Η ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, καθώς αναδύεται από το γυναικείο αισθητήριο ενός ευαίσθητου ψυχισμού, αναβλύζει τη χάρη μιας λυρικής, λιτής ποιητικότητας, μεστής, ωστόσο, πυκνών νοημάτων και φιλοσοφικών συλλήψεων, που ενορχηστρώνονται κάτω από τις αισθαντικές χορδές εύρυθμης ερωτικής παιδαγωγίας. Στη συνεκτική διαλεκτική δόμηση σημαινόντων και σημαινομένων οι άξονες της θεματικής της περιστρέφουν τις περιάκτους τής υποβλητικής σκηνογραφικής της εικονοπλασίας γύρω από καθημερινά δρώμενα, μεταστοιχειώνοντάς τα από το «τόδε τι» στο «τι έστιν», στην καθολική τους ουσία και στην ενυπόστατη μεταφυσική τους προοπτική.

Μέσα από τις αναζητήσεις και τις ανατάσεις, τις πτώσεις και τις μεταπτώσεις, αλλά και τις ενσυνείδητες μετατοπίσεις έως τις αέναες ορμέμφυτες πτήσεις ο ποιητικός της λόγος, αποβάλλοντας κάθε περιττό φορτίο επουσιώδους κοινοτοπίας, μας απογειώνει στην περιοχή των ορατών ονείρων και των κρυπτικών αθέατων οραμάτων. Με εύληπτους, εντούτοις, αποκωδικοποιητές της αλληγορικής σημειολογίας, των αινικτικών συμβολισμών και των εύοπτων συνειρμικών συνδηλώσεων. Έτσι, με πυξίδα τις τρεις ποιητικές της συλλογές, την ακολουθούμε στο ταξίδι της δικής της ποιητικής Ιθάκης, σταθμεύοντας σε ελκυστικούς προορισμούς των απέραντων εσωτερικών της τοπίων και αποκτώντας «τες καλές πραγμάτειες» μιας εύκαρπης συγκομιδής.

Απ’ όσα συναπεκόμισε ο Ζήνων Ζαννέτος, προλογίζοντας την πρώτη της συλλογή, που, ευστόχως, τιτλοφορεί «ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα», παραθέτουμε ενδεικτικά κάποια ψήγματα των κριτικών του αποτιμήσεων, που δεν διαψεύδουν τις δικές μας αναγνωστικές προσεγγίσεις:

«Με λογική χειραγωγία η ποιήτρια οδηγείται από τον διάλογο του έρωτα στη μονόλογη κατάφαση ή υπέρβασή του, με εικόνες του λογισμού, πιο πολύ, παρά του θυμικού, όπως συνηθίζεται στην ποίηση και, μάλιστα, στον πρωτοβηματισμό της. […] Στα ποιήματα της "Αλφαβήτα" συναντάει κανείς λυρικούς στίχους με πρωτότυπη ειδή, αλλά και γνώμες έννοιες για τον έρωτα από τον υπαρξιακό κήπο της συγκίνησης, της θλιβής και της γηθοσύνης της ποιήτριας, με ιδιαίτερη γραφή και τρόπο».

Αποσπούμε κάποια αυτοτελή επιγραμματικά ποιήματα αποφθεγματικής απήχησης, που επαληθεύοντας τα προρρηθέντα αντικατοπτρίζουν το ήθος και το ύφος της ποιητικής γραφίδας: «Μια πεταλούδα: / Ανάλαφρο αντιφέγγισμα ψυχής, / μετείκασμα παράδεισου». «Πόσους αιώνες κρύβει η στιγμή; / Κι η άνοιξη πόσους χειμώνες;». «Όσο το σκέφτομαι / τόσο το πιστεύω, / πως η αγάπη / είναι σονέτο για πιάνο, / για τέσσερα χέρια όμως».

Πέραν από τις αντιστικτικές συγχορδίες και τις παλινωδίες του ερωτικού απολογισμού, η ποιήτρια μοιράζεται με τον αναγνώστη ασθματικές υπαρξιακές εκμυστηρεύσεις, που καταγράφουν από το Α έως το Ω τής «Αλφαβήτα» της συνειδητά βήματα και αυτεπίγνωστες διαδρομές ζωής, ένα οιονεί αυτοβιογραφικό χρονικό, όπως προϊδεαστικά συναρθρώνεται στο πρώτο της ποίημα με ρηματικές και ουσιαστικές αποφάνσεις: «Απύθμενα / βάθη / γονυπετής / διένυσα / επιθυμώντας / ζωή / ήλιο / Θεό. / Ικετεύοντας / και / λοιδορώντας / μοίρες / νυκτερινές. / Ξέροντας / ότι / πέρασαν, / ρήμαξαν, / σκότωσαν, / τέλειωσαν. / Ύστερα / φεύγοντας / χρωμάτισα / ψεύτικα / ωροσκόπια».

Οι στοχαστικές ανασκοπήσεις τής ποιητικής της προβληματικής, όπως η αναβίωση της πρώτης αθωότητας, η έννοια της ελευθερίας, του χωροχρόνου και της ανθρωπογνωσίας στο αντιθετικό ή αντιφατικό δίπολο των φυγόκεντρων και κεντρομόλων τάσεων μέσα από τα γήινα ή διαστρικά ταξίδια, όπως εμφαίνεται στο ποίημα «Στο Α του Κενταύρου», στοιχειοθετούν κομβικά θεματολογικά σημεία.

Οι μνήμες και οι αναμνήσεις, ωστόσο, των άπειρων και πεπερασμένων εμβιώσεων του χρόνου επανέρχονται στις «Στιγμές Αλκυονίδες», τη δεύτερη συλλογή τής Καϊμακλιώτη. Ακαριαία στιγμιότυπα αντίρροπων κραδασμών και παρατεταμένων δονήσεων στη χρωματική κλίμακα των λέξεων και των νοηματικών τους εμβαθύνσεων συνιστούν οι «Στιγμές» της πρώτης ενότητας. Κάτω από το φωτονικό μικροσκόπιο ανιχνεύουμε και πάλι τον ερωτικό πυρήνα εναλλασσόμενων σκέψεων και συναισθημάτων:

«Όταν σε σκέφτομαι βαθαίνω / Κι όταν σε αγαπώ πλαταίνω». Το ονειρικό σύμπαν, η άλλη όψη του πραγματικού ως Πλατωνική ανάμνηση τού ενοραματικά υπαρκτού κόσμου των ιδεών της ποιήτριας διατρέχει πολλά από τα ποιήματα και των τεσσάρων μερών της συλλογής. Αφουγκραζόμαστε κάποια σπαράγματα:

«Διαβαίνοντας την πύλη των ονείρων / στον ήλιο να παραδοθούμε / Λευκή σημαία η ελευθερία». «Πίσω απ’ την πόρτα του ονείρου / στη διασταύρωση του απείρου». «Οδοιπόροι της άλλης όψης του φεγγαριού». «Μιαν αύρα / μια γαλήνη αναπολώ / ίσως ανάμνηση ή όνειρο». Άλλα ποιήματα αποτυπώνουν το οξύμωρο της χαρμολύπης και άλλα παλινδρομούν μεταξύ αισιόδοξης και απαισιόδοξης αίσθησης ή εξισορροπούν τη ματαίωση της απώλειας με τη νοσταλγική αναπόληση της πλήρωσης, αλλά και την κατάφαση της ζωής στην απαντοχή της προσδοκίας. Από την τρίτη ενότητα, που αξιοποιεί με απομυθοποιητικές μεταπλάσεις Ομηρικούς ήρωες, ανασύρουμε ένα παράδειγμα: «Εσύ όμως / γυναίκα Πηνελόπη / γεννήθηκες να περιμένεις / […] / πίνοντας φίλτρα / μητέρας, κόρης, αδελφής / τρώγοντας κάθε βράδυ / από το κόκκινο καρβέλι της αγάπης».

Στην «Εκ του σύνεγγυς» πρόσφατη συλλογή ο μνησιπήμονας πόνος της ημικατεχόμενης πατρίδας επανακάμπτει δριμύτερος με την κατασταλαγμένη απόσταση των σαράντα χρόνων τής Αισχύλειας Κυπριακής Τραγωδίας. Ο τουρκοπατημένος τόπος, οι πρόσφυγες, οι νεκροί, οι αγνοούμενοι και οι εγκλωβισμένοι, αλλά και ο ενδοτισμός της προδοσίας, της απάθειας και της λήθης μνημειώνουν ανεξίτηλα με τόνους σχετλιαστικής ειρωνείας τους στίχους της Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Ενδεικτικά επιλέγουμε: «Πατρίδα είναι μνήμη αυτογενής / τα άλλα είναι μνημόνια / συνθήκες νικημένων».

Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή