Με αφορμή την απόπειρα γυναικοκτονίας στη Λεμεσό, φιλοξενήθηκε στην εκπομπή Μεσημέρι και κάτι η κ. Άντρη Ανδρονίκου, Επιστημονική Διευθύντρια ΣΠΑΒΟ και μίλησε για την βία και τα εγκλήματα κατά των γυναικών.
Αρχικά η κ. Ανδρονίκου τόνισε ότι οι σκέψεις του ΣΠΑΒΟ είναι με το θύμα της τραγωδία και τους οικείους της. Συνέχισε λέγοντας πως κάθε περιστατικό σοβαρής βίας στην οικογένεια μας υπενθυμίζει ότι η έμφυλη και οικογενειακή βία μπορεί να αφορά οποιανδήποτε οικογένεια ανεξάρτητα από επάγγελμα, κοινωνική και οικονομική κατάσταση. Επίσης πολύ συχνά προηγούνται συμπεριφορές ελέγχου, εκφοβισμού, απειλών και στη συνέχεια φτάνουμε στην κλιμάκωση αυτών των περιστατικών.
Η συζήτηση δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η βία μπορεί να καταλήγει σε θάνατο, αλλά θα πρέπει να εστιάσουμε και στις γυναίκες που πολλές φορές επιβιώνουν από ακραία περιστατικά βίας, αλλά καλούνται να ζήσουν με πολύ σοβαρές, σωματικές και ψυχολογικές επιπτώσεις, ανάφερε η ίδια.
Η στήριξη των θυμάτων δεν τελειώνει με τη διάσωση τους, αλλά εκεί μπορεί να αρχίζει μια επιπλέον δύσκολη διαδρομή στην οποία η πολιτεία οφείλει να βρίσκεται δίπλα τους.
Όταν τα άτομα στο περιβάλλον του θύματος, αναγνωρίζουν έγκαιρα τα προειδοποιητικά σημάδια, αυξάνονται οι πιθανότητες να σωθούν ζωές και τόνισε ξανά, «η θανατηφόρα ή η ακραία βία δεν εμφανίζεται από το πουθενά και δεν είναι έκρηξη θυμού της στιγμής».
Η αύξηση των αναφορών και των καταγγελιών δεν καταδεικνύει και αύξηση της βίας, αντιθέτως ο πραγματικός αριθμός, θα παραμένει πάντα κρυφός. Όταν υπάρχει η κατάλληλη ευαισθητοποίηση, η δημόσια συζήτηση και ένας δείκτης ασφάλειας και προστασίας, τότε και οι μάρτυρες αλλά και τα ίδια τα θύματα αποτείνονται, κοινοποιούν τη βία η οποία υπάρχει.
Παράλληλα η κ. Ανδρονίκου υπογράμμισε πως η βία παραμένει πολλές φορές, πίσω από κλειστές πόρτες και εκεί είναι που αρχίζει, «όμως η βία κλιμακώνεται, δεν γνωρίζει ούτε χώρο, ούτε χρόνο». Μπορεί να εκδηλωθεί παντού, στο σπίτι, στο δρόμο, στο χώρο, στα μάτια δεκάδων ανθρώπων, αυτά τα περιστατικά υπενθυμίζουν ότι η βία που ξεκινάει ιδιωτικά, μπορεί να εξελιχθεί και σε δημόσια τραγωδία με πολλαπλά θύματα, άμεσα θύματα, παιδιά, οικείους αλλά και όσους γίνονται μάρτυρες.
Την ίδια στιγμή, η ίδια ανάφερε πως δεν είναι ιδιωτική υπόθεση εφόσον οι συνέπειες αφορούν ολόκληρη την κοινωνία. Πολλές φορές επίσης η κοινωνία μετατοπίζει την ευθύνη στα θύματα, και κοινοποιείται ένα ολόκληρο ιστορικό του θύματος.
Όταν λοιπόν η κοινωνία επικεντρώνεται στο πως ήταν, τι έκανε, που οδήγησε το θύμα κτλ., υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος να μετατραπεί αυτή η αφήγηση σε έμμεση δικαιολόγηση της βίας ή και χειρότερα να δικαιολογήσει την γυναικοκτονία.
Ενώ παράλληλα ανέφερε πως «αυτό είναι γνωστό ως δευτερογενούς θυματοποίηση, όπου η συμπεριφορά, η στάση και ο τρόπος που παρουσιάζεται το θύμα χρησιμοποιείται για να θολώσει την ευθύνη των δραστών».
Κλείνοντας η κ. Ανδρονίκου εξήγησε πως ο όρος γυναικοκτονία έχει νομοθετηθεί στην Κύπρο, ως ιδιώνυμο έγκλημα. Αυτός ο όρος έχει οριστεί από διεθνείς οργανισμούς και χρησιμοποιείται ευρέως. Επομένως όπως δήλωσε είναι πολύ σημαντικό να δούμε τη σκοπιμότητα και την διαφοροποίηση από την ανθρωποκτονία.
«Αναγνωρίζουμε ότι ορίζεται ως γυναικοκτονία, γιατί ακριβώς συνδέεται, με την έμφυλη διάσταση και με την ενδοοικογενειακή βία, επομένως αποτελεί μια ακραία μορφή βίας κατά των γυναικών που είναι η κορύφωση μιας σειράς από πράξης βίας» , επισήμανε η ίδια χαρακτηριστικά.
Την ίδια στιγμή υπογράμμισε την ανάγκη για χρήση του όρου περισσότερο στον δημόσιο διάλογο, στην ακαδημαϊκή κοινότητα, σε οργανώσεις, γιατί πίσω από τέτοιου είδους εγκλήματα, υπάρχουν έμφυλα κίνητρα και προηγούμενα μοτίβα κακοποίησης.
Διαβάστε επίσης: Κλειστή η αριστερή λωρίδα στον αυτ/δρομο Λευκωσίας-Λεμεσού λόγω τροχαίου




