Πολιτική αναστάτωση και μεγάλη συζήτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκάλεσε το δημοσίευμα περί αμερικανικού ενδιαφέροντος για παραχώρηση εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας του συνόλου ή ενός μέρους των οπλικών συστημάτων ρωσικής προέλευσης που διαθέτει, με σκοπό, να παραχωρηθούν στις ουκρανικές στρατιωτικές δυνάμεις.  

 

Διαβάστε επίσης: Οι Αμερικανοί ζητούν να στείλει η Κύπρος ρωσικό οπλισμό της ΕΦ στην Ουκρανία

Το κάλεσμα των ΗΠΑ βάζει πονοκεφάλους στην κυβέρνηση, η οποία καλείται να βάλει στην ζυγαριά από την μία τους κινδύνους που εγκυμονεί μια ενδεχόμενη εμπλοκή στον πόλεμο, και από την άλλη να κυνηγήσει την προοπτική άρσης του Αμερικανικού εμπάργκο πώλησης μη φονικών όπλων προς την Κυπριακή Δημοκρατία.

Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να υπενθυμίσουμε το Αμερικανικό νομοσχέδιο «EastMed Act» για την εταιρική σχέση ασφάλειας και ενέργειας της Ανατολικής Μεσογείου EastMed. Το Συγκεκριμένο νομοσχέδιο, αρχιτέκτονας του οποίου ήταν ο Γερουσιαστής Μενέντεζ  εγκρίθηκε από την Αμερικανική Γερουσία και υπογράφτηκε από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τράµπ τον Δεκέμβριο του 2019.

Οι διατάξεις του νομοσχεδίου αφορούσαν την υπό προϋποθέσεις, σταδιακή άρση του αμερικανικού εμπάργκο πώλησης όπλων στην Κύπρο, στην ίδρυση ενεργειακού κέντρου συνεργασίας ανάμεσα στις ΗΠΑ, την Ελλάδα, την Κύπρο, το Ισραήλ και των χωρών που θα αναμειχθούν στον αγωγό φυσικού αερίου EastMed, και στην παρακολούθηση επικίνδυνων και κακόβουλων δραστηριοτήτων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το νομοσχέδιο EastMed Act προνοούσε πως «θα υποστήριζε τις προσπάθειες των χωρών της περιοχής για αποστράτευση στρατιωτικού εξοπλισμού που προμηθεύεται από τη Ρωσική Ομοσπονδία προς όφελος του εξοπλισμού που παρέχεται από το ΝΑΤΟ και τις συμμαχικές χώρες μέλη του ΝΑΤΟ».

Η κίνηση αυτή των ΗΠΑ για µερική άρση του εµπάργκο όπλων στην Κυπριακή Δηµοκρατία θεωρήθηκε σημαντική, καθώς η Ουάσιγκτον, για πρώτη φορά από την τουρκική εισβολή του 1974, αναγνώριζε την Κυπριακή Δημοκρατία ως «κύριο στρατηγικό εταίρο» των ΗΠΑ, ειδικά µετά την υπογραφή δήλωσης προθέσεων µεταξύ των δύο κρατών, στις 6 Νοεµβρίου 2018, για ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας ασφαλείας.

Σημειώνεται ότι, τα υφιστάμενα ρωσικά οπλικά συστήματα και πυρομαχικά,  αξίας πολλών εκατοντάδων εκατοµµυρίων ευρώ, όπως εξοπλισμένα ελικόπτερα Mi-35, πυραυλικά συστήματα αεράμυνας Tor-M1 και Βuk-M1-2, άρματα μάχης Τ-80U και τεθωρακισμένα οχήματα μάχης BMP-3 χρειάζονται εργοστασιακή συντήρηση και εκσυγχρονισμό.

Σφοδρές αντιδράσεις από την αντιπολίτευση

Αδιαμφισβήτητα, το όλο θέμα αναμένεται να φέρει αντιδράσεις από τα υπόλοιπα κόμματα, με τον μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης να προχωρεί ήδη σε ανακοίνωση της, καλώντας την Κυβέρνηση να τοποθετηθεί επίσημα.

Μάλιστα, σε γραπτή του ανακοίνωση το ΑΚΕΛ ανέφερε πως το ζήτημα δεν μπορεί να μένει αιωρούμενο από πλευράς Κυβέρνησης και υπενθύμισε ότι ο Υπουργός Εξωτερικών στις 8 Μαρτίου, ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπή Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, είχε αποκλείσει το ενδεχόμενο αποστολής στρατιωτικού εξοπλισμού στην Ουκρανία.

Επισημαίνει επίσης ότι, την ώρα που τα δημοσιεύματα παρουσιάζουν την  κυβέρνηση Συναγερμού έτοιμη να ικανοποιήσει τέτοιες αξιώσεις των ΗΠΑ, η Τουρκία, η κατοχική δύναμη, έχει αναγορευθεί με τις ευλογίες και των ΗΠΑ, σε «ειρηνοποιό δύναμη» στο Ουκρανικό, παρόλο που αρνείται να εφαρμόσει οποιεσδήποτε κυρώσεις ενάντια στη Ρωσία».

Η απάντηση του Δημοκρατικού Συναγερμού

Σε απάντηση το Κυβερνών κόμμα ανέφερε πως ο Δημοκρατικός Συναγερμός τάσσεται υπέρ της στήριξης της Ουκρανίας με όλα τα μέσα, περιλαμβανομένης της αποστολής εξοπλισμού από όσα κράτη έχουν τη δυνατότητα να το πράξουν. Κράτη που περιλαμβάνουν την Ελλάδα και τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πρόσθεσε επίσης, ότι είναι αυτή η βοήθεια που επιτρέπει στην Ουκρανία να συνεχίσει την αντίστασή της απέναντι στη ρωσική επιδρομή. «Κατανοούμε βέβαια, ότι η αποστολή εξοπλισμού εκ μέρους της Κύπρου δεν είναι εφικτή χωρίς την αντικατάστασή του», σημείωσε.

Κλείνοντας τόνισε πως, εάν υπάρχουν όμως επιλογές για αντικατάσταση μέρους έστω του εξοπλισμού της Εθνικής Φρουράς, με τρόπο που δεν θα υπονομεύει τις αποτρεπτικές μας δυνατότητες, δεν θα προκαλεί δυσβάστακτο οικονομικό κόστος και θα συμβαδίζει με τον πολιτικό προσανατολισμό της χώρας, αυτές θα πρέπει υπεύθυνα να διερευνηθούν.