Σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο διερευνήθηκαν καταγγελίες που αφορούσαν το δικηγορικό γραφείο του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη και τις αποκαλύψεις του διεθνούς δημοσιογραφικού δικτύου OCCRP εγείρει η Αρχή κατά της Διαφθοράς στο κεφάλαιο «Τα Διαβατήρια και τα Τζετ» του πορίσματός της για το βιβλίο «Κράτος Μαφία» του Μακάριου Δρουσιώτη. Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης καταλήγουν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας από τον τέως Πρόεδρο, καθώς και για πιθανή κατάχρηση εξουσίας και παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος από την πρώην επικεφαλής της ΜΟΚΑΣ, Εύα Ρωσσίδου-Παπακυριακού.

Η έρευνα επικεντρώθηκε σε ισχυρισμούς περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω υπεράκτιων εταιρειών-κελύφος, απόκρυψης πραγματικών δικαιούχων και παραπλανητικών δηλώσεων σχετικά με τη συμμετοχή του Νίκου Αναστασιάδη στο δικηγορικό γραφείο που φέρει το όνομά του. Το πόρισμα εξετάζει ειδικότερα τις αποκαλύψεις που δημοσιεύθηκαν το 2019 από το Organized Crime and Corruption Reporting Project (OCCRP) και αργότερα στα Pandora Papers της Διεθνούς Κοινοπραξίας Ερευνητικών Δημοσιογράφων (ICIJ).

Σύμφωνα με τα ευρήματα, το δημοσίευμα του OCCRP της 14ης Αυγούστου 2019 συνέδεε το δικηγορικό γραφείο «Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι» με διακίνηση εκατομμυρίων δολαρίων μέσω εταιρειών-κελύφος και με δραστηριότητες που θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Παράλληλα, το γραφείο παρουσιαζόταν ως διαμεσολαβητής τραπεζικών συναλλαγών για πελάτες υψηλού κινδύνου.

Αμέσως μετά τη δημοσίευση των αποκαλύψεων, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας προχώρησε σε δημόσιες δηλώσεις υποστηρίζοντας ότι από το 1997, όταν εξελέγη πρόεδρος του ΔΗΣΥ, είχε καταστεί «σιωπηλός μέτοχος» χωρίς ενεργό ανάμειξη στις εργασίες του γραφείου. Ωστόσο, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης αναφέρουν ότι τα έγγραφα που εξέτασαν οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα. Σύμφωνα με το πόρισμα, μέχρι την παραίτησή του ως γενικού συνεταίρου τον Φεβρουάριο του 2013, ο Νίκος Αναστασιάδης διατηρούσε ενεργό ρόλο και γενική εποπτεία των δραστηριοτήτων του γραφείου.

Η Αρχή σημειώνει ότι κατά την ίδρυση της εταιρείας το 2001, ο Νίκος Αναστασιάδης κατείχε τη θέση του γενικού συνεταίρου και διέθετε, βάσει του καταστατικού, εξουσία διαχείρισης των υποθέσεων της εταιρείας είτε μόνος του είτε από κοινού με τους συνεργάτες του Στάθη Λεμή και Φάνο Φιλίππου. Παράλληλα, καταγράφεται ότι μετά τις αποκαλύψεις του OCCRP ο τότε Πρόεδρος απηύθυνε δημόσια έκκληση προς τη ΜΟΚΑΣ ζητώντας τη διερεύνηση των σχετικών ισχυρισμών.

Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης θεωρούν ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση εγείρει σοβαρά ζητήματα. Όπως αναφέρεται στο πόρισμα, η χρήση του προεδρικού αξιώματος για την προώθηση διερεύνησης υπόθεσης που άγγιζε άμεσα προσωπικά και οικογενειακά συμφέροντα θα μπορούσε να συνιστά ακατάλληλη χρήση πολιτικής επιρροής και αυθαίρετη θεσμική παρέμβαση. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι η ΜΟΚΑΣ είχε ήδη λάβει επίσημη αναφορά από ελεγκτικό οίκο σχετικά με τις ίδιες συναλλαγές οκτώ ημέρες πριν από τη δημόσια έκκληση του Προέδρου, χωρίς να έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια μέχρι τη δημόσια παρέμβασή του.

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται και ο χειρισμός της υπόθεσης από τη ΜΟΚΑΣ. Η τότε επικεφαλής της μονάδας, Εύα Ρωσσίδου-Παπακυριακού, υποστήριξε ότι η διερεύνηση ξεκίνησε αυτεπάγγελτα μετά την ανάγνωση του δημοσιεύματος του OCCRP και αρνήθηκε οποιαδήποτε εξωτερική επιρροή. Ωστόσο, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης εκφράζουν αμφιβολίες ως προς την πληρότητα και την αντικειμενικότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε.

Σύμφωνα με το πόρισμα, η ΜΟΚΑΣ περιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην αποδοχή των εξηγήσεων που δόθηκαν από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, χωρίς να προχωρήσει σε ανεξάρτητη επαλήθευση ή εις βάθος διερεύνηση των στοιχείων. Η Αρχή επισημαίνει ότι δεν εξασφαλίστηκε επαρκής τεκμηρίωση για την προέλευση και τον τελικό προορισμό των κεφαλαίων που εξετάζονταν, παρά την ύπαρξη ενδείξεων που, κατά την κρίση των Λειτουργών Επιθεώρησης, δικαιολογούσαν περαιτέρω ποινική έρευνα.

Ιδιαίτερα επικριτικό είναι το πόρισμα για την ανακοίνωση που εξέδωσε η ΜΟΚΑΣ τον Δεκέμβριο του 2019, με την οποία γνωστοποιήθηκε ότι δεν είχε εντοπιστεί «τίποτα κατακριτέο» σε βάρος του τέως Προέδρου και του δικηγορικού γραφείου. Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης αναφέρουν ότι τα πορίσματα της ΜΟΚΑΣ συνήθως δεν δημοσιοποιούνται και εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη ανακοίνωση δεν αποτύπωνε με ακρίβεια το σύνολο των στοιχείων που είχαν συγκεντρωθεί κατά την έρευνα.

Το πόρισμα παραθέτει επίσης σειρά στοιχείων που, κατά την εκτίμηση των ερευνητών, συνιστούσαν ισχυρές ενδείξεις πιθανής νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται εταιρείες-κέλυφος εγγεγραμμένες στην Καραϊβική, οι οποίες φέρονται να διακίνησαν συναλλαγές ύψους 220 εκατομμυρίων δολαρίων μέσω χωρών υψηλού κινδύνου, πολύπλοκες ενδοεταιρικές χρηματοδοτήσεις, μεταφορές κεφαλαίων μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου και δανείων προς συνδεδεμένα μέρη, καθώς και τροποποιήσεις σημαντικών δανείων με μηδενικό επιτόκιο. Κατά την Αρχή, τα στοιχεία αυτά αποτελούσαν σοβαρές «κόκκινες σημαίες» που θα έπρεπε να τύχουν ενδελεχούς διερεύνησης.

Παρά τα πιο πάνω, ο τότε Γενικός Εισαγγελέας υιοθέτησε το πόρισμα της ΜΟΚΑΣ, γεγονός που, σύμφωνα με τους Λειτουργούς Επιθεώρησης, ενδέχεται να συνέβαλε σε μια εσφαλμένη δημόσια εικόνα απαλλαγής του τέως Προέδρου από οποιαδήποτε ευθύνη. Το πόρισμα αναφέρει ότι το πολιτικό αξίωμα του Νίκου Αναστασιάδη ενδέχεται να επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η υπόθεση από τις αρμόδιες αρχές.

Στην κατάληξή τους, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης αποδίδουν στον Νίκο Αναστασιάδη ενδεχόμενη ποινική ευθύνη για κατάχρηση εξουσίας ή, εναλλακτικά, για απόπειρα κατάχρησης εξουσίας. Εκτιμούν ότι η δημόσια παρέμβασή του προς τη ΜΟΚΑΣ είχε ως σκοπό την εξασφάλιση μιας επίσημης δημόσιας απαλλαγής τόσο για τον ίδιο όσο και για το δικηγορικό γραφείο που έφερε το όνομά του και στο οποίο συμμετείχαν ως μέτοχοι οι δύο κόρες του. Κατά την Αρχή, η ενέργεια αυτή θα μπορούσε να πλήξει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην αμερόληπτη λειτουργία των κρατικών θεσμών.

Παράλληλα, η Εύα Ρωσσίδου-Παπακυριακού αντιμετωπίζει, σύμφωνα με το πόρισμα, ενδεχόμενη ποινική ευθύνη τόσο για κατάχρηση εξουσίας όσο και για παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος. Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης θεωρούν ότι ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας, η αποδοχή εξηγήσεων χωρίς ανεξάρτητη επαλήθευση και η παράλειψη περαιτέρω διερεύνησης κρίσιμων στοιχείων συνιστούν σοβαρή απόκλιση από τα πρότυπα που οφείλει να τηρεί η εθνική Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών.

Το κεφάλαιο καταλήγει ότι τα ευρήματα είναι επαρκή ώστε να στοιχειοθετούν πιθανές πράξεις διαφθοράς και να δικαιολογούν περαιτέρω ποινική αξιολόγηση των εμπλεκομένων προσώπων.

Διαβάστε επίσης:

Στη δημοσιότητα το πόρισμα για «Κράτος Μαφία» - Σε ποιους αποδίδει ευθύνες

Δόθηκε κρατική γη εκατομμυρίων στην Αρχιεπισκοπή-  Στο στόχαστρο ο Κουγιάλης