Το Δικαστήριο απέρριψε έφεση Πολωνής επενδύτριας που διεκδικούσε αποζημίωση εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ από την Κυπριακή Δημοκρατία, κρίνοντας ότι η επίμαχη διμερής συμφωνία προστασίας επενδύσεων δεν μπορεί να εφαρμοστεί εντός του πλαισίου του ευρωπαϊκού δικαίου.

Η υπόθεση αφορά καταθέτρια, πολίτη της Πολωνίας, η οποία πριν την κρίση του Μαρτίου 2013 είχε τοποθετήσει ποσό ύψους €454.579,52 στη Λαϊκή Τράπεζα. Μετά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και το δραστικό «κούρεμα» καταθέσεων, το υπόλοιπό της περιορίστηκε στις €24.508,16. Η ίδια αξίωσε από το κράτος αποζημίωση ύψους €430.071,36, επικαλούμενη τη διμερή συμφωνία Κύπρου–Πολωνίας του 1992 για την προστασία επενδύσεων, και συγκεκριμένα τη διάταξη που προβλέπει καταβολή «άμεσης, επαρκούς και αποτελεσματικής αποζημίωσης» σε περίπτωση λήψης μέτρων που επηρεάζουν επενδύσεις.

Ωστόσο, το Δικαστήριο επικεντρώθηκε όχι στο κατά πόσο υπήρξε πράγματι ζημία ή ευθύνη του κράτους, αλλά σε ένα προδικαστικό, καθοριστικής σημασίας ζήτημα: κατά πόσο η συγκεκριμένη διμερής συμφωνία παραμένει εφαρμόσιμη μετά την ένταξη τόσο της Κύπρου όσο και της Πολωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παρότι η συμφωνία του 1992 ήταν τυπικά σε ισχύ κατά τον κρίσιμο χρόνο και μέχρι την υπογραφή της μεταγενέστερης συμφωνίας τερματισμού τέτοιων διμερών επενδυτικών συμφωνιών το 2020, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να αποτελέσει νομική βάση για αξιώσεις. Και αυτό διότι οι πρόνοιές της συγκρούονται με θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Καθοριστικό ρόλο στο σκεπτικό της απόφασης διαδραμάτισε η αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 18 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως επισημαίνεται, μια ενδεχόμενη αποζημίωση προς την Πολωνή επενδύτρια θα δημιουργούσε δύο κατηγορίες καταθετών: εκείνους που, λόγω εθνικότητας, θα απολάμβαναν αυξημένη προστασία και εκείνους που δεν θα είχαν αντίστοιχα δικαιώματα. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα κρίθηκε ασύμβατο με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Το Δικαστήριο επικαλέστηκε επίσης νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία διεθνείς συμφωνίες μεταξύ κρατών-μελών δεν μπορούν να εφαρμόζονται όταν αντίκεινται στις Συνθήκες της Ένωσης. Ιδιαίτερη μνεία έγινε και στην υπόθεση Achmea, όπου κρίθηκε ότι μηχανισμοί επίλυσης διαφορών εκτός του ευρωπαϊκού δικαστικού συστήματος υπονομεύουν την αυτονομία του δικαίου της Ε.Ε.

Με βάση τα πιο πάνω, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η διμερής συμφωνία Κύπρου–Πολωνίας κατέστη ανενεργή και μη εφαρμόσιμη μετά την ένταξη των δύο χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίφθηκε ορθά σε πρώτο βαθμό, και η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της.

Η απόφαση συνοδεύτηκε και από επιδίκαση εξόδων ύψους €3.500 εις βάρος της εφεσείουσας, επισφραγίζοντας μια ακόμη δικαστική κρίση που επιβεβαιώνει την υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου έναντι διμερών συμφωνιών στον τομέα των επενδύσεων.

Η ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας: Το δίκαιο της ΕΕ υπερέχει διμερών συμφωνιών μεταξύ των κρατών μελών

Το ευρωπαϊκό κεκτημένο υπερέχει της οποιασδήποτε διμερούς συμφωνίας μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποφάνθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο την Πέμπτη, 29 Απριλίου 2026, απορρίπτοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, έφεση Πολωνής υπηκόου κατά της Δημοκρατίας σε υπόθεση απομείωσης καταθέσεων, απότοκο των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας που λήφθηκαν το 2013. Σύμφωνα με την αξίωση της εφεσείουσας, πριν από τον Μάρτιο 2013, είχε μεταφέρει στην Λαϊκή Τράπεζα ποσό ύψους €454.579,52. Εξαιτίας των μέτρων που λήφθηκαν το ποσό αυτό μειώθηκε σε €24.508,16. Για την απώλεια του υπολοίπου €430.071,36 θεώρησε υπόλογη την Κυπριακή Δημοκρατία, από την οποία αιτήθηκε αποζημίωσης.

Η αξίωση της εφεσείουσας εδράστηκε στη βάση του άρθρου 4 της «Συμφωνίας για Προώθηση και Αμοιβαία Προστασία των Επενδύσεων μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Πολωνίας, που υπογράφτηκε στις 4.6.1992, και διαλάμβανε ότι: «Κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν θα λάβει οποιαδήποτε μέτρα που να στερούν άμεσα ή έμμεσα επενδύσεις των επενδυτών του συμβαλλόμενου μέρους, εκτός εάν υπάρχει συμμόρφωση με τους κάτωθι όρους», μεταξύ των οποίων ήταν και ο όρος ότι «τα μέτρα θα λαμβάνονται σύμφωνα με τις πρόνοιες για την καταβολή άμεσης επαρκούς και αποτελεσματικής αποζημίωσης». Σημειώνεται ότι, η συμφωνία για τη λήξη της ισχύος των διμερών επενδυτικών συμφωνιών μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) υπεγράφη τον Μάιο 2020. Χρόνος ο οποίος έπεται από την ημερομηνία έκδοσης της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, που ήταν το 2017, και άρα η επίδικη διμερής συμφωνία Κύπρου-Πολωνίας βρισκόταν σε ισχύ.

Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού ανέλυσε τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας, κατέληξε σε απόρριψη της έφεσης και επιδίκαση εξόδων προς όφελος της Δημοκρατίας, με το σκεπτικό του να εδράζεται στα πιο κάτω νομικά σημεία:

1.    Παρά το ότι η επίδικη διμερής συμφωνία Κύπρου-Πολωνίας βρισκόταν σε ισχύ το 2017, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μετά την προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Πολωνίας στην Ε.Ε., η διμερής συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών κατέστη μη εφαρμόσιμη και ανενεργή. Οπόταν ορθά αποδέχτηκε την προδικαστική ένταση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και απέρριψε την αγωγή.

2.    Και τούτο διότι, τυχόν απόφαση υπέρ της εφεσείουσας, στη βάση του άρθρου 4 της επίδικης διμερούς συμφωνίας, θα καθιστούσε αδύνατη τη συμμόρφωση της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις υποχρεώσεις της απέναντι στα λοιπά κράτη μέλη της Ε.Ε., και «…αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δύο καταθετών, με τους πολίτες της Πολωνίας να έχουν περισσότερα δικαιώματα και να βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση από πολίτες άλλης χώρας της Ε.Ε. των οποίων επίσης οι καταθέσεις κουρεύτηκαν».

3.    Εξέλιξη, που σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, αντιβαίνει στο δίκαιο της Ε.Ε. αφού ισοδυναμεί με διάκριση λόγω ιθαγένειας, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 18 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.    Σε προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), όπου κρίθηκε ότι:

(α) διάταξη διεθνούς συμφωνίας (σε ισχύ) μεταξύ κρατών μελών της Ε.Ε., η οποία είναι ασύμβατη με το δίκαιο της Ε.Ε. δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση για διεκδίκηση οποιασδήποτε θεραπείας (υπόθεση C-478/07).

(β) υπάρχει υποχρέωση των κρατών μελών να συμμορφώνουν τους νόμους τους (οικεία έννομη τάξη) με τις αναγκαίες συνέπειες που απορρέουν από το δίκαιο της Ε.Ε. και την εγγύηση της πλήρους εφαρμογής του. (υπόθεση C-284/16).

Εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας την υπόθεση χειρίστηκε η κα Μαριάννα Τσαγκάρη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α’.

Διαβάστε επίσης: Ανήλικος παρέσυρε με μοτοσικλέτα πεζό- Νομική μάχη με ασφαλιστική για €18.521