Ο Μιχάλης Κωνσταντίνου ποντάρει στη νέα γενιά ποδοσφαιριστών και βλέπει με αισιοδοξία την επόμενη μέρα στην Εθνική μας
Μιχάλης Κωνσταντίνου. Ένα όνομα, μια ποδοσφαιρική ιστορία. Οι εμφανίσεις, οι αριθμοί και οι επιτυχίες που τον συνόδευαν κατά τη διάρκεια της 18ετούς επαγγελματικής του καριέρας μιλάνε από μόνα τους και αποδεικνύουν το αυτονόητο. Πως πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές και ίσως κορυφαίο επιθετικό που έβγαλε η μικρή μας Κύπρος. Στα 18 του αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ με τη φανέλα της Ένωσης και ακολούθως ετοίμασε βαλίτσες για Θεσσαλονίκη.
Οι εμφανίσεις του με τον Ηρακλή (δύο φορές δεύτερος σκόρερ του πρωταθλήματος) αποτέλεσαν το εισιτήριο για ακόμα ψηλότερα. Μετά από μάχη των μεγάλων, ο Παναθηναϊκός κατάφερε να τον κάνει δικό του, δίνοντας σχεδόν 12 εκατομμύρια ευρώ (!) στον Ηρακλή το καλοκαίρι του 2001. 17 χιλιάδες οπαδοί τον υποδέχθηκαν και τον αποθέωσαν στη «Λεωφόρο», υπό τους ήχους του γνωστού συνθήματος «Μιχαλάκη είσαι τρέλα, με την πράσινη φανέλα». Σπουδαίες εμφανίσεις, δεκάδες γκολ, με ιστορικότερο ίσως αυτό που πέτυχε στο «Καμπ Νόου» επί της Μπαρσελόνα και ένα πρωτάθλημα ήταν ο απολογισμός του στο «τριφύλλι».
Το καλοκαίρι του 2005 ο συμπατριώτης μας πήρε μιαν απόφαση, η οποία έμελλε να διχάσει σχεδόν ολόκληρο το ποδοσφαιρικό κοινό της Ελλάδας, και όχι μόνο. Για λόγους που ακόμα και σήμερα κανείς δεν γνωρίζει επακριβώς ποιοι ήταν, έβγαλε τα «πράσινα» και μετακόμισε στον Πειραιά. Μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις με τον Σωκράτη Κόκκαλη, υπέγραψε τριετές συμβόλαιο με τον Ολυμπιακό. Αυτήν τη φορά η αποθέωση έγινε σε ερυθρόλευκο φόντο και το γνωστό σύνθημα παραφράστηκε σε «Μιχαλάκη είσαι τρέντι και θα κάψουμε για πάρτη σου του Ρέντη».
Μετά από μια λαμπρή δωδεκαετή παρουσία στα ελληνικά γήπεδα, πέντε πρωταθλήματα και ένα κύπελλο με Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό, στα 32 του ο Κωνσταντίνου επέστρεψε στην Κύπρο, όπου και ολοκλήρωσε την καριέρα του το περασμένο καλοκαίρι. Το 2010 κατέκτησε τον πρώτο του τίτλο επί κυπριακού εδάφους με τη φανέλα της Ομόνοιας, ενώ Ανόρθωση και ΑΕΛ ήταν οι τελευταίες ομάδες τών οποίων τίμησε τη φανέλα.
Από άλλο πόστο...
Τα πιο πάνω, σε συνάρτηση με την παρουσία και τεράστια προσφορά του στην εθνική μας ομάδα, συνθέτουν ένα όμορφο και σπάνιο ποδοσφαιρικό παραμύθι, για το οποίο μπορεί να νιώθει περήφανος. Η σχέση του Μιχάλη Κωνσταντίνου με το ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε φυσικά να σταματήσει εδώ. Πλέον, ο αρχισκόρερ της Εθνικής μας (32 γκολ σε 85 ματς) υπηρετεί την αγαπημένη του ομάδα από το πόστο του τεχνικού συνεργάτη. Φορώντας ακόμα τα ποδοσφαιρικά παπούτσια, είναι και πάλι εκεί. Στις προπονήσεις, στα αποδυτήρια, στο γήπεδο, κοντά στους διεθνείς και είναι έτοιμος να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις και τις εμπειρίες του στους νεαρότερους.
Όπως για κάθε ποδοσφαιριστή, έτσι και για τον Μιχάλη, δεν ήταν εύκολο να είναι τόσο κοντά, αλλά και να μην μπορεί να κλοτσήσει το τόπι. «Η αλήθεια είναι πως στην αρχή ήταν λίγο περίεργο να είμαι τόσο κοντά και να μην μπορώ να παίξω. Εμείς οι ποδοσφαιριστές έχουμε την τρέλα να θέλουμε να αγωνιστούμε, ακόμα και μετά που σταματάμε το ποδόσφαιρο», μας εξήγησε ο ίδιος. «Χαίρομαι όμως που είμαι κοντά στην ομάδα που αγάπησα και υπηρέτησα για τόσα χρόνια. Είναι ένας εντελώς διαφορετικός ρόλος. Θέλω όμως να βοηθήσω με οποιοδήποτε τρόπο μπορώ την εθνική μας ομάδα για να έρθουν καλύτερες μέρες», πρόσθεσε ο Μιχάλης Κωνσταντίνου, ο οποίος διαθέτει χωρίς αμφιβολία όλα τα συστατικά που χρειάζονται για να πετύχει στο έργο που έχει αναλάβει.
«Χωρίς αγάπη, είμαστε χαμένοι»
Στα περίπου 15 χρόνια που έπαιξε στην Εθνική, τα μάτια του Μιχάλη Κωνσταντίνου είδαν πολλά. Όπως ο ίδιος υποστηρίζει, το βασικότερο συστατικό για την επιτυχία είναι να αγαπήσεις πραγματικά την εθνική ομάδα. «Και τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο να έχεις, αν δεν αγαπήσεις την Εθνική σου και να γίνεις μια ομάδα, μια οικογένεια, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Από την άλλη, αν είσαι μια μέτρια εθνική ομάδα, αλλά αγαπάς αυτό που κάνεις και λειτουργείς σαν ομάδα, τότε μπορείς να πετύχεις πολλά», μας εξήγησε ο τεχνικός συνεργάτης του αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος και συνέχισε:
«Αν αγαπήσουμε αυτό που κάνουμε, θα κερδίσουμε πολλά. Αντίθετα, αν δεν πείσουμε τους διεθνείς, τότε είμαστε χαμένοι από χέρι. Τις τελευταίες μέρες είδα τους παίκτες μας και ήταν από τις λίγες φορές που δεν υπήρχε καθόλου μουρμούρα, αλλά πολλή θέληση. Τόσα χρόνια έζησα και είδα πάρα πολλά. Είδα παίκτες να μη θέλουν να έρθουν, παίκτες που ήθελαν να φύγουν. Τα τελευταία χρόνια όμως άλλαξε αυτή η νοοτροπία και πάνω σε αυτό πρέπει να κτίσουμε».
Ταλέντα, Μυτίδης και… Ριβάλντο!
Ο Κωνσταντίνου εξέφρασε την αισιοδοξία του για την επόμενη μέρα, αλλά και τη σιγουριά του πως υπάρχει αυθεντικό ταλέντο στο νησί που μπορεί να μας οδηγήσει σε καλύτερες μέρες. «Το κυπριακό ποδόσφαιρο έχει μέλλον. Το ίδιο και η εθνική ομάδα. Προχθές δεν έπαιξαν απλά κάποιοι μικροί παίκτες, αλλά έπαιξαν πάρα πολύ καλοί παίκτες. Γίνεται μια ουσιώδης ανανέωση και όχι απλά για να λέμε πως γίνεται αλλαγή προσώπων, και αυτό θα φανεί στο μέλλον».
Η κουβέντα δεν θα μπορούσε να μην πάει και στον Νέστορα Μυτίδη, έναν ποδοσφαιριστή που φαντάζει σαν τη μεγάλη μας ελπίδα για να καλύψει κάπως το τεράστιο κενό που άφησε πίσω του ο Μιχάλης Κωνσταντίνου. «Τον Νέστορα τον είδα πριν από 3-4 χρόνια σε ένα φιλικό στην Ιορδανία. Ήταν 18 ετών, μπήκε αλλαγή και είχα ενθουσιαστεί πάρα πολύ. Είχε καλή τεχνική, πολύ καλές κινήσεις και είναι στο χέρι του να κάνει μια πάρα πολύ καλή καριέρα. Έχει όλα τα προσόντα που χρειάζεται. Φέτος αγωνίζεται περισσότερο και αυτό είναι το πιο σημαντικό για να βρει ρυθμό», είπε για τον επιθετικό της ΑΕΚ ο Κωνσταντίνου, τονίζοντας πως εδώ και χρόνια τού δίνει συμβουλές και τώρα, από το νέο του πόστο, θα το κάνει πιο συχνά.
Κάποιες φορές, όμως, το ταλέντο από μόνο του δεν είναι αρκετό. Για να φτάσεις ψηλά, χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και ακόμα περισσότερη δουλειά. Όπως μας εξηγεί ο Μιχάλης, ο συμπαίκτης του στον Ολυμπιακό και κορυφαίος παίκτης στον κόσμο για το 1999, Ριβάλντο, αποτελεί την πιο τρανή απόδειξη. «Ένας παίκτης με το ταλέντο, τις επιτυχίες και την προσωπικότητα του Ριβάλντο, στα 35-36 του χρόνια καθότανε μία ώρα μετά την προπόνηση και έκανε μόνος του τελειώματα φάσεων. Εκτελούσε κόρνερ, φάουλ, έκανε σουτ. Και σκεφτόμουν εγώ: “Τι κάνει τώρα αυτός; Αφού στέλνει την μπάλα όπου θέλει, τι να κάνει την επιπλέον εξάσκηση;”. Μετά επέστρεψα στην Κύπρο, και στις ομάδες που έπαιξα έβλεπα κάποιους μικρούς να περιμένουν να τελειώσει η προπόνηση για να φύγουν άρον-άρον και να πάνε στα σπίτια τους...».




