Όσα νομοθετήματα έχει παράγει η Ένωση για τη μετανάστευση κατακερματίζουν τους εργαζόμενους και απομακρύνουν όλο και περισσότερο από τον στόχο που είχε τεθεί, δηλαδή ένα πλαίσιο με κοινούς όρους και κυρίως ίσα δικαιώματα
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε στην Ολομέλεια που μας πέρασε τους αναθεωρημένους κανόνες για το πώς θα μπορούν να έρχονται στην Ε.Ε. υπήκοοι τρίτων χωρών με σκοπό την έρευνα, τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την έμμισθη και την άμισθη πρακτική άσκηση, την εθελοντική υπηρεσία και την απασχόληση των εσωτερικών άμισθων βοηθών (οι λεγόμενοι au pair). Διότι ναι μεν υπάρχουν σχετικοί κανόνες, ήδη, ωστόσο διέπουν μόνο κάποιες από αυτές τις κατηγορίες και μάλιστα ξεχωριστά με ειδικές προϋποθέσεις και πολύπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Ο σκοπός της νέας ρύθμισης, λοιπόν, ήταν ν’ απλοποιηθεί το πλαίσιο ενοποιώντας κατηγορίες και όρους αλλά με βαθύτερη αιτία την οικονομική πτυχή του θέματος, ώστε θεωρητικά να καταστεί πιο ελκυστική η Ε.Ε. και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητά της σε σχέση με τις ΗΠΑ και άλλες χώρες που προσελκύουν μεγάλο αριθμό ερευνητών και σπουδαστών. Αλλά ακόμα και με βάση αυτό το καθαρά ωφελιμιστικό κριτήριο οι νέοι κανόνες δεν καταφέρνουν να διαμορφώσουν μια πραγματικά απλοποιημένη διαδικασία και είναι αμφίβολο αν το συμβούλιο θα συμφωνήσει έστω με αυτές τις εγγυήσεις. Είναι τόσο βαθιά ριζωμένη η αντίληψη ότι μετανάστης είναι κάποιος που θέλει να κάνει κατάχρηση του συστήματος, που κανένας νόμος για τη νόμιμη μετανάστευση δεν καταφέρνει πλέον να αντιμετωπίσει ψύχραιμα και δίκαια τη θεματική.
Οι υπήκοοι τρίτων χωρών πράγματι θα διευκολυνθούν σε κάποιο βαθμό από τους νέους όρους αν εφαρμοστούν. Προστίθενται οι νέες κατηγορίες της έμμισθης πρακτικής και των εσωτερικών άμισθων βοηθών, προσώπων δηλαδή που διαμένουν προσωρινά με μια οικογένεια με αντάλλαγμα ελαφρές οικιακές εργασίες και τη φροντίδα των παιδιών, προκειμένου να βελτιωθούν οι γλωσσικές τους δεξιότητες ή η γνώση για τη χώρα. Καθιερώνονται σύντομες προθεσμίες για τη διαδικασία χορήγησης άδειας, πως τα τέλη δεν πρέπει να είναι υπερβολικά ή δυσανάλογα και πως πρέπει να δίνονται πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία και τα δικαιώματα των αιτούντων.
Τους δίνεται το δικαίωμα να παραμείνουν στη χώρα, μετά την ολοκλήρωση της έρευνας ή των σπουδών τους για 18 μήνες, με στόχο να βρουν εργασία ή να δημιουργήσουν μια επιχείρηση στο εν λόγω κράτος μέλος, το δικαίωμα να μεταβούν σε άλλες χώρες της Ε.Ε. για διάστημα έως έξι μηνών, ώστε να πραγματοποιήσουν μέρος της έρευνας ή των σπουδών τους και, σε περίπτωση που έχουν ήδη οικογένεια, προτείνεται να μπορούν να συνοδεύουν τα μέλη της οικογένειας τον ενδιαφερόμενο και να τους δίνεται άδεια εργασίας.
Οπότε σαφώς η αναθεώρηση αυτή εμπεριέχει αρκετά θετικά στοιχεία αλλά η φιλοσοφία του κειμένου και ειδικότερα οι ρήτρες για απόρριψη, ανάκληση ή τακτική ανανέωση των αδειών, αλλά και οι λειψές αναφορές σε πραγματικά δικαιώματα και ίση μεταχείριση, αναδεικνύουν το πραγματικό πρόβλημα, που συνίσταται στο ότι οι μετανάστες όχι μόνο δεν αντιμετωπίζονται ως ισάξιοι πολίτες και εργαζόμενοι αλλά ως πιόνια, που μόνο αν κριθούν χρήσιμα μπορούν να συνεισφέρουν προσωρινά στην οικονομία μας, με λιγότερα δικαιώματα και περισσότερη ανασφάλεια. Και αυτό δεν συνιστά ελκυστικό περιβάλλον, αλλά δεν συνάδει και με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και τον σεβασμό των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Όσα νομοθετήματα έχει παράγει η Ένωση για τη μετανάστευση κατακερματίζουν τους εργαζόμενους και απομακρύνουν όλο και περισσότερο από τον στόχο που είχε τεθεί, δηλαδή ένα πλαίσιο με κοινούς όρους και κυρίως ίσα δικαιώματα. Αντ’ αυτού, ναι μεν ενοποιούνται οι φοιτητές με τους ερευνητές, ωστόσο άλλοι κανόνες ισχύουν για τους εποχιακούς εργαζόμενους, άλλοι για τις ενδοεπιχειρησιακές μεταθέσεις διευθυντικών στελεχών από τρίτες χώρες και άλλοι για τα διευθυντικά στελέχη από τρίτες χώρες, οι οποίοι απασχολούνται σε πολυεθνικές εταιρείες παρούσες σε μια τρίτη χώρα. Αφενός λοιπόν συνεχίζονται οι διακρίσεις και αφετέρου η προσήλωση παραμένει στους μετανάστες «υψηλής εξειδίκευσης», αγνοώντας τους υπόλοιπους εργαζομένους και διατηρώντας το γνωστό σύστημα εκμετάλλευσης που γνωρίζουμε. Αλλά και οι μετανάστες εργαζόμενοι που θεωρούνται υψηλής ειδίκευσης, ουσιαστικά αποτελούν το μέσο να εξασφαλιστεί εξειδικευμένο χαμηλά αμειβόμενο εργατικό δυναμικό, που να καλύπτει τις ανάγκες που αποζητά η αγορά εργασίας.
Είναι λοιπόν κρίσιμο να αξιώσουμε δικαιώματα χωρίς διακρίσεις και ουσιαστικές βελτιώσεις, αλλά αυτό προϋποθέτει ουσιαστικό σεβασμό και αναγνώριση των φοιτητών, των ερευνητών και όλων των εργαζομένων και όχι χρησιμοποίησή τους μόνο και μόνο για τη διευκόλυνση των συμφερόντων της αγοράς εργασίας και του ανταγωνισμού.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ
Ευρωβουλευτής ΑΚΕΛ
Αριστερά Νέες Δυνάμεις




