Εκείνοι οι μεγάλοι Ευρωπαίοι, που συνέλαβαν την ιδέα μιας Ενωμένης Ευρώπης τη δεκαετία του 1950, δεν θα πρέπει να αναπαύονται ήσυχα στην τελευταία τους κατοικία. Από τότε που δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ/1958), η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ/1993) και η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ/1999), η Ευρώπη διέρχεται μιαν άλλη ανήσυχη περίοδο της ιστορίας της. Σε μια περίοδο που σε άλλα μέρη του πλανήτη σημειώθηκε πρωτόγνωρη πρόοδος, οι χώρες της Ε.Ε. έχουν περιπέσει σε στασιμότητα. Οι δυνατές προσπάθησαν να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα, αδιαφορώντας για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πιο αδύνατες. Θα μιλήσω για την Κύπρο, που αντιμετωπίζει πολύ σοβαρά προβλήματα, τόσο οικονομικά αλλά κι υπαρξιακά.
Για κάποιους από εμάς, που από την αρχή πιστέψαμε στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, η απογοήτευση είναι ιδιαίτερα οδυνηρή. Δεν θα ασχοληθώ με το πιο σημαντικό από τα προβλήματά μας, που θα κρίνει την επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Κυπριακό. Παρά τις κάποιες θετικές θέσεις της Ε.Ε., οι τελευταίες αποφάσεις ουσιαστικά παραγνωρίζουν τις ευθύνες της για την εισβολή και κατοχή μεγάλου μέρους ενός κράτους-μέλους. Όταν θεωρούν δικαίωμα της Τουρκίας την κατάρριψη του ρωσικού αεροπλάνου για μερικά δευτερόλεπτα υπερπτήσης, που βρισκόταν στην περιοχή για έναν κοινό σκοπό, δεν έπρεπε να ασκήσουν πιο σθεναρή πίεση στην ίδια, που για 41 χρόνια παραβιάζει τα δικαιώματα ενός λαού; Η εισβολή για προστασία τάχα των ομοεθνών της απλώς θυμίζει κάποια δικτατορικά καθεστώτα του παρελθόντος, που νομίζαμε ότι παρήλθαν ανεπιστρεπτί. Βέβαια δεν μπορώ να φανταστώ τι θα γινόταν αν η Κύπρος δεν ήταν μέλος τους.
Θα ασχοληθώ με την οικονομική πτυχή του «πειράματος» ευρωπαϊκή ενοποίηση. Οι μεγάλοι εταίροι φροντίζουν να εξυπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα σε ό,τι θεσμοθετείται τόσο στον οικονομικό όσο και τον νομισματικό τομέα. Καθόλου δεν ενδιαφέρθηκαν για το πώς οι πιο αδύνατοι εταίροι θα μπορούσαν να ανέβουν και να φτιάξουν μια Ευρώπη από ισοδύναμες οικονομίες. Τούτο ένιωσα όταν διαπραγματευόμασταν την ΤΕ Κύπρου-ΕΟΚ για τρία χρόνια. Απέρριπταν ακόμη και τα πιο μικρά, ανώδυνα για εκείνους αιτήματά μας.
Όταν ζητήσαμε παράταση 15 ημερών της αδασμολόγητης εξαγωγής κάποιων καλοκαιρινών φρούτων, γιατί πολλές χρονιές η παραγωγή ήταν «όψιμη», μετά από πολλές συζητήσεις δέχτηκαν να παραχωρήσουν τρεις ημέρες. Όταν στο τέλος φτάσαμε σε ένα Προσχέδιο Συμφωνίας για μονογράφηση, παρατήρησα ότι στο πρωτόκολλο για τις πατάτες έλειπε το s από τη λέξη markets, που είχαμε συμφωνήσει, κάτι που μας περιόριζε μόνο στη βρετανική αγορά. Όταν ζήτησα τον λόγο για την απάλειψη αυτή, η απάντηση ήταν γιατί κάποια μεγάλη χώρα-μέλος το ζήτησε. Εγώ αρνήθηκα να μονογράψω. Όταν μάθαμε ποια χώρα ήταν, με συγκεκριμένες πιέσεις επανήλθε το s μετά από πολλές ώρες.
Παρόμοια συμπεριφορά είχαμε κατά την εφαρμογή της ΤΕ και την ένταξη. Ζητήθηκε από την ημικατεχόμενη Κύπρο, με τα τόσα προβλήματα, να συνεισφέρει κάθε χρόνο περισσότερα στον προϋπολογισμό της Ε.Ε. απ'
ό,τι παίρνει. Για μια μικρή αγορά, όπως η κυπριακή, το άμεσο άνοιγμα στον ανταγωνισμό οδήγησε σε δυσάρεστα αποτελέσματα σε πλείστους τομείς. Καμία πρόνοια για έλεγχο δεν λήφθηκε για τους ξένους εργάτες, με αποτέλεσμα η ανεργία, που παραδοσιακά ήταν ανύπαρκτη στην Κύπρο, να ανέβει στα ψηλότερα επίπεδα της Ε.Ε. Μπορεί να μη ζητήσαμε διαφορετική μεταχείριση. Δυστυχώς, κι αν το κάναμε, κανένας δεν θα μας άκουε. Μόνο όταν δυο μεγάλες χώρες είχαν πρόβλημα με τα κριτήρια Μάαστριχτ, οι μηχανισμοί δούλεψαν για να τις διευκολύνουν. Γενικά όλες οι αλλαγές που γίνονται είναι για να εξυπηρετούν πρώτα τις μεγάλες χώρες.
Κι έρχομαι τώρα στον λόγο, που τα ξαναθυμήθηκα όλα αυτά. Στην Κύπρο το δυσκολότερο ακόμη πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Δεν ισχυρίζομαι ότι φταίει η Ε.Ε. κι η ΟΝΕ γι’ αυτό, αν και η ΚΤΕ έπρεπε να είχε θέσει από την εισαγωγή του ευρώ πιο περιεκτικούς εποπτικούς κανόνες. Δυστυχώς, οι τράπεζες, περιλαμβανομένης και της ΚΤΚ, εργάστηκαν για χρόνια αλόγιστα ώστε, όχι μόνο να μην μπορούν να εισπράξουν τα παραχωρούμενα δάνεια και να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ΚΤΕ, αλλά και να έχουν συμβάλει στη σπίλωση του ονόματος της Κύπρου ως μέρους ξεπλύματος βρόμικου χρήματος. Η αναλγησία που επέδειξαν οι Θεσμοί τον Μάρτη του 2013 απέναντι στην Κύπρο μπορεί και να μην είναι άσχετη με την κακή αυτή φήμη της.
Κι όμως θα ανέμενε κανένας ότι μετά την πρωτοφανή τιμωρία με το κούρεμα των καταθέσεων και τη μνημονιακή ασφυξία, που επιβλήθηκε στον κυπριακό λαό, οι Θεσμοί θα επιδείκνυαν περισσότερη προθυμία στο να διευκολύνουν την Κύπρο να βγει από τον σημερινό λαβύρινθο. Εφόσον το πρόβλημα είναι βασικά τραπεζικό, γιατί η ΚΤΕ δεν καταστρώνει ένα προσωρινό σχέδιο για να διευκολύνει την κατάσταση; Τώρα που η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει κι η πιστοληπτική ικανότητα της κυπριακής οικονομίας αναβαθμίζεται, γιατί δεν χαλαρώνει τα λουριά αναφορικά με την ικανότητα των τραπεζών να αυξήσουν τη δανειοδότηση για επιλεγμένα έστω έργα και προγράμματα, αντί να ζητούν την τακτοποίηση πρώτα των κόκκινων δανείων και μάλιστα με τον τρόπο που επέλεξαν; Για να γίνουν όμως όλα αυτά θα πρέπει εμείς να κινητοποιηθούμε και με συγκεκριμένες εισηγήσεις να απαιτήσουμε αυτά που θα έκαμναν αν στην θέση μας ήταν η Γερμανία ή η Γαλλία.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




