Το Ανώτατο Δικαστήριο, με απόφασή του ημερομηνίας 3 Απριλίου 2026, ακύρωσε δύο διατάγματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για λήψη γενετικού υλικού και δακτυλικών αποτυπωμάτων από τρεις υπόπτους, κρίνοντας ότι το άρθρο 25 του περί Αστυνομίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/2004), δυνάμει του οποίου εκδόθηκαν, δεν συνάδει με τις απαιτήσεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.

Οι δύο πολιτικές αιτήσεις που συνεκδικάστηκαν λόγω ταυτόσημων ζητημάτων, αφορούσαν διατάγματα ημερομηνιών 10 και 11 Ιουλίου 2025. Το πρώτο αφορούσε τη λήψη παρειακού επιχρίσματος (σάλιου) και το δεύτερο τη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων από τους αιτητές, οι οποίοι τελούσαν υπό νόμιμη κράτηση ως ύποπτοι για σοβαρά υπό διερεύνηση αδικήματα.

Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου, τα διατάγματα είχαν εκδοθεί με σκοπό «να συγκριθούν τα δείγματα σάλιου και δακτυλικών αποτυπωμάτων με γενετικό υλικό και δακτυλικά αποτυπώματα που φέρονται να υπήρχαν σε αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή των αιτητών οι οποίοι, κατ’ ισχυρισμό, ενεργούσαν ως ομάδα». Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αιτιολογώντας την απόφασή του στην κάθε περίπτωση, ανέφερε ότι «ικανοποιήθηκε για την αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος» και ότι ο σκοπός δεν μπορούσε να επιτευχθεί με λιγότερο επαχθή μέσα. Ωστόσο, όπως σημειώνει το Ανώτατο, τέτοια αιτιολογία «δεν απαιτείται από το άρθρο 25 του Νόμου 73(Ι)/2004», στη βάση του οποίου εκδόθηκαν.

Οι αιτητές υποστήριξαν ότι το άρθρο 25 του εθνικού Νόμου παραβιάζει τις πρόνοιες των άρθρων 8 και 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680, καθώς και το άρθρο 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δεδομένου ότι έχουν υπέρτερη νομική ισχύ στη Δημοκρατία έναντι των κοινών Νόμων. Τα συγκεκριμένα άρθρα προβλέπουν ότι η επεξεργασία προσωπικών, γενετικών και βιομετρικών δεδομένων από τις αρχές επιτρέπεται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαία, στηρίζεται σε σαφές νομικό πλαίσιο και είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Το Ανώτατο συμφώνησε, επισημαίνοντας ότι η διάταξη του εθνικού νόμου δεν περιλαμβάνει καμία πρόβλεψη για τους σκοπούς της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, ούτε για την αναγκαιότητα και αναλογικότητα της επέμβασης στα δικαιώματα των υπόπτων.

Ειδικότερα, στην απόφαση σημειώνεται ότι υπάρχει «παντελής απουσία αναφοράς, σε αυτό, στην ανάγκη για διατύπωση στο σχετικό αίτημα των σκοπών για τους οποίους απαιτείται η επεξεργασία της εν λόγω πραγματικής μαρτυρίας καθώς, επίσης, ότι αυτή είναι απολύτως αναγκαία, όπως προνοείται στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2016/680». Παράλληλα, αναφέρεται ότι το άρθρο 25 του περί Αστυνομίας Νόμου «παραβιάζει το άρθρο 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού απουσιάζει από αυτό αναφορά σε απαίτηση για εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας κατά την εξέταση σχετικής αίτησης».

«Σημειώνεται πως θα πρέπει να υπάρχουν ανάλογες πρόνοιες στο σώμα του άρθρου 25 προκειμένου να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις της πιο πάνω Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας, κάτι που δεν συμβαίνει σε σχέση με αυτό, επί του οποίου έχουν εκδοθεί τα υπό αναφορά διατάγματα», επεσήμανε το Ανώτατο.

Επιπλέον υπογράμμισε ότι η απλή επίκληση από το πρωτόδικο Δικαστήριο των αρχών της Οδηγίας και του Χάρτη «δεν διόρθωνε την πρόνοια του άρθρου 25, ως αυτή έχει». Επομένως, το Ανώτατο κατέληξε ότι τα διατάγματα εκδόθηκαν στη βάση Νομοθεσίας, η οποία δεν πληροί τις απαιτήσεις του υπερνομοθετικού Ευρωπαϊκού Δικαίου.

Ως αποτέλεσμα, το Ανώτατο, σημειώνοντας πως «οι υπό εξέταση αιτήσεις επιτυγχάνουν», εξέδωσε ένταλμα Certiorari και ακύρωσε και τα δύο διατάγματα.

Πηγή: ΚΥΠΕ