Την ώρα που η Κύπρος βρίσκεται αντιμέτωπη με ολοένα μεγαλύτερη πίεση στους υδάτινους πόρους της, έρευνα του Cyprus Investigative Reporting Network (CIReN) θέτει ζήτημα διαφάνειας γύρω από το ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι εμπορικοί χρήστες υπόγειου νερού και ποιες ποσότητες αντλούν.

Το CIReN αναφέρει ότι επί περισσότερο από έναν χρόνο επιχειρεί να εξασφαλίσει από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων (ΤΑΥ) τα ονόματα εταιρειών και αδειούχων που πραγματοποιούν μεγάλες αντλήσεις, τα επιτρεπόμενα όρια των αδειών τους και τις πραγματικές ποσότητες που αντλούν.

Στοιχεία χωρίς τα ονόματα

Το ΤΑΥ παρέδωσε τον Απρίλιο του 2026 συγκεντρωτικά στοιχεία που περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, τα όρια άντλησης, τον σκοπό χρήσης του νερού και τη γενική περιοχή. Δεν γνωστοποίησε, ωστόσο, τα ονόματα των εταιρειών ή των αδειούχων ούτε τα στοιχεία για τις πραγματικές ποσότητες άντλησης ανά χρήστη.

Σύμφωνα με το CIReN, το Τμήμα επικαλέστηκε την προστασία προσωπικών δεδομένων και την εμπιστευτικότητα εμπορικών πληροφοριών.

Οι δημοσιογράφοι ζήτησαν στη συνέχεια στοιχεία ειδικά για αδειούχους με δικαίωμα άντλησης 10.000–20.000 κυβικών μέτρων ετησίως, 20.000–30.000 και άνω των 30.000 κυβικών μέτρων, μαζί με τις πραγματικές αντλήσεις της προηγούμενης τριετίας.

Το αίτημα στηρίχθηκε τόσο στην κυπριακή νομοθεσία για πρόσβαση σε πληροφορίες του δημόσιου τομέα όσο και στη Σύμβαση του Άαρχους, η οποία αφορά την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες.

Καταγγελία στην Επίτροπο Πληροφοριών

Μετά τις καθυστερήσεις και τη μη παραχώρηση των στοιχείων που ζητούσε, το CIReN προσέφυγε τον Ιούλιο στην Επίτροπο Πληροφοριών.

Βασικό επιχείρημά του είναι ότι η μεγάλης κλίμακας εμπορική άντληση ενός περιορισμένου φυσικού πόρου, η οποία πραγματοποιείται κατόπιν κρατικής αδειοδότησης, αποτελεί ζήτημα δημόσιου συμφέροντος και πρέπει να υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο.

Μέχρι τη δημοσίευση της έρευνας, το γραφείο της Επιτρόπου είχε επιβεβαιώσει την παραλαβή της καταγγελίας και ενημέρωσε ότι η υπόθεση εξετάζεται και έχουν ζητηθεί στοιχεία από το ΤΑΥ.

Η διαφορετική περίπτωση της Μάλτας

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο συνεργασίας δημοσιογράφων σε Κύπρο, Πορτογαλία και Μάλτα και καταγράφει σημαντικές διαφορές στην πρόσβαση στα δεδομένα.

Στην Πορτογαλία οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν παρόμοιες αρνήσεις και προσέφυγαν στις αρμόδιες αρχές, φτάνοντας τελικά μέχρι την έναρξη νομικής διαδικασίας.

Στη Μάλτα, αντίθετα, οι αρμόδιες αρχές παραχώρησαν στους δημοσιογράφους λεπτομερή στοιχεία για τους μεγάλους χρήστες υπόγειων υδάτων και τις ποσότητες που αντλούσαν, με περιορισμένες μόνο διαγραφές.

Το ερώτημα που παραμένει ανοικτό στην Κύπρο είναι κατά πόσο η προστασία προσωπικών και εμπορικών δεδομένων μπορεί να υπερισχύει της ανάγκης δημόσιου ελέγχου όταν πρόκειται για μεγάλης κλίμακας χρήση ενός από τους πλέον περιορισμένους φυσικούς πόρους του νησιού. Αυτό ακριβώς καλείται πλέον να εξετάσει η Επίτροπος Πληροφοριών.