Τα πνεύματα είναι οξυμένα, τα νεύρα τεντωμένα, το προσωπικό των ημικρατικών οργανισμών οργισμένο για τις εξελίξεις που κυοφορούνται με τη σημερινή ψήφιση του νομοσχεδίου για τις αποκρατικοποιήσεις από τη Βουλή. Οι αποκρατικοποιήσεις ημικρατικών οργανισμών ήταν πάντοτε ένα θέμα που προκαλούσε ποικίλες αντιδράσεις, πόσον μάλλον σε μια περίοδο που η ανεργία έχει εκτοξευτεί στα ύψη λόγω της ύφεσης στην οικονομία, της συρρίκνωσης των επιχειρήσεων και των μέτρων που προνοεί η μνημονιακή σύμβαση.

Οι εργαζόμενοι στους ημικρατικούς δικαιολογημένα εκφράζουν φόβους για το μέλλον τους, ανησυχούν για την απώλεια της δουλειάς τους, των εισοδημάτων τους και των παρεμφερών ωφελημάτων τους. Έχουν δίκαιο να ανησυχούν, ξέροντας ότι πλέον είναι δύσκολο να βρει κανείς δουλειά και ακόμη πιο δύσκολο να εξασφαλίσει μια θέση που να διασφαλίζει ένα «πακέτο» αξιοπρεπούς μισθολογίου και άλλων παρεμφερών ωφελημάτων. 

Ωστόσο, οι  συντεχνίες τους, που όφειλαν εδώ και καιρό να τους προετοιμάσουν για τις εξελίξεις  που έρχονταν, καθώς το θέμα των αποκρατικοποιήσεων βρισκόταν ψηλά στην ατζέντα των συζητήσεων μεταξύ της Τρόικας και της προηγούμενης Κυβέρνησης,  δεν έχουν πείσει την κοινή γνώμη για την ορθότητα της θέσης τους ότι οι οργανισμοί πρέπει να παραμείνουν με το σημερινό καθεστώς τους. Μάλιστα, καλλιεργούν ένα εχθρικό κλίμα μεταξύ ημικρατικών και άλλων υπαλλήλων, κυρίως του ιδιωτικού τομέα, χωρίς να αγγίζουν την ουσία του θέματος που δεν είναι η δανειακή σύμβαση και οι πρόνοιες που ζητούνται να ικανοποιηθούν από τους δανειστές, αλλά η εξυγίανση και αναδιάρθρωση των οργανισμών.

Σίγουρα, οι μέρες είναι δύσκολες και οι περισσότεροι δεν μπορούν να σκεφτούν νηφάλια και ψύχραιμα και με κάθε ευκαιρία επιτίθενται κατά των ΜΜΕ, της Τρόικας και όλων εκείνων που ξεπουλούν, τάχατες, τους ημικρατικούς οργανισμούς.

Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η προσφορά αυτών των οργανισμών σε κρίσιμες στιγμές της κυπριακής ιστορίας, ούτε η εργατικότητα του προσωπικού τους. Όμως, δυστυχώς για λόγους κομματικούς και προσωπικούς, κανένας – εκτός από τη Γενική Ελέγκτρια της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Γιωρκάτζιη - δεν τόλμησε να ψάξει τα διάφορα ζητήματα διαπλοκής, ατασθαλιών, το μεγάλο φαγοπότι που γινόταν και εξακολουθεί να γίνεται σε συγκεκριμένους ημικρατικούς. Ένα φαγοπότι που όλοι ήξεραν αλλά σιωπούσαν για να μην χάσουν τη δουλειά τους ή ακόμη και συμμετείχαν ή ενθάρρυναν.

Οι ημικρατικοί οργανισμοί, κυρίως η  cyta, στήριζαν οικονομικά τα δημόσια ταμεία, η οικονομία κατέγραφε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, έτσι όλα καλά και όλοι ευχαριστημένοι.

Όμως, από τη στιγμή που άρχισαν να φαίνονται τα μαύρα σύννεφα στον ορίζοντα και από τη στιγμή που σε διάφορες εκθέσεις τους εδώ και χρόνια, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ε.Ε. έθεταν θέματα ιδιωτικοποιήσεων – αποκρατικοποιήσεων, όφειλαν εκείνοι που διαχειρίζονταν τα θέματα, να ξέρουν ότι τα ζητήματα αυτά θα επανατοποθετούνταν στο τραπέζι, πλέον ως απαιτήσεις. Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντοτε στην Κύπρο, κανένας, από τη στιγμή που δεν επηρεαζόταν προσωπικά από τις αποφάσεις που λαμβάνονταν, δεν φαινόταν να ανησυχεί ή να θέτει προς διαπραγμάτευση ζητήματα που αφορούσαν τους ημικρατικούς. Οι συντεχνίες του προσωπικού φωνάζουν και ωρύονται και οι ηγεσίες τους «χτυπούν» τα ΜΜΕ με το επιχείρημα ότι έχουν τις δικές τους σκοπιμότητες και τη δική τους ατζέντα. Ποια είναι η τεκμηρίωση στο ερώτημα «γιατί στους ημικρατικούς οργανισμούς δεν πρέπει να συμμετέχει και ο ιδιωτικός τομέας;».

Προσπαθώ να καταλάβω εδώ και μέρες γιατί υπάρχει όλο αυτό το κύμα αντιδράσεων – πέραν από τους φόβους για απώλειες θέσεων και άλλων κεκτημένων – και δεν άκουσα κανέναν να παραθέτει συγκεκριμένα επιχειρήματα γιατί οι ημικρατικοί θα πρέπει να συνεχίσουν να λειτουργούν με τη σημερινή μορφή τους.

Αντιλαμβάνομαι ότι πέραν των εργαζομένων που βγαίνουν στους δρόμους και για τους οποίους καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια να διασφαλιστούν, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Ανώτατων, Ανωτέρων και άλλων Διευθυντών που ανησυχούν για τις θέσεις τους και τους μισθούς τους. Το κεφάλαιο μισθολόγιο είναι ένα άλλο θέμα που δεν θα ανοίξουμε επί του παρόντος. Στέκομαι μόνο στη cyta, μετρώ τη διευθυντική της ομάδα και αναρωτιέμαι γιατί ο κυπριακός λαός να επωμίζεται το κόστος τόσων διευθυντών. Και ερωτώ: «Είναι αυτοί οι διευθυντές  που ήξεραν και σιωπούσαν, συμμετείχαν ή ενθάρρυναν όλα αυτά που συνέβαιναν στον οργανισμό;». Και εάν δεν ήξεραν, ως όφειλαν εκ της θέσης τους, γιατί πρέπει να είναι ακόμη εκεί και να ενθαρρύνουν τη διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος;  

Τα κεφάλαια ΑΗΚ και Αρχή Λιμένων Κύπρου είναι δυο άλλα «πονεμένα» θέματα που δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σύντομα θα ανοίξουν.  

Χωρίς να θεωρούμαι ότι είμαι υπέρμαχος της παραχώρησης τού πλειοψηφικού «πακέτου» των μετοχών σε ξένους επενδυτές και  ισχυρός οπαδός της Τρόικας – που ούτως ή άλλως ήλθε γιατί εμείς αποτύχαμε να λάβουμε έγκαιρα μέτρα και να διαχειριστούμε την όλη κατάσταση – κρίνω ότι η αναδιάρθρωση και εξυγίανση των οργανισμών έπρεπε να είχε γίνει από καιρό.

Οι συντεχνίες όφειλαν να διαβλέψουν όλα αυτά που έρχονταν σαν καταιγίδα να τους σκεπάσουν, να προετοιμάσουν τα μέλη τους και να τα ενημερώσουν σωστά, ακούοντας και τις δικές τους απόψεις και  να παρουσιάσουν τις εισηγήσεις τους την κατάλληλη στιγμή στα κυβερνητικά επιτελεία.

Δυστυχώς τώρα το «παιγνίδι» φαίνεται να μην οδεύει, όπως το περίμεναν, όχι επειδή κάποιοι τούς πολεμούν – πιθανότατα, όπως ισχυρίζονται, εκείνοι που θα ήθελαν μια θέση σε έναν από τους οργανισμούς, επιχείρημα που προβάλλεται και καλλιεργείται και ανάμεσα στο προσωπικό – ούτε γιατί ο Τύπος θέλει να σκεπάσει τα μεγάλα σκάνδαλα σε συγκεκριμένους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Το «παιγνίδι» χάνεται γιατί ορισμένοι δεν πρόβλεψαν και δεν εκτίμησαν σωστά την κατάσταση την ώρα που όφειλαν να το κάνουν, συνεπαρμένοι από τη δύναμη και τη δόξα της εξουσίας! Και ο χαμένος, όπως συνήθως, είναι ο εργαζόμενος με τον οποίον συμπάσχω αυτές τις δύσκολες ώρες. Ακόμη κι αν θεωρώ ότι «ο σιωπών συναινεί».