Να αναγνωρίσουμε την κρισιμότητα των στιγμών, ως προς την έναρξη των διαπραγματεύσεων, και να επιλέξουμε τη σωστή στρατηγική στη βάση όλων αυτών που μας ενώνουν
Η ρήση «Αρχή παντός έργου λόγος, και προ πράξεως βουλή» παρμένη από την Παλαιά Διαθήκη και συγκεκριμένα από τη Σοφία Σειράχ ΛΖ’, οριοθετεί ως απάντηση τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν από τη συμφωνία για την κοινή δήλωση μεταξύ του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και του κατοχικού ηγέτη για την έναρξη διαπραγματεύσεων για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος.
Οι ενέργειές μας, ουχί σημαδεμένες κατά τον ποιητή «σαν των Τρώων», πρέπει πάντοτε να οριοθετούνται από τη λογική σκέψη και τη μελετημένη απόφαση να προβούμε σε μια συγκεκριμένη πράξη, «δίκαιο κ’ ίσιοι σ’ όλες [μας] τες πράξεις», λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της κάθε στιγμής και κρίνοντας υπό το πρίσμα τούτων. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αντιδράσεις για το κοινό ανακοινωθέν ήσαν ωσάν να έχει εξευρεθεί η λύση, η ισχύς της οποίας μάλιστα θα άρχιζε χθες! Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι, η κοινή αυτή δήλωση, αποτελεί την απαρχή μιας επίπονης προσπάθειας έντονων διαπραγματεύσεων με την τουρκοκυπριακή κοινότητα για την επίλυση ενός προβλήματος με βαθιές ιστορικές ρίζες και κεντρικό άξονα την παράνομη τουρκική εισβολή του 1974 και την παράνομη κατοχή έκτοτε κυπριακού εδάφους.
Η παρούσα κατάσταση, ως αναφέρεται και στην κοινή δήλωση της 11ης Φεβρουαρίου 2014, είναι απαράδεκτη και οι δύο πλευρές θα πρέπει να συζητήσουν στα πλαίσια ενός εποικοδομητικού διαλόγου για την επίλυση του προβλήματος, την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από το νησί και την επανένωση της πατρίδας μας, στα πλαίσια πάντοτε των κανόνων που ορίζονται από το Διεθνές Δίκαιο και δη τον Καταστατικό Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και φυσικά το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Ουδείς θεωρεί ότι η πορεία των διαπραγματεύσεων θα είναι εύκολη. Αντίθετα, η πορεία θα είναι επίπονη. Το γεγονός, όμως, αυτό δεν πρέπει να μας πτοεί. Η λύση η οποία πρέπει να εξευρεθεί, επιβάλλεται να είναι βιώσιμη, δίκαιη και λειτουργική στη βάση των αρχών που διατυπώνονται πιο πάνω. Το κοινό ανακοινωθέν αποτελεί όχι τη λύση, αλλά την απαρχή της διαδικασίας. Και στο χέρι μας εναπόκειται να διασφαλίσουμε ότι, οι όποιοι συμβιβασμοί έχουν γίνει για τη συνομολόγησή του, δεν θα δεσμεύουν την πορεία των συνομιλιών για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Αυτό άλλωστε απορρέει και από το ίδιο το λεκτικό του ανακοινωθέντος, που ρητά αναφέρει στην παράγραφο 5 ότι οι διαπραγματεύσεις βασίζονται στην αρχή πως τίποτε δεν έχει συμφωνηθεί μέχρι να συμφωνηθούν όλα. Κι ακόμη τότε, ο λόγος ανήκει στον λαό να αποφασίσει σε ένα νέο δημοψήφισμα κατά πόσον αποδέχεται ή όχι την όποια λύση συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών σε επίπεδο ηγεσίας των δύο κοινοτήτων.
Απομένει, λοιπόν, να αναγνωρίσουμε την κρισιμότητα των στιγμών, ως προς την έναρξη των διαπραγματεύσεων, και να επιλέξουμε τη σωστή στρατηγική στη βάση όλων αυτών που μας ενώνουν, παρά στη βάση εκείνων που μας χωρίζουν, πάντοτε στα πλαίσια των θεμελιωδών αρχών του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου και του σεβασμού, προστασίας και πλήρους προώθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. Με λογικές θέσεις και συντεταγμένη σκέψη, ενωμένοι στις πράξεις και εθνικά μονοιασμένοι, προσερχόμαστε πλέον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και προσδοκούμε στην ορθή επίλυση του κυπριακού προβλήματος.
ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΤ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
Λέκτορας Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
«Αρχή παντός έργου λόγος, και προ πράξεως βουλή»





