Αν κάτι χαρακτηρίζει από σήμερα την πορεία προς τις προεδρικές εκλογές του 2028, αυτό είναι η απουσία βεβαιοτήτων. Για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, η πολιτική σκηνή της Κύπρου δεν διαθέτει έναν ξεκάθαρο κυρίαρχο, ούτε μια προφανή εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Το κομματικό σύστημα βρίσκεται σε διαδικασία αναδιάταξης, η κοινωνία εμφανίζεται περισσότερο απαιτητική αλλά και πιο δύσπιστη απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς, ενώ οι παραδοσιακές κομματικές ταυτότητες αποδυναμώνονται σταδιακά προς όφελος της προσωπικής αξιοπιστίας των υποψηφίων.
Η εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα δεν επιτρέπει ασφαλείς προβλέψεις. Επιτρέπει όμως μια ρεαλιστική αξιολόγηση των τάσεων που ενδέχεται να καθορίσουν το αποτέλεσμα της επόμενης προεδρικής αναμέτρησης.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης εισέρχεται ουσιαστικά στην προεκλογική περίοδο έχοντας το σημαντικότερο πλεονέκτημα κάθε εν ενεργεία Προέδρου, που είναι το προεδρικό αξίωμα. Η δυνατότητα να παρουσιάζει κυβερνητικό έργο, να εκπροσωπεί τη χώρα στο εξωτερικό και να διαμορφώνει την πολιτική ατζέντα αποτελεί πάντοτε ισχυρό εκλογικό όπλο. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί και πηγή αυξημένων απαιτήσεων. Μετά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του, οι πολίτες δεν αξιολογούν πλέον τις προθέσεις αλλά τα αποτελέσματα.
Πέραν της επιτυχούς προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της αναμενόμενης πρωτοβουλίας Γκουτέρες, η κυβέρνηση έχει επιδείξει ανθεκτικότητα στην οικονομία, επιδιώκει ενεργότερο ρόλο στην εξωτερική πολιτική και επιχειρεί να παρουσιάσει εικόνα σταθερότητας και σημαντικού ρόλου σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις που σχετίζονται με την αποτελεσματικότητα σε αρκετές περιπτώσεις της εσωτερικής διακυβέρνησης και δημόσιας διοίκησης, το υψηλό κόστος ζωής, τη στεγαστική κρίση, τη μεταναστευτική πολιτική και κυρίως την εικόνα των θεσμών σε ζητήματα διαφάνειας και λογοδοσίας.
Το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα της κυβέρνησης δεν είναι απαραίτητα οι επιμέρους πολιτικές της. Είναι το γεγονός ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας εξακολουθεί να θεωρεί ότι το κράτος μεταρρυθμίζεται με αργούς ρυθμούς, ενώ αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα μελών της κυβέρνησης, συνεργατών και συμβούλων του Προέδρου, κάτι που έχει μια τελευταία ευκαιρία να ανατρέψει με αξιόπιστες, αποτελεσματικές και έξυπνες επιλογές στον επικείμενο ανασχηματισμό του κυβερνητικού σχήματος. Η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν το 2023 και στις μεταρρυθμίσεις που έχουν υλοποιηθεί μέχρι σήμερα παραμένει η κυριότερη πολιτική πρόκληση για τον Πρόεδρο.
Την ίδια στιγμή, όμως, ούτε η αντιπολίτευση εμφανίζεται έτοιμη να κεφαλαιοποιήσει αυτόματα οποιαδήποτε κυβερνητική φθορά. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη οργανωμένη πολιτική δύναμη της χώρας. Διαθέτει κομματικό μηχανισμό, εμπειρία διακυβέρνησης και σημαντική
εκλογική βάση. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να αναζητεί τον τρόπο με τον οποίο θα επανακαθορίσει την πολιτική του ταυτότητα μετά την προεδρική ήττα του 2023. Το μεγάλο στρατηγικό δίλημμα δεν αφορά μόνο το ποιος θα είναι ο υποψήφιός του, αλλά και το αν θα επιδιώξει αυτόνομη πορεία ή νέες πολιτικές συνεργασίες που θα του επιτρέψουν να διεκδικήσει με αξιώσεις την εξουσία.
Αντίστοιχα, το ΑΚΕΛ διατηρεί έναν σταθερό εκλογικό πυρήνα και εξακολουθεί να αποτελεί βασικό παράγοντα του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, καλείται να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα κατά πόσο μπορεί να παρουσιάσει έναν υποψήφιο που να υπερβαίνει τα παραδοσιακά κομματικά του όρια και να προσελκύει το μεγάλο τμήμα των κεντρώων και ανεξάρτητων ψηφοφόρων που συνήθως καθορίζουν το αποτέλεσμα του δεύτερου γύρου.
Στην πραγματικότητα, οι προεδρικές εκλογές του 2028 δύσκολα θα κριθούν από τους κομματικούς μηχανισμούς. Θα κριθούν από το ποιος θα πείσει τους ψηφοφόρους του κέντρου, τους αναποφάσιστους και κυρίως τους πολίτες που εμφανίζονται απογοητευμένοι από το πολιτικό σύστημα συνολικά. Ακριβώς εδώ εμφανίζεται μια ακόμη σημαντική μεταβολή. Η σταδιακή ενίσχυση αντισυστημικών πολιτικών δυνάμεων αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη εξέλιξη των τελευταίων ετών. Η ενίσχυση αυτών των σχηματισμών δεν σημαίνει απαραίτητα ότι βρίσκονται κοντά στην κατάκτηση της εξουσίας. Σημαίνει όμως ότι ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας αναζητεί διαφορετική πολιτική έκφραση, αμφισβητώντας το παραδοσιακό πολιτικό προσωπικό. Αυτό δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα. Ο δεύτερος γύρος δεν θα κριθεί μόνο από τις κομματικές μετακινήσεις αλλά και από την ικανότητα κάθε υποψηφίου να εμπνεύσει εμπιστοσύνη σε ψηφοφόρους που δεν αισθάνονται πλέον ισχυρή κομματική ταύτιση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάδειξη προσωπικοτήτων εκτός του παραδοσιακού κομματικού συστήματος που προβάλλουν ως πιθανοί διεκδικητές της Προεδρίας. Η αυξημένη κοινωνική απήχηση ορισμένων εξ αυτών αποδεικνύει ότι η κυπριακή κοινωνία αποδίδει πλέον μεγαλύτερη σημασία στην προσωπική αξιοπιστία, στην εικόνα ακεραιότητας και στη διοικητική επάρκεια παρά στην κομματική προέλευση. Αυτό μεταβάλλει αισθητά τον χαρακτήρα της εκλογικής αναμέτρησης. Οι προσωπικές δυναμικές αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τους αριθμούς των κομμάτων.
Εξίσου καθοριστικός θα είναι ο διεθνής παράγοντας. Η πορεία του Κυπριακού, οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας, οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την πολιτική ατζέντα των επόμενων δύο ετών. Μια σημαντική επιτυχία της κυβέρνησης σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής ή αντίθετα μια σοβαρή οικονομική επιδείνωση μπορούν να μεταβάλουν δραστικά τους σημερινούς πολιτικούς συσχετισμούς.
Με τα σημερινά δεδομένα, πάντως, το πιθανότερο σενάριο παραμένει μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική εκλογική αναμέτρηση, στην οποία ο Νίκος Χριστοδουλίδης εμφανίζεται ως ισχυρός διεκδικητής της επανεκλογής του, χωρίς όμως να μπορεί να θεωρηθεί αδιαμφισβήτητο φαβορί. Το πλεονέκτημα της εξουσίας αντισταθμίζεται από τη φυσιολογική κυβερνητική φθορά, ενώ η αντιπολίτευση διαθέτει δυνατότητες αμφισβήτησης αλλά όχι ακόμη ενιαία στρατηγική.
Αν οι εκλογές διεξάγονταν σήμερα, η πιθανότερη εξέλιξη θα ήταν ένας δεύτερος γύρος μεταξύ του νυν Προέδρου και ενός ισχυρού αντιπάλου που θα μπορούσε να προέρχεται είτε από τον παραδοσιακό κομματικό χώρο είτε από ένα ευρύτερο μεταρρυθμιστικό μέτωπο. Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί λιγότερο από τις κομματικές ισορροπίες και περισσότερο από το κατά πόσο οι πολίτες θα θεωρήσουν ότι η χώρα χρειάζεται συνέχεια ή αλλαγή.
Συμπερασματικά, η ουσία είναι ότι οι προεδρικές εκλογές του 2028 δεν προδιαγράφονται ως δημοψήφισμα υπέρ ή κατά ενός προσώπου. Προδιαγράφονται ως μια συνολική αξιολόγηση της ποιότητας της διακυβέρνησης, της αξιοπιστίας των θεσμών και της ικανότητας του πολιτικού συστήματος να ανταποκριθεί στις νέες κοινωνικές απαιτήσεις. Και ακριβώς γι’ αυτό, δύο χρόνια πριν από την κάλπη, η μόνη ασφαλής πρόβλεψη είναι ότι πρόκειται για την πιο ανοιχτή και πολιτικά απρόβλεπτη προεδρική αναμέτρηση που έχει γνωρίσει μέχρι τώρα η Κυπριακή Δημοκρατία.
*Πρώην πρύτανης, καθηγητής-ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips




