ομπάμα υπολόγιζε στη στενότερη συνεργασία με την Ιαπωνία αλλά η κυβέρνηση του Σίντσο Άμπε τον απογοήτευσε. Η ιαπωνική κυβέρνηση είναι επιφυλακτική στις «αμερικανικές προσφορές». Ανησυχεί καθώς αρχίζει να έχει ενεργειακό πρόβλημα και η λύση του βρίσκεται στη Ρωσία. Αλλά για να εξασφαλίσει σήμερα το ενδιαφέρον της Μόσχας η Ιαπωνία πρέπει «τουλάχιστον να μην ενοχλεί» το Πεκίνο, σημειώνει το Bloomberg.
ΠΗΓΗ: «Το Βήμα»




