Η «λύση» που μας προσφέρεται είναι το ξεπούλημα της κυπριακής ιδιοκτησίας…

Λαμβάνοντας υπόψη τον τεράστιο όγκο ακίνητης ιδιωτικής περιουσίας, που εξασφαλίζει και εγγυάται τα 60 τόσα δισεκατομμύρια ευρώ των δανείων που εκκρεμούν στις κυπριακές τράπεζες, σημαίνει ότι αν εκτελεστεί με επιτυχία το ξεπούλημα, η Κύπρος θα πέσει σε βαθιά ύφεση

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ζητούσαν και έπαιρναν όλων των ειδών εξασφαλίσεις και εγγυήσεις, γιατί απλώς μπορούσαν να το κάνουν


Το βαθύ οικονομικό αδιέξοδο, στο οποίο βρίσκεται η Κύπρος, έχει δημιουργηθεί από τις μεγάλες ροές ξένων καταθέσεων (μέσα σε ένα αρρωστημένο καθεστώς όπου έκαναν γλέντι δικηγόροι, λογιστές, πολιτικοί και τραπεζίτες) και οι οποίες έχουν ανεύθυνα μετατραπεί σε δάνεια στην κυπριακή οικονομία, χρηματοδοτώντας σπατάλη και μη παραγωγικά έργα. Αυτό μας έχει φέρει στη σημερινή πραγματικότητα του υπέρμετρου ιδιωτικού δανεισμού της χώρας (σχεδόν 400% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος), από την οποία η μόνη «λύση» που μας προσφέρεται είναι το ξεπούλημα της κυπριακής ιδιοκτησίας.

Λαμβάνοντας υπόψη τον τεράστιο όγκο ακίνητης ιδιωτικής περιουσίας, που εξασφαλίζει και εγγυάται τα 60 τόσα δισεκατομμύρια ευρώ των δανείων που εκκρεμούν στις κυπριακές τράπεζες, σημαίνει ότι αν εκτελεστεί με επιτυχία κάτι τέτοιο, η Κύπρος θα πέσει σε βαθιά ύφεση.

Το δίλημμα είναι αν πρέπει να νομοθετήσουμε όπως μας ζητείται με αναδρομική ισχύ, ούτως ώστε να υποβοηθηθεί έτσι η εκποίηση και η πώληση των υφιστάμενων δανείων των τραπεζών ρίχνοντας βαριά τον πέλεκυ όχι μόνο στους πρωτο-οφειλέτες δανειολήπτες αλλά και σε αμέτρητους περιστασιακά εμπλεκομένους, που έχουν προσυπογράψει τα δάνεια σαν εγγυητές. Ή κατά πόσον θα ήταν πιο σωστό να βελτιώσουμε τη νομοθεσία μας περί δανείων, συγυρίζοντας έτσι το σπίτι μας, αλλά χωρίς αναδρομική ισχύ, τουλάχιστον όσο αφορά τους εγγυητές.

Το λιγότερο, θα πρέπει οι εγγυητές των δανείων να συνεχίσουν να έχουν δευτερεύουσα και περιορισμένη ευθύνη. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, και με την εμπειρία μου ως τραπεζίτης για σχεδόν 30 χρόνια στην Κύπρο, οι Τράπεζες ευθύνονται εξίσου, ίσως και περισσότερο, για τα δάνεια που έχουν δώσει τα τελευταία 20-30 χρόνια. Επομένως, θα πρέπει να θεσπιστεί και νομοθεσία σχετικά με τις ευθύνες των τραπεζών και τραπεζικών που παραχωρούν δάνεια χωρίς σωστή αξιολόγηση της ικανότητας του δανειζομένου και του έργου που χρηματοδοτείται να αποπληρώσει

Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι οι τράπεζες ζητούσαν και έπαιρναν όλων των ειδών εξασφαλίσεις και εγγυήσεις γιατί απλώς μπορούσαν να το κάνουν. Μάλιστα είχαν, εγκληματικά κατά τη γνώμη μου, εγκαταλείψει τη σωστή αξιολόγηση των δανείων και την αντικαθιστούσαν με ολοένα και περισσότερες εξασφαλίσεις που, στο μυαλό τους, κάλυπταν έτσι το κενό πιστωτικού κινδύνου για την τράπεζα που τυχόν να προέκυπτε λόγω της ανεπαρκούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του αιτητή.

Όμως, είναι κοινό μυστικό ότι οι εγγυήσεις στην Κύπρο ουδέποτε μετρούσαν σαν εμπράγματες εξασφαλίσεις για σκοπούς υπολογισμού των προβλέψεων. Στην καλύτερη περίπτωση, και με την εφαρμογή, ή ίσως πιο σωστά θα έπρεπε να πω με τη μη εφαρμογή του νόμου, οι προσωπικές εγγυήσεις που κατείχαν οι τράπεζες στην Κύπρο ήταν μόνο ένα διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια τους για να μπορούν να πετύχουν κάποιο διακανονισμό ενός προβληματικού δανείου.

Είναι με τη νέα νομοθεσία που επιχειρείται να εισαχθεί τώρα, που γίνεται μια συνειδητή προσπάθεια να μετατραπεί η προσωπική εγγύηση όπως ίσχυε και εφαρμοζόταν στην Κύπρο για τόσα χρόνια σε κάτι άλλο και, μέσω της ευκολίας στην εκτέλεση πλέον, σε ένα όπλο πολύ πιο σημαντικό για τις τράπεζες.

Δεν έχει συνειδητοποιηθεί ότι ο υπερδανεισμός είναι αυτός που εμποδίζει την ανάπτυξη. Ακούμε συχνά εκκλήσεις προς τις τράπεζες και ακόμη προς χρηματοδοτικά ταμεία να προσφέρουν νέα δάνεια, ή όπως αρέσκονται να το αποκαλούν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης οι πολιτικοί μας «να διοχετεύσουν χρήμα στην αγορά» για να επανεκκινήσει, όπως ισχυρίζονται, η οικονομία. Αγνοούν, δυστυχώς, τον πρώτο και απαράβατο κανόνα σχετικά με το πώς και πού πρέπει να δίνονται δάνεια και επιβεβαιώνει ότι δεν έμαθαν το μάθημά τους από την καταστροφή.

Δηλαδή, ότι μόνο βιώσιμα έργα με ικανότητα αποπληρωμής πρέπει να παίρνουν δάνεια. Ακόμη και αν αγνοήσουμε προς στιγμήν ότι οι συνθήκες στην Κύπρο είναι αντίξοες για οικονομικά βιώσιμα έργα και αν υποθέσουμε ότι κάποια κυπριακή επιχείρηση παρουσιάζει μια βιώσιμη πρόταση, ποίες είναι οι πιθανότητες αυτή η εταιρεία να έχει ικανότητα αποπληρωμής εάν, όπως είναι η κατάσταση με τις πλείστες επιχειρήσεις στην Κύπρο σήμερα, είναι είδη φορτωμένη με ασήκωτα δάνεια;

Επομένως, το πρώτο, και αναγκαίο κατά τη γνώμη μου, βήμα για να προκύψει ανάπτυξη είναι να παρθούν δραστικά και θαρραλέα μέτρα για μείωση του τεράστιου ιδιωτικού χρέους στην Κύπρο. Το πρόβλημα που θα προκύψει, εν πάση περιπτώσει, είναι ότι οι τράπεζες θα υποστούν ζημιές, κάτι που οδηγεί αναπόφευκτα στην ανάγκη περαιτέρω ανακεφαλαιοποιήσεων. Αυτό θα μας βάλει σε έναν φαύλο κύκλο αστάθειας και αβεβαιότητας που προκαλεί τη σταδιακή απομείωση των ισολογισμών των τραπεζών αλλά, όμως, και ίσως πιο σημαντικά, και την ελάφρυνση του αβάστακτου όγκου ιδιωτικού χρέους. Κατά την γνώμη μου η Κύπρος πρέπει να φτάσει πάτο προτού μπορέσει να αρχίσει την ανοικοδόμηση της οικονομίας.

Το συντομότερο που θα μπορούσαμε να πατήσουμε σε στερεό έδαφος, χωρίς έναν καταχρεωμένο ιδιωτικό τομέα, τόσο πιο σύντομα θα έρθει και η λύτρωση. Η Ισλανδία το έχει κάμει σε χρόνο ρεκόρ με δημοψήφισμα (επικαλούμενη το δίκαιο της εθνικής ανάγκης), που την απάλλαξε από τα ξένα χρέη και με τη γρήγορη εκδίκαση και φυλάκιση των πλείστων τραπεζιτών και άλλων που έφεραν την καταστροφή στη χώρα.

Το να προσποιούμαστε τώρα ότι οι μόνοι φταίχτες είναι οι Κύπριοι δανειζόμενοι και ξαφνικά να θυμόμαστε ότι «το χρέος είναι χρέος και πρέπει να πληρώνεται», είναι το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς μια υποκρισία που βολεύει μερικούς (κυρίως τους πρωταγωνιστές της καταστροφής). Η αθρόα μείωση των δανείων και η απομόχλευση των ισολογισμών των τραπεζών με έναν τρόπο που να μη βαραίνει μόνο και αποκλειστικά τους Κύπριους δανειζόμενους θα ανοίξει τον δρόμο προς πραγματική ανοικοδόμηση της οικονομίας και ραγδαία ανάπτυξη. Η Κύπρος, επομένως, έχει τρεις στρατηγικές επιλογές:

1. Να παραμείνει στο πρόγραμμα του Μνημονίου.
2. Να κάνει περαιτέρω κούρεμα καταθέσεων.
3. Να παει στην κυπριακή λίρα.

Οι πλείστες δομικές αλλαγές που μας επιβάλλει το πρόγραμμα του Μνημονίου, κατά τη γνώμη μου, χρειάζονται διότι, όπως αποδείξαμε στο παρελθόν, δεν έχουμε ούτε την σοφία ούτε το θάρρος να το κάμουμε από μόνοι μας. Εξάλλου, κανένα κόμμα στην Κύπρο δεν φαίνεται διατεθειμένο να αναλάβει το πολιτικό κόστος για να διορθώσει τα κακώς έχοντα που μας έχουν δημιουργήσει ένα υδροκέφαλο κράτος ευνοιοκρατίας και αδιαφάνειας. Η επιλογή των περαιτέρω κουρεμάτων καταθέσεων, κατά τη γνώμη μου, αποτυγχάνει να επιφέρει τις επιθυμητές αλλαγές, διότι επιδρά μόνο στη μια μεριά του ισολογισμού των τραπεζών (αυτήν των καταθέσεων) και απλώς μεταφέρει το όποιο κέρδος μπορεί να προκύψει από τους καταθέτες στους μετόχους των τραπεζών.

Δεν διορθώνει καθόλου το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους και υπερδανεισμού. Επιπλέον, βάζει στη θέση του οδηγού τους κουρεμένους καταθέτες. Όπως έχουμε μάθει και από την πρώτη τραυματική εμπειρία του bail-in αναπόφευκτα θα μας οδηγήσει σε νέα αδιέξοδα, διότι σκουπίζει κάτω από το χαλί τα πραγματικά προβλήματα των δανείων και δεν λύει καθόλου το πρόβλημα στην πραγματική οικονομία. Αυτό προσελκύει «όρνεα», που το μόνο που επιδιώκουν είναι το γρήγορο κέρδος από τις εξαιρετικά καλές εξασφαλίσεις και εγγυήσεις των κυπριακών δανείων.

Επιστροφή στη λίρα…

Η επιλογή να επιστρέψουμε στην κυπριακή λίρα είναι, κατά την γνώμη μου, ο μόνος δρόμος που μπορεί υπό προϋποθέσεις να μας βγάλει από το οικονομικό αδιέξοδο. Η προϋπόθεση είναι ότι θα πρέπει να κάμουμε από μόνοι μας τις πλείστες μεταρρυθμίσεις και να εφαρμόσουμε δημοσιονομική πειθαρχία Κάτι τέτοιο επιτυγχάνει τα ακόλουθα:

1. Άμεση μείωση των δανείων και των καταθέσεων των τραπεζών σε συνδυασμό με την πτώση στη συναλλαγματική διαφορά της κυπριακής λίρας προς το ευρώ.

2. Δομική βελτίωση που υποβοηθάει και επιτρέπει τις ορθολογιστικές και βιώσιμες αναδιαρθρώσεις δανείων, ιδιαίτερα για τους κύριους τομείς τις οικονομίας και που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο πρόβλημα, όπως ο τουρισμός και οι εταιρείες ανάπτυξης γης. Τα έσοδα αυτών των επιχειρήσεων, λόγω του εξαγωγικού τους χαρακτήρα, θα παραμείνουν σε σκληρό νόμισμα (ευρώ, στερλίνα, κτλ.), ενώ τα δάνειά τους που θα έχουν μετατραπεί σε κυπριακές λίρες, θα μπορούν να γίνουν εξυπηρετούμενα.

3. Ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας ιδιαίτερα στον τομέα του τουρισμού, υπηρεσιών και ανάπτυξης γης. Αυτό θα υποβοηθήσει περαιτέρω τις επενδύσεις σε νέα έργα σε αυτούς τους τομείς, όπου η χώρα έχει σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

4. Το κράτος θα είναι σε θέση να ανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες που, όπως είναι πιθανόν, θα καταστεί αναγκαίο.

5. Το κράτος θα μπορεί και πρέπει να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη. Ιδιαίτερα με τη δημιουργία Τράπεζας Αναπτύξεως, που θα μπορεί να αναλάβει την πρωτοβουλία για χρηματοδότηση βιώσιμων έργων.

Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι επιβάλλεται να γίνουν οι μεταρρυθμίσεις και να εφαρμοστεί δημοσιονομική πειθαρχία. Η κατάσταση μπορεί να γίνει και πολύ χειρότερη εάν η νεο-αποκτηθείσα ικανότητα αυτο-χρηματοδότησης χρησιμοποιηθεί για σπατάλη, σε μη παραγωγικά και βιώσιμα έργα και για μεγέθυνση του κράτους και της γραφειοκρατίας. Με αυτήν την προϋπόθεση, η επιστροφή μας στο δικό μας νόμισμα δεν είναι μόνο ο προορισμός μας αλλά και το πεπρωμένο μας.

ΣΑΒΒΑΚΗΣ Σ. ΣΑΒΒΙΔΗΣ
Οικονομολόγος, που ειδικεύεται στην οικονομική ανάπτυξη και τη χρηματοδότηση έργων.
Ήταν πρώην ανώτερος διευθυντής στην Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως και έχει διατελέσει
τακτικός Επισκεπτόμενος Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ,
και πιο πρόσφατα στο Πανεπιστήμιο Queen's του Καναδά.