Ο Βίκτωρ Ουγκώ της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας
[εξ αφορμής τριών διαδοχικών επετείων]


Οι τρεις εκ διαδοχής σημαντικές ημερομηνίες πυροδοτούν μαζί με τους επετειακούς συνειρμούς της συνάφειάς τους το έναυσμα της συλλογικής μνήμης και του καθολικού χρέους. Οι επίσημοι, κατ’ αρχήν, εορτασμοί ανά το παγκόσμιο της 45ης επετείου της Ημέρας Γαλλοφωνίας στις 20 Μαρτίου αναζωπυρώνουν και φέτος μέσω της γαλλικής γλώσσας και του γαλλικού πολιτισμού τις διαχρονικές αξίες και τα πανανθρώπινα ιδανικά της αξιοπρέπειας του ανθρωπίνου προσώπου, της ελευθερίας και της ισότητας, της αλληλεγγύης, της αδελφότητας και του κοινού μέλλοντος του πλανήτη μας για μια δικαιότερη βιώσιμη κοινωνία.

Όσον αφορά στην 21η Μαρτίου, ημέρα της εαρινής ισημερίας, που με ελληνική εισήγηση ανακηρύχθηκε το 1999 στη γενική διάσκεψη της Unesco στο Παρίσι ως Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, συνδυάζοντας το φως με το σκοτάδι, τη σκοτεινή φάση του πένθους με το φωτεινό πρόσωπο της ελπίδας, συγκομίζει τον αφορισμό του Γάλλου φιλέλληνα ζωγράφου Ευγένιου Ντελακρουά: «Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση» τόσο για την αποκατάσταση ενός διαλόγου μεταξύ της ποίησης και των άλλων μορφών τέχνης όσο και για τη θαυμαστή επενέργειά της στην ευρύτερη δημιουργική έκφραση.

Επισήμανση που προσδιορίζει διεισδυτικότερα ο Βίκτωρ Ουγκώ στον πρόλογο των «Ωδών» του: «Εξάλλου, το βασίλειο της ποίησης είναι απεριόριστο. Κάτω από τον πραγματικό κόσμο υπάρχει ένας ιδανικός κόσμος, που φανερώνεται να λάμπει στη ματιά όσων οι σοβαροί στοχασμοί έχουν συνηθίσει να βλέπουν μέσα στα πράγματα πέρα από τα πράγματα».

Εν όψει, ωστόσο, της 25ης Μαρτίου, της επικείμενης επετείου της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας, η υπόμνηση του επιφανούς ποιητή και πατριάρχη του γαλλικού ρομαντισμού, του φιλελεύθερου διανοητή και κοινωνικού αναμορφωτή της εποχής του, καθώς και του πλέον προβεβλημένου μυθιστοριογράφου της Γαλλίας ανακινεί στον Ελληνισμό τα πιο βαθιά αισθήματα ευγνωμοσύνης ως προς την ανεκτίμητη συνεισφορά του στους αγώνες του έθνους για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού.

Γιατί, αν ο Ουγκώ καθυστέρησε να αποδείξει έμπρακτα το φιλελληνικό του ενδιαφέρον ή κατά τον ελληνόφιλο μελετητή του Rοger Milliex «μπήκε από τους τελευταίους στη χορωδία», δεν παύει όμως στη συνείδηση των Ελλήνων να θεωρείται ο κορυφαίος Γάλλος Φιλέλληνας, ισάξιος του Μπάυρον, που συγκινημένος από τον θάνατό του στο Μεσολόγγι το 1824 θα σημειώσει: «Έδειξε (ο Μπάυρον) στην Ευρώπη ότι οι ποιητές της καινούργιας σχολής (του ρομαντισμού) αν και δεν λατρεύουν τα είδωλα της αρχαίας Ελλάδας, θαυμάζουν πάντοτε τους ήρωές της κι ότι αν εγκατέλειψαν τον Όλυμπο, δεν έχασαν ούτε για μια στιγμή τις Θερμοπύλες».

Αυτές τις καινούργιες Θερμοπύλες με τους νέους ήρωές τους, το Μεσολόγγι, το Ναυαρίνο, τον Κανάρη, τον Μπότσαρη, τον Επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ θα τραγουδήσει στη συλλογή των ωδών του «Les Orientales» του 1829, κατά το πρότυπο των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών από την έκδοση του Claude Fauriel. Aλλά και πολύ αργότερα, σύμφωνα με ένα άλλο του ποίημα, στον Βρετόνο επαναστάτη θα αποδώσει τα γνωρίσματα του Έλληνα της Επανάστασης: «Το παλληκάρι έμοιαζε με Κλέφτη».

Αν, εντούτοις, ο Ντελακρουά απαθανάτισε τη «Σφαγή της Χίου» στον ομώνυμο μνημειώδη του πίνακα, ο Ουγκώ εμπνεύστηκε από την ίδια καταστροφή τους αθάνατους φιλελληνικούς στίχους στο γνωστό του ποίημα «Το Ελληνόπουλο», που με την αισθαντική ποιητική του γραφίδα τούς απέδωσε ο ομότεχνός του Ουγκολάτρης Κωστής Παλαμάς, όπως αυτοαποκαλείτο: «Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ώς πέρα. / Η Χίο τ’ όμορφο νησί μαύρη απομένει ξέρα / … / Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω / … / μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι: / Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να.».

O μεγάλος οραματιστής των δημοκρατικών και ανθρωπιστικών ιδεωδών, ο πολέμιος κάθε τυραννίας και ο διαμηνυτής της «fraternit? humaine», της φιλάνθρωπης αδελφοσύνης, όπως ακριβώς την ενστερνίζεται το όραμα της Γαλλοφωνίας, υπερασπίστηκε σθεναρά την ανυπεράσπιστη Ελλάδα, προβάλλοντας την ηρωική της ψυχή μπροστά στη δυτική διπλωματία: «Κανάρη! Κανάρη! Σε λησμονήσαμε! / Σε λησμονήσαμε. Η δόξα σου βυθίστηκε μέσα στη νύχτα. /… Για μια στιγμή μόνο φωνάξαμε Ελλάδα: Αθήνα! Σπάρτη! Λεωνίδα! Δημοσθένη! / Κανάρη, ημίθεε, που ακτινοβολείς από δόξα!».

Είμαστε σίγουροι πως αν ζούσε ο «ελλαδόπνευστος ποιητής» και κατά τον Δεληγιάννη ο «σταθερότατος των φιλελλήνων» θα μας διαβεβαίωνε, όπως άλλοτε τον αδελφό Κρητικό λαό: «Επιμένετε. Έστω και καταπνιγμένοι θα θριαμβεύσετε. Το δίκαιο δεν καταποντίζεται».