Καθοριστικής σημασίας το πόρισμα του Π. Καλλή

Τα πολιτικά κόμματα στο σύνολό τους δεν έχουν δώσει κανένα δείγμα για το πώς θα μπορούσαν ν’ αποκτήσουν ξανά επαφή με τους πολίτες, που δείχνουν να έχουν γυρίσει οριστικά την πλάτη

ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ «μάχη» θα την κέρδιζε κάποια πολιτική δύναμη, που θα μπορούσε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στις μεγάλες μερίδες πολιτών που απομακρύνονται…


Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια, μια κρίση στην Κεντρική Τράπεζα κινδυνεύουμε να... μολύνει ολόκληρο το σύστημα. Σύσσωμο το πολιτικό προσωπικό ζητά από τη Χρ. Γιωρκάτζη να παραιτηθεί, αλλά η ίδια δεν ανταποκρίνεται. Τη στιγμή αυτή δεν είναι φανερό αν θα μπορέσουν τελικά κάποιες άλλες Αρχές να της επιβάλουν κάτι τέτοιο. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο αν θα μείνει ή θα φύγει το συγκεκριμένο πρόσωπο, στο οποίο σχεδόν όλοι καταλογίζουν φοβερά... αμαρτήματα. Αυτή είναι τελικά μόνο
η κορυφή του παγόβουνου.

Πάλι η Κεντρική «στο μάτι του κυκλώνα»

Ακόμα και το «κυβερνών» κόμμα παραδέχεται ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια σοβαρή κρίση θεσμών. Η κρίση αυτή κορυφώνεται σε τρία σημεία.

1. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να συνεργαστεί ούτε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ούτε με τη Βουλή και επιπρόσθετα η επικεφαλής της φέρεται να έχει εξαπολύσει βαριά κατηγορία εναντίον του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, θίγοντας τον ίδιο τον θεσμό της Εισαγγελίας. Συνεπώς δεν θα μπορεί να συνεργαστεί ούτε με τη Γενική Εισαγγελία, που κάνει και μεγάλης σημασίας έρευνες που απαιτούν τέτοια συνεργασία, ούτε βέβαια και με τον Γενικό Ελεγκτή.

2. Η λειτουργία των θεσμών και διαδικασιών διαχείρισης και εξυγίανσης οδηγήθηκε σε σοβαρή εμπλοκή. Το σοβαρότερο είναι, όμως, ότι υπάρχει κίνδυνος αυτή η συγκεκριμένη προβληματική λειτουργία της Κεντρικής ως Αρχής Εξυγίανσης να παραβλάψει απαιτήσεις ύψους δισεκατομμυρίων ή και να εξυπηρετήσει ανταπαιτήσεις επίσης δισεκατομμυρίων από τον άλλοτε «ισχυρό άντρα» της Λαϊκής και τους στενούς συνεργάτες του.

3. Δεν φαίνεται να υπάρχουν στην κυπριακή πολιτεία συγκεκριμένες και ικανοποιητικές διαδικασίες για να αντιμετωπισθεί άλλη μια θεσμική εμπλοκή σε σχέση με τη λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας.

Τι θα κάνει, λοιπόν, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας; Βέβαια οι εξελίξεις δεν εξαρτώνται από τη βούληση και μόνο του Νίκου Αναστασιάδη. Ο ίδιος έχει δείξει την πολιτική του βούληση, αφού ζήτησε από τον Γενικό Εισαγγελέα να κινήσει διαδικασίες στο Ανώτατο Δικαστήριο για να παυθεί η Διοικητής. Θα είναι, όμως, αυτό αρκετό;

Μήπως κλειδί είναι η καταγγελία εναντίον της Γενικής Εισαγγελίας;

Σχεδόν όλοι οι έμπειροι νομικοί συμφωνούν ότι καθοριστικής σημασίας θα είναι το πόρισμα του Π. Καλλή, που διορίστηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα για να κάνει ποινική εξέταση γύρω από την αποκάλυψη του Στ. Κοιλιάρη ότι η Διοικητής ξεστόμιζε εναντίον του δικηγορικού γραφείου Νεοκλέους τη βαριά κατηγορία ότι «είχε δωροδοκήσει τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα». Αναλόγως του πορίσματος, διαβεβαιώνουν κάποιοι, και αν επιβεβαιωθεί η καταγγελία Κοιλιάρη, η Χ. Γιωρκάτζη θα αντιμετωπίσει ποινική διαδικασία. Περισσότερο σαφής ήταν αυτές τις ημέρες ο γνωστός νομικός και πρώην Γενικός Εισαγγελέας, Αλέκος Μαρκίδης, ο οποίος διευκρίνισε ότι σε αυτήν την υπόθεση και όποιο και αν είναι το «Πόρισμα Καλλή», θα υπάρξει ποινική υπόθεση.

Θεωρείται, λοιπόν, ότι το νήμα για την πορεία των πραγμάτων, που έχει δρομολογήσει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, βρίσκεται περισσότερο σε αυτήν την υπόθεση παρά στη δεδομένη καταγγελία για την περιβόητη «σύγκρουση συμφερόντων». Την τελευταία ενίσχυσε με τη γνωστή επιστολή του ο Γενικός Ελεγκτής. Αλλά εκτός από την αμφισβήτηση της αρμοδιότητας του Γενικού Ελεγκτή, ήδη αρκετοί νομικοί την αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό. Εξάλλου, σημειώνουν, μετά τον πρώτο διορισμό της Χ. Γιωρκάτζη, στο γνωστό «επεισόδιο του συμβολαίου» της, μεσολάβησε η παραδοχή του Προεδρικού ότι «διορθώθηκαν» τα προβλήματα.

Πολιτικός αντίκτυπος, τι έδειξε η δημοσκόπηση ΣΙΓΜΑ

Ποιος είναι ο πολιτικός αντίκτυπος όλης αυτής της ιστορίας; Πρώτα είναι εξόφθαλμο ότι η αποδοχή του πολιτικού συστήματος μεταξύ των πολιτών έχει πέσει στο ναδίρ. Την ίδια ώρα, δεξιά και αριστερά υψώνονται οι τόνοι και εκτοξεύονται αλληλοκατηγορίες, με αποκορύφωμα τον ισχυρισμό της Ειρήνης Χαραλαμπίδου ότι «κάποιος υπουργός της Κυβέρνησης» τής εκμυστηρεύτηκε ότι «ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς ζήτησε να μη διωχθεί ο Αντρέας Βγενόπουλος».

Δημοσκόπηση, που παρουσίασε πρόσφατα το «Σίγμα», έδειχνε ότι κερδίζουν μόνο η αποχή και η αγανάκτηση. Σύμφωνα με αυτήν την έρευνα, αν γίνονταν σήμερα εκλογές, τα πολιτικά κόμματα θα έμεναν περίπου στα ίδια. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός διατηρεί τη δύναμή του και σαφή πρωτοκαθεδρία, ενώ το ΑΚΕΛ δεν έχει ακόμα ανακάμψει και θα έμενε με σημαντική διαφορά πίσω από τον πρώτο, με τον οποίο άλλοτε βρισκόταν σε περίπου ισοπαλία. Το ΔΗΚΟ συνεχίζει να παρουσιάζει προβλήματα, αφού εξακολουθεί να δίνει μόνιμα μια εικόνα «διχασμού».

Όμως το μεγαλύτερο πρόβλημα φαίνεται να το έχει η ΕΔΕΚ. Παρά και την αλλαγή ηγεσίας, η ΕΔΕΚ βρίσκεται πια στο ίδιο ακριβώς εκλογικό επίπεδο με τη Συμμαχία Πολιτών. Το κόμμα του Γ. Λιλλήκα είναι η μόνη δύναμη με σαφή ανοδική τάση και διεκδικεί καθαρά τουλάχιστον την τέταρτη θέση. Αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι και αυτό ακόμα δεν «εισπράττει» σχεδόν τίποτα από τη γενική δυσαρέσκεια. Η ψυχρή ανάλυση λέει ότι δυναμώνει όσο ακριβώς αδυνατίζει η ΕΔΕΚ και λιγότερο το ΔΗΚΟ. Αυτό κάποιοι το θεωρούν απλώς ως ένα... «φαινόμενο αντικατάστασης».

Περιμένοντας «εναλλακτική»...

Συνολικά δεν έχει εμφανιστεί κάποια πολιτική δύναμη που να μπορεί να λειτουργήσει ως η «εναλλακτική λύση» σε ένα κομματικό σύστημα, που αντιμετωπίζει τεράστια δυσαρέσκεια των πολιτών.

Παρατηρητές ισχυρίζονται ότι ορισμένες εξελίξεις στο επόμενο διάστημα μπορεί να έχουν σημαντική επίδραση και ίσως προκαλέσουν ανακατατάξεις. Συγκεκριμένα, θεωρείται «κομβικό σημείο» το θέμα των εκποιήσεων και στη συνέχεια ακόμα, αν και λιγότερο σημαντικά, ρόλο μπορεί να παίξουν οι ιδιωτικοποιήσεις και ίσως η κατάληξη του συστήματος υγείας. Όμως κάποιοι άλλοι αμφισβητούν ότι η πορεία αυτών των ανοιχτών πολιτικών ζητημάτων μπορεί να φέρει αξιόλογες ανακατατάξεις των ψηφοφόρων.

Ο λόγος, όπως εξηγούσε γνωστός πολιτικός αναλυτής, είναι ότι στο ζήτημα των εκποιήσεων έχει ήδη γίνει τόσος θόρυβος και έχει προκληθεί και σύγχυση ακόμα και φαίνεται ότι η όποια δυσαρέσκεια ή και κόστος για το κυβερνών κόμμα έχει «προεισπραχθεί». Ενώ προσθέτει ότι το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων, το οποίο τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν πολύ ψηλά στην ατζέντα, δεν συγκινεί εξίσου τη μάζα των ψηφοφόρων.

Περισσότερο αφορά «συντεταγμένες κομματικές δυνάμεις», παρατηρεί, καθώς και περιορισμένα συντεχνιακά συμφέροντα, που στη σημερινή Κύπρο πολύ δύσκολα μπορεί να προκαλέσουν ανακατατάξεις. Έμπειρο στέλεχος από την Πινδάρου ανέλυε αυτήν, όπως και άλλες δημοσκοπήσεις, σημειώνοντας ότι «το μεγαλύτερο μέρος της δυσαρέσκειας δεν εκφράζεται με διαφορετική ψήφο, αλλά απορροφάται στην αποχή». Σαν μόνη εξέλιξη που μπορεί να αλλάξει τη σημερινή εικόνα θεωρούσε μια επιτάχυνση των διαδικασιών για το Κυπριακό.

Πιο συγκεκριμένα, ακόμα μιλούσε για ενδεχόμενο να βρεθεί η χώρα «κάπου στο δεύτερο εξάμηνο» μπροστά σε συγκεκριμένη πρόταση λύσης. Τα πράγματα θα είναι, προσθέτει, «αρκετά διαφορετικά απ' ό,τι το 2004», αλλά συμπληρώνει ότι κανένας δεν μπορεί να πει ποιοι και πόσο μπορεί να «επωφεληθούν πολιτικά από κάτι τέτοιο». Κατέληξε, όμως, στη συζήτησή μας λέγοντας ότι «αν βέβαια υπάρξει τελική πρόταση λύσης, όλοι καταλαβαίνουμε ότι το ζήτημα δεν θα είναι ποιοι και πόσο θα επωφεληθούν πολιτικά ή κομματικά, αλλά οι ίδιες οι τεράστιες αλλαγές που θα έρθουν στη χώρα».

Στην αντιπολίτευση «μια από τα ίδια»

Ενώ αυτά απασχολούν την πλευρά των «κυβερνώντων», στο ΑΚΕΛ εντείνουν τις προσπάθειες και δηλώνουν αισιόδοξοι ότι «σύντομα θα δουλέψει η μηχανή στο φουλ». Ταυτόχρονα, όμως, δεν λείπουν οι εσωτερικές φωνές ότι εκείνο που πραγματικά εμποδίζει τις μηχανές και θα συνεχίσει να είναι «βάρος» είναι η επιμονή της ηγεσίας «να μην κόβει τον ομφάλιο λώρο με το Δημήτρη Χριστόφια». Καιρός να τον ευχαριστήσουμε οριστικά για τις υπηρεσίες του, έλεγε σημαίνον στέλεχος. Αλλά το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι κανένας δεν τολμά αυτά να τα πει «φωναχτά» και εις επήκοον του Άντρου Κυπριανού και του σκληρού πυρήνα.
Προεδρικό και Συναγερμός έχουν ακόμα την «πολυτέλεια» να βλέπουν ότι κάποια σοβαρά προβλήματα δεν λείπουν και από τους άλλους «παίκτες».

Συγκεκριμένα, στο ΔΗΚΟ με τις «διακριτικά αυτονομιστικές κινήσεις Καρογιάν», όπως τις χαρακτήριζε γνωστό στέλεχος που συνδέεται με τον τέως ηγέτη του κόμματος, τα ερωτηματικά μένουν ανοιχτά. Συνεργάτες του Νικόλα σημειώνουν ότι «ειδικά για τις βουλευτικές το κόμμα δεν έχει να φοβηθεί, αφού όλοι θα τρέξουν για την επανεκλογή τους». Εκείνο, όμως, που έχουν να αντιμετωπίσουν από κοινού και οι δυο «πλευρές», είναι ότι το «κόκαλο» που αποκτά η Συμμαχία Πολιτών δεν το οφείλει αποκλειστικά στις απώλειες της ΕΔΕΚ.

Και πολύς κόσμος στην «εξωτερική»

ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΝΤΑΣ την κατάσταση στον κομματικό χάρτη, το πιο σημαντικό είναι ότι αυτή η συζήτηση αφήνει πια έξω ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Τα πολιτικά κόμματα στο σύνολό τους δεν έχουν δώσει κανένα δείγμα για το πώς θα μπορούσαν να αποκτήσουν ξανά επαφή με αυτόν τον κόσμο που δείχνει να έχει γυρίσει οριστικά την πλάτη. Όπως σημειώνουν όλοι οι πολιτικοί παρατηρητές, φαίνεται ότι τα κόμματα μπορούν να λειτουργήσουν και με ένα μέρος μόνο των πολιτών. Αυτό όμως δεν είναι σημάδι υγείας για τη δημοκρατία. Την πραγματική «μάχη» θα την κέρδιζε κάποια πολιτική δύναμη που θα μπορούσε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στις μεγάλες μερίδες πολιτών που απομακρύνονται. Αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει φανεί ακόμα...