Την καταδίκη ιδιοκτήτη ακινήτου για διάρρηξη υποστατικού και κλοπή εξοπλισμού αξίας €2.850 επικύρωσε το Εφετείο, απορρίπτοντας όλους τους λόγους έφεσης που προέβαλε ο καταδικασθείς.
Η υπόθεση αφορούσε περιστατικά του Ιανουαρίου του 2019, όταν ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε ότι διέρρηξε κτίριο ιδιοκτησίας του, το οποίο ενοικιαζόταν σε τρίτο πρόσωπο, και αφαίρεσε εξοπλισμό νυχτερινού κέντρου. Το αρχικό κατηγορητήριο ανέφερε ότι η αξία των κλοπιμαίων ανερχόταν στις €132.700, ενώ του αποδόθηκαν ακόμη δύο κατηγορίες για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, καθώς φέρεται να πώλησε κλοπιμαία ως δική του περιουσία σε δύο διαφορετικά πρόσωπα, αποσπώντας €700 και €1.650 αντίστοιχα.
Μετά την ακροαματική διαδικασία, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο μόνο για την πρώτη κατηγορία, περιορίζοντας όμως την αξία των αποδεδειγμένων κλοπιμαίων στις €2.850, ενώ τον αθώωσε για τις δύο κατηγορίες εξαπάτησης, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Η υπεράσπιση του ιδιοκτήτη
Ο εφεσείων δεν αρνήθηκε ότι άλλαξε τις κλειδαριές του υποστατικού ούτε ότι πώλησε αντικείμενα που δεν του ανήκαν. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι ο ενοικιαστής τού όφειλε σημαντικά ποσά από απλήρωτα ενοίκια, ότι είχε ενημερωθεί για τον τερματισμό της μίσθωσης και ότι ο ίδιος πούλησε αντικείμενα προκειμένου να ικανοποιήσει την απαίτησή του. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι ενήργησε καλόπιστα, πιστεύοντας πως ασκούσε νόμιμο δικαίωμά του, ενώ επικαλέστηκε και πλημμελή διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία.
Με την έφεσή του προέβαλε έξι λόγους ακύρωσης της καταδίκης, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε λανθασμένα τη μαρτυρία, ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα περί «ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος» και «κατάστασης ανάγκης», υπήρχαν ελαττώματα στο κατηγορητήριο και στερήθηκε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
Γιατί απορρίφθηκε η έφεση
Το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε ορθά το μαρτυρικό υλικό και δεν υπήρχε κανένας λόγος παρέμβασης στα ευρήματά του.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στον ισχυρισμό του εφεσείοντα ότι πίστευε πως ενεργούσε νόμιμα. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο ίδιος γνώριζε τις νόμιμες διαδικασίες για ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου και διεκδίκηση των οφειλόμενων ενοικίων, καθώς στις επιστολές που είχε αποστείλει στον ενοικιαστή αναφερόταν ρητά στην προσφυγή στα δικαστήρια και στις διαδικασίες έξωσης. Επιπλέον, μεταγενέστερα ακολούθησε πράγματι τη νόμιμη οδό, εξασφαλίζοντας σχετικές δικαστικές αποφάσεις.
Το Εφετείο χαρακτήρισε «αδιανόητο» τον ισχυρισμό ότι κάποιος μπορεί να θεωρεί πως η κλοπή και η πώληση αντικειμένων τρίτου αποτελούν νόμιμο τρόπο αποπληρωμής χρέους, απορρίπτοντας έτσι την επίκληση της ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος.
Παράλληλα, απέρριψε και τον ισχυρισμό περί «κατάστασης ανάγκης», κρίνοντας ότι δεν υπήρχε αναπότρεπτος κίνδυνος που να δικαιολογεί τις πράξεις του, αφού υπήρχαν διαθέσιμες οι νόμιμες διαδικασίες για την προστασία των συμφερόντων του.
Δεν υπήρξε παραβίαση δίκαιης δίκης
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί άδικης δίκης, το Εφετείο έκρινε ότι, παρά τα παράπονα του εφεσείοντα για τη στάση της Αστυνομίας και τη διερεύνηση της υπόθεσης, δεν προέκυψε οποιαδήποτε παραβίαση των δικαιωμάτων του. Όπως σημειώνεται στην απόφαση, όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό είχε τεθεί στη διάθεσή του εγκαίρως, ώστε να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, ενώ δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε παραβίαση κανόνων απόδειξης ή της διαδικασίας.
Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης τους ισχυρισμούς περί ελαττωματικού κατηγορητηρίου, κρίνοντας ότι δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε μειονέκτημα για τον κατηγορούμενο, ενώ έκρινε νόμιμη την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου να τον καταδικάσει μόνο για το μέρος της κατηγορίας που αποδείχθηκε, δηλαδή για κλοπή αντικειμένων αξίας €2.850 αντί του ποσού που αναφερόταν αρχικά στο κατηγορητήριο.
Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε αβάσιμους και τους έξι λόγους έφεσης, απέρριψε την έφεση στο σύνολό της και επικύρωσε την πρωτόδικη καταδίκη.
Διαβάστε επίσης: Εφετείο: «Κούρεμα» €3.000 σε αποζημιώσεις θύματος τροχαίου




