Ξεκίνησαν πάλι τα γνωστά κομματικά όργανα και δημοσιογραφικά βαποράκια. Όλοι μαζί, λένε, να ενώσουμε δυνάμεις και να στηρίξουμε τον Πρόεδρο Αναστασιάδη στη νέα προσπάθεια για λύση στο Κυπριακό. Υποβάλλουν κουτοπόνηρα: «Δεν βλέπετε το διεθνές ενδιαφέρον που έχει επιδειχθεί; Όλοι ενθαρρύνουν την αναζήτηση λύσης. Τώρα είναι η ευκαιρία με πατριωτισμό και αγάπη για την πατρίδα να επιλύσουμε το πρόβλημα». Ποιος διαφωνεί; Και ποιος δεν θέλει μια πραγματικά βιώσιμη και λειτουργική λύση; Αλλά τι; Την περ. Κυριακή, με αφορμή έντονες επικρίσεις από πολλά κόμματα και ΜΜΕ για το κοινό ανακοινωθέν, ο Ν. Αναστασιάδης ισχυρίστηκε πως «δεν έχω αποκλίνει έστω και ένα ιώτα από τις προεκλογικές μου δεσμεύσεις, είτε έναντι των συναγωνιστών του ΔΗΚΟ είτε ευρύτερα του κυπριακού λαού». Για να προσθέσει το απαράδεκτο και προσβλητικό πως, «το επόμενο διάστημα θα μετρηθεί το ανάστημα του πατριωτισμού όλων μας: Πολιτικής ηγεσίας, Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, κοινωνίας των πολιτών».
Την περ. Τετάρτη, ο Πρόεδρος απευθύνθηκε στον λαό για να τον ενημερώσει «με βάση τα πραγματικά γεγονότα» και να «αποκαταστήσει την αλήθεια». Ας δεχθούμε, χάριν συζήτησης, ότι όσοι διαφωνούν με την Κοινή Δήλωση στερούνται επιχειρημάτων και ότι ο Ν. Αναστασιάδης δικαιώνεται. Αν η Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου δεν έχει σχεδόν κανένα ψεγάδι και είναι ξεκάθαρη και χωρίς ασάφειες, τότε, πρώτον, ορθά ο Πρόεδρος να καταγγείλει τους επικριτές του ότι φλυαρούν επικίνδυνα. Δεύτερον, δεν θα απαιτείτο τόσο άπελπις προσπάθεια να πεισθούν οι πολίτες ότι ενήργησε σύμφωνα με όσα δεσμευτικά εξήγγειλε προς τον λαό. Και μόνο ότι ο Πρόεδρος χρειάστηκε σχεδόν δύο ώρες για να διευκρινίσει, σημείο προς σημείο και παράγραφο προς παράγραφο, την Κοινή Δήλωση, και να εξηγήσει πώς εκείνος ερμήνευε όσα δεν καταγράφονται σε αυτήν, είναι ενδεικτικά των δυσκολιών που θα αναδυθούν κατά τις συνομιλίες. Από την άλλη, αν τα καταγεγραμμένα στην Κοινή Δήλωση ήδη προκαλούν τόσες πολλές αμφισβητήσεις και επικρίσεις, τι να αναμένουμε από τα άλυτα ζητήματα; Δύο παραδείγματα. Πρώτον, αταλάντευτη θέση της ελληνικής πλευράς είναι ότι το νέο ομόσπονδο κράτος πρέπει να είναι συνέχεια και μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πουθενά στην Κοινή Δήλωση δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο.
Αντίθετα, στην παρ. 4, τεκμηριώνεται: «Η ενωμένη κυπριακή ομοσπονδία θα προκύψει από τη λύση μετά από την έγκριση της διευθέτησης σε χωριστά ταυτόχρονα δημοψηφίσματα». Το ρήμα «προκύπτω» σημαίνει κάτι νέο που δημιουργείται. Δεν εννοεί ούτε συνέχεια ούτε μετεξέλιξη. Δεύτερον, «το στάτους κβο είναι απαράδεκτο και συνέχισή του θα έχει αρνητικές επιπτώσεις για τους Έλληνες Κυπρίους και τους Τούρκους Κυπρίους». Πώς ερμηνεύει ο Πρόεδρος αυτήν τη θέση; Εμφανώς με αναφορές στα κατοχικά στρατεύματα, στους εποίκους, στην ασφάλεια, στα εγγυητικά «δικαιώματα» της κατοχικής Τουρκίας, κτλ. Το ερώτημα είναι, πώς οι Τούρκοι εννοούν το απαράδεκτο του στάτους κβο; Με τον ίδιο τρόπο που εμείς το ερμηνεύουμε;
Όχι, βέβαια. Οι Τούρκοι προτάσσουν τη δήθεν απομόνωση, τη μη κρατική αναγνώρισή τους, τη διεξαγωγή εμπορίου, κτλ. Χάριν συζήτησης και πάλιν, ας δεχθούμε ότι όλοι, πολιτικές δυνάμεις και πολίτες στηρίζουν τον Πρόεδρο στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού. Ερώτηση: Εκείνος σε ποιες θέσεις στηρίζεται; Σε εκείνες που αγωνιστικά και πατριωτικά διακήρυσσε τους τελευταίους μήνες, για εξόφθαλμα επικοινωνιακούς λόγους και εσωτερική κατανάλωση, ή σε όσα πίσω από κλειστές πόρτες συνομολόγησε, με τις ευλογίες ή με το πιστόλι Αμερικανών και άλλων στον κρόταφο; Θα το μάθουμε τάχιστα. Χθες βράδυ, ο κατοχικός Έρογλου, σε διάγγελμά του, απάντησε στον Πρόεδρο Αναστασιάδη…
Τα ακίνητα της εβδομάδας




