Οι αποφάσεις του Eurogroup εξευτέλισαν τον Πρόεδρο Αναστασιάδη και έπληξαν την αξιοπιστία και το κύρος του
Στις 15 Μαρτίου του 2013, ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος Αναστασιάδης βρέθηκε ενώπιον της Ιστορίας. Στη συνάντηση με το Eurogroup διακυβεύονταν πολλά: η Κύπρος ήταν σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση και αναμένοντο κρίσιμες αποφάσεις. Αρχικά ο Πρόεδρος Αναστασιάδης θεωρούσε ότι το πολιτικό του κεφάλαιο θα τον βοηθούσε να εξασφαλίσει ένα υποφερτό Μνημόνιο και να αποφευχθεί το κούρεμα καταθέσεων.
Είναι ευρέως παραδεκτό ότι η Κύπρος είχε βρεθεί σε μια δεινή θέση ως αποτέλεσμα μιας διαχρονικής απρονοησίας, της ανεπάρκειας του ευρύτερου πολιτικοοικονομικοκοινωνικού συστήματος, της πλεονεξίας, της ανικανότητας, της μικροπολιτικής και της μη επαρκούς κατανόησης των δεδομένων. Ταυτόχρονα, σε διάφορα επίπεδα, είχε ροκανισθεί η ηθική της υπεροχή. Επιπρόσθετα εγένετο λόγος για ξέπλυμα βρόμικου χρήματος και για ανομία. Υπήρχε, επίσης, η αίσθηση ότι προκλητικά οι Κύπριοι ζούσαν πέραν των δυνατοτήτων τους.
Ταυτόχρονα στις γερμανικές εκλογές το πώς θα αντιμετωπίζετο η Κύπρος είχε αναδειχθεί ως σημαντικό ζήτημα. Παράλληλα σε τεχνοκρατικό επίπεδο υπήρχαν διάφορες σκέψεις για τους πιθανούς τρόπους διαχείρισης της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης. Για διάφορους λόγους εθεωρείτο ότι η Κύπρος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πειραματόζωο για κούρεμα καταθέσεων. Από την άλλη, ο Αμερικανός καθηγητής Martin Feldstein είχε κατ’ επανάληψιν καταθέσει την άποψη ότι μια επεκτατική νομισματική πολιτική και εν πολλοίς η μερική νομισματοποίηση του χρέους θα οδηγούσε σε μια πιο πραγματιστική επίλυση προβλημάτων, χωρίς αχρείαστα δεινά για τους λαούς της Ευρώπης.
Οι αποφάσεις του Eurogroup για την Κύπρο ήταν εγκληματικές, άδικες, σκληρές και τιμωρητικές. Η αρχική θέση των Υπουργών του Eurogroup ήταν για κούρεμα όλων των καταθέσεων άνω των €100.000 με ποσοστό πολύ υψηλότερο από το 10%. Ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών κ. Β. Σόιμπλε δήλωσε ότι ήταν πρόταση του Προέδρου Αναστασιάδη το κούρεμα 9,9% άνω των €100.000 και 6,9% κάτω των €100.000. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης θα μπορούσε να προτάξει τη θέση ότι η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση είχε τη διάθεση να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις και στην εξυγίανση, αλλά απαιτείτο χρόνος.
Είχε άλλωστε δείξει τις προθέσεις του. Κυρίως, όμως, θα μπορούσε ταυτόχρονα να είχε αναφέρει ότι έστω και την υστάτη το πολιτικό σύστημα σχεδόν ομόφωνα παραμονές εκλογών είχε εγκρίνει μέτρα προς την κατεύθυνση της δημοσιονομικής εξυγίανσης τον Δεκέμβριο του 2012. Επιπρόσθετα, δεν υπήρχε σχέδιο Β. Έτσι δεν προβληματίστηκε για την προοπτική της προσωρινής υιοθέτησης εθνικού νομίσματος. Σε μια συγκροτημένη προσωρινή έξοδο από την Ευρωζώνη και τη στήριξη του εθνικού νομίσματος από τη Βρετανία και ενδεχομένως και από άλλες δυνάμεις, η υποτίμηση θα ήταν ελεγχόμενη, στοχευμένη και περιορισμένη.
Θα μπορούσε η Κύπρος τότε σε συνδυασμό με ένα πρόγραμμα εξυγίανσης και ενθάρρυνσης νέων μοχλών ανάπτυξης να είχε άλλη προοπτική και άμεση ανάκαμψη. Πάνω απ’ όλα εάν ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ήταν πειστικός θα μπορούσαν οι εταίροι να έκαναν δεύτερες σκέψεις καθ’ ότι η Κύπρος θα παρέμενε συστημικός κίνδυνος με την παρουσία κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα. O Πρόεδρος Αναστασιάδης, όπως ο ίδιος τόνισε, εξευτελίστηκε με την αποδοχή όλων των όρων της Τρόικας. Οι αποφάσεις και οι όροι τού Eurogroup, όμως, οδηγούσαν σε επιδείνωση των δεδομένων και όχι στην εξυγίανση.
Η Κύπρος υπέστη τεράστια απώλεια πλούτου και βυθίσθηκε σε μια βαθιά κρίση. Το κόστος είναι τεράστιο: δεν είναι μόνο η απώλεια πλούτου από το κούρεμα αλλά και οι κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις καθώς και η βαθιά ύφεση, από την οποία είναι άγνωστο πότε και πώς θα εξέλθουμε. Ως εκ τούτου, η Κύπρος για πρώτη φορά μετά το 1974 παρουσιάζει δημογραφική αιμορραγία. Οι αποφάσεις του Eurogroup εξευτέλισαν τον Πρόεδρο Αναστασιάδη και έπληξαν την αξιοπιστία και το κύρος του.
Οι τελικές αποφάσεις αδικούν κατάφωρα και την Κύπρο και τον λαό της. Όχι μόνο δεν επιδείχθηκε αλληλεγγύη αλλά αντίθετα πρωτοφανής σκληρότητα. Για την Τρόικα η Κύπρος, ο ηγέτης της και ο λαός της ήταν αναλώσιμοι. Οι πράξεις αυτές συγκρούονται με την αρχή της αλληλεγγύης και της ισοτιμίας. Ως εκ τούτου, ο ευρωσκεπτικισμός και εν πολλοίς η απαξίωση ευρωπαϊκών θεσμών όπως έδειξε πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρομέτρου δεν αποτελούν έκπληξη. Είναι αξιοσημείωτο, μεταξύ άλλων, ότι το 52% των Κυπρίων δείχνουν προτίμηση στο εθνικό νόμισμα έναντι μόνο 44% στο ευρώ. Με τη σημερινή αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης και την κατά γράμμα τήρηση του Μνημονίου τα πράγματα θα επιδεινωθούν ακόμη περισσότερο.
Ένα χρόνο μετά, η ωμή πραγματικότητα είναι ότι η οικονομική συρρίκνωση συνεχίζεται και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια καθώς και το δημόσιο χρέος αυξάνονται επικίνδυνα. Η Κύπρος κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση στην ανεργία ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε. τον τελευταίο χρόνο. Επιπρόσθετα, με την κατά γράμμα τήρηση του Μνημονίου πολύ πιθανώς θα ξεπουληθεί εθνικός και ιδιωτικός πλούτος σε εξευτελιστικές τιμές. Παρά την επικοινωνιακή ευφορία που καλλιεργείται, η Κύπρος πιθανότατα να βρεθεί ενώπιον εφιαλτικών δεδομένων, εάν συνεχισθεί η υφιστάμενη πολιτική.
Είναι τώρα -στο μέσο αυτής της πλασματικής ευφορίας- που ο Πρόεδρος Αναστασιάδης θα πρέπει να ζητήσει από την Ε.Ε. μια ουσιαστική επαναδιαπραγμάτευση των όρων του Μνημονίου. Όχι μόνο επειδή ο ίδιος και η Κύπρος έχουν αδικηθεί κατάφωρα, αλλά επειδή εκ των πραγμάτων ελλοχεύουν κίνδυνοι για το τραπεζικό σύστημα και την πραγματική οικονομία. Εάν το Μνημόνιο δεν διαφοροποιηθεί, η Κύπρος θα πρέπει να προετοιμασθεί για το ενδεχόμενο μιας συγκροτημένης προσωρινής εξόδου από την Ευρωζώνη ή τουλάχιστον προσωρινής παράλληλης υιοθέτησης εθνικού νομίσματος εάν το απαιτήσουν οι περιστάσεις, δηλαδή ο κίνδυνος κατάρρευσης.
ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του
Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας




