Η Αστυνομία εφαρμόζει ήδη ειδικό πρωτόκολλο για τη διαχείριση σοβαρών τροχαίων συγκρούσεων σε αυτοκινητόδρομους, ωστόσο σε περιστατικά υψηλού κινδύνου, όπως το χθεσινό με την ανατροπή φορτηγού στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας – Λεμεσού, δεν είναι πάντοτε εφικτή η ταχεία αποκατάσταση της κυκλοφορίας. Αυτό ανέφερε ο Υπαστυνόμος Τροχαίας Αρχηγείου, Τάσος Ασίκης, απαντώντας στις έντονες ανησυχίες που διατυπώθηκαν για την πολύωρη ταλαιπωρία χιλιάδων οδηγών, οι οποίοι παρέμειναν εγκλωβισμένοι για περίπου επτά ώρες.
Κληθείς να απαντήσει γιατί απαιτήθηκε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα για την επαναλειτουργία του αυτοκινητοδρόμου και ποια πρωτόκολλα εφαρμόζονται σε αντίστοιχες περιπτώσεις, ο κ. Ασίκης ανέφερε ότι το σχετικό σχέδιο δράσης καταρτίστηκε τον τελευταίο χρόνο, αξιοποιώντας την εμπειρία προηγούμενων περιστατικών. Όπως είπε, βασικός στόχος είναι η όσο το δυνατόν ταχύτερη αποσυμφόρηση του δρόμου και η ασφαλής αποκατάσταση της κυκλοφορίας, πάντοτε με προτεραιότητα την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Εξήγησε ότι κάθε σοβαρό περιστατικό έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες και απαιτεί τη συντονισμένη επέμβαση όλων των αρμόδιων υπηρεσιών, όπως της Αστυνομίας, των ασθενοφόρων, των γερανοφόρων οχημάτων και, όπου απαιτείται, του Τμήματος Δημοσίων Έργων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σημείωσε, στο σημείο έσπευσαν δύο γερανοφόρα μεγάλης ανυψωτικής ικανότητας, τα οποία κλήθηκαν να επιχειρήσουν μέσα σε συνθήκες έντονης κυκλοφοριακής συμφόρησης.
Απαντώντας στις επισημάνσεις δημοσιογράφων ότι αντίστοιχα περιστατικά έχουν επαναληφθεί και στο παρελθόν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Παρεκκλησιά, όπου οδηγοί είχαν επίσης εγκλωβιστεί για ώρες, ο Υπαστυνόμος τόνισε ότι τέτοια συμβάντα καταγράφονται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Υπέδειξε, παράλληλα, ότι ζητήματα που αφορούν τον σχεδιασμό του οδικού δικτύου και ενδεχόμενες παρεμβάσεις για τη βελτίωσή του εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του Τμήματος Δημοσίων Έργων.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης τέθηκε το ερώτημα κατά πόσο υπάρχουν επαρκή εξειδικευμένα γερανοφόρα για την αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών. Ο κ. Ασίκης απάντησε ότι στην Κύπρο δραστηριοποιούνται περίπου 12 έως 13 εταιρείες που διαθέτουν τέτοιου είδους οχήματα, διευκρινίζοντας όμως ότι η πρόκληση δεν περιορίζεται μόνο στην έγκαιρη άφιξή τους, αλλά και στον χρόνο που απαιτείται για την ασφαλή ανύψωση και απομάκρυνση ενός βαρέος οχήματος.
Όπως εξήγησε, το φορτηγό που ανατράπηκε μετέφερε χαλίκι, το οποίο διασκορπίστηκε σε μεγάλο μέρος και των δύο κατευθύνσεων του αυτοκινητοδρόμου, ενώ υπήρξε και διαρροή καυσίμων. Το όχημα, σύμφωνα με τον ίδιο, προσέκρουσε στο κεντρικό διαχωριστικό στηθαίο, με αποτέλεσμα να εισέλθει εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου συγκρούστηκε με άλλο όχημα. Οι συνθήκες αυτές, όπως είπε, επέβαλαν τον πλήρη αποκλεισμό της κυκλοφορίας μέχρι να απομακρυνθούν όλοι οι κίνδυνοι.
Σε ερωτήσεις για το κατά πόσο θα μπορούσε να εφαρμοστεί σχέδιο απεγκλωβισμού των οδηγών ή εκτροπής της κυκλοφορίας από εναλλακτικές διαδρομές, ο Υπαστυνόμος απάντησε ότι το πρωτόκολλο εφαρμόστηκε κανονικά και ότι η Αστυνομία προχώρησε σε εκτροπή της κυκλοφορίας μέσω του παλαιού δρόμου, με τα οχήματα να εξέρχονται από την προηγούμενη έξοδο και να επανέρχονται στον αυτοκινητόδρομο από την επόμενη. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι οι διαδικασίες αυτές απαιτούν χρόνο και δεν μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα, ιδιαίτερα όταν ο αυτοκινητόδρομος είναι ήδη πλήρως ακινητοποιημένος.
Ερωτηθείς γιατί δεν απεγκλωβίστηκαν όσοι παρέμειναν επί ώρες μέσα στον αυτοκινητόδρομο, ο κ. Ασίκης εξήγησε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχαν χαλίκια και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, γεγονός που δεν επέτρεπε την ασφαλή εφαρμογή λύσεων όπως η εκτροπή της κυκλοφορίας μέσω του διαχωριστικού διαζώματος. Ανέφερε ότι σε άλλα περιστατικά αυτό είναι εφικτό, όμως η συγκεκριμένη σκηνή παρουσίαζε αυξημένο βαθμό επικινδυνότητας.
Ο Υπαστυνόμος υπογράμμισε ακόμη ότι η διαρροή καυσίμων και η ανάγκη πλήρους καθαρισμού του οδοστρώματος αποτελούσαν παράγοντες που δεν επέτρεπαν την επίσπευση των εργασιών, επαναλαμβάνοντας ότι σε τέτοιες περιπτώσεις προτεραιότητα έχει πάντοτε η προστασία της ανθρώπινης ζωής και η ασφάλεια όσων επιχειρούν στο σημείο.
Απαντώντας στις επικρίσεις για την πολύωρη ταλαιπωρία των πολιτών, οι οποίοι έχασαν πτήσεις, παρέμειναν χωρίς δυνατότητα εξόδου από τα οχήματά τους και αντιμετώπισαν σοβαρές δυσκολίες λόγω ηλικίας ή προβλημάτων υγείας, ο κ. Ασίκης ανέφερε ότι η Αστυνομία αντιλαμβάνεται πλήρως την ταλαιπωρία που υπέστη το κοινό. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι έγιναν όλες οι προβλεπόμενες ενέργειες στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού και ότι χωρίς το υφιστάμενο πρωτόκολλο η κατάσταση θα ήταν ακόμη δυσκολότερη.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η συνεχής αύξηση του αριθμού των οχημάτων δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη διαχείριση τέτοιων περιστατικών. Όπως ανέφερε, σύμφωνα με στοιχεία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών στις αρχές του 2025 κυκλοφορούσαν στην Κύπρο περίπου 1.115.000 ενεργά οχήματα, αριθμός που εκτιμάται ότι σήμερα είναι ακόμη μεγαλύτερος, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά ένα ήδη περιορισμένης χωρητικότητας οδικό δίκτυο.
Κλείνοντας, ο Υπαστυνόμος Τροχαίας κάλεσε όσους επιθυμούν μια ευρύτερη τεχνική αξιολόγηση των δυνατοτήτων διαχείρισης του οδικού δικτύου να απευθυνθούν και σε συγκοινωνιολόγους, επισημαίνοντας ότι η Αστυνομία συνεργάζεται στενά με το Τμήμα Δημοσίων Έργων και συνεχίζει να αξιολογεί κάθε σοβαρό περιστατικό με στόχο τη βελτίωση των διαδικασιών διαχείρισης.
Διαβάστε επίσης:
Χάος (ξανά) στον αυτοκινητόδρομο - Τι κάνουν οι άλλοι που δεν κάνουμε εμείς
ΒΙΝΤΕΟ: Επτά ώρες ταλαιπωρίας μετά την ανατροπή φορτηγού στον αυτοκινητόδρομο




