Η απόφαση του Εφετείου για την πολύκροτη υπόθεση γύρω από το βιβλίο «Ελένη η πόρνη, ένας άγγελος στην κόλαση» έρχεται να ανατρέψει βασικές παραδοχές του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δίνοντας καθοριστικό βάρος όχι στη φιλολογική σύγκριση δύο βίων, αλλά στη ζωντανή μαρτυρία ανθρώπων που γνώριζαν εκ των έσω την πραγματικότητα της Πλατείας Ηρώων και την ίδια την Εφεσείουσα.

Στον πυρήνα της υπόθεσης βρέθηκε το ερώτημα αν το βιβλίο —ανεξαρτήτως ακρίβειας ή μυθοπλαστικών προσθηκών— μπορούσε εύλογα να αναγνωριστεί από πρόσωπα που γνώριζαν την Εφεσείουσα ως αναφορά στη δική της ζωή. Το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εγκλωβίστηκε σε ένα εσφαλμένο νομικό φίλτρο, επιχειρώντας να διαπιστώσει αν η ηρωίδα του βιβλίου «ταυτιζόταν πλήρως» με την Εφεσείουσα, αντί να εξετάσει αν ο στενός κοινωνικός της περίγυρος μπορούσε να τη διακρίνει πίσω από τη λογοτεχνική αφήγηση.

Καθοριστικής σημασίας για την κρίση αυτή ήταν οι μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν για δεκαετίες στην Πλατεία Ηρώων: κάτοικοι, εργαζόμενοι και θαμώνες, οι οποίοι γνώριζαν προσωπικά την Εφεσείουσα και τις γυναίκες που εκδίδονταν στην περιοχή. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 ανέδειξε την εικόνα μιας γυναίκας πασίγνωστης στη Λεμεσό, της «Νιτσούς», της πιο όμορφης και δημοφιλούς ιερόδουλης της Πλατείας. Περιέγραψε με σαφήνεια ότι δεν υπήρξε άλλη γυναίκα με παρόμοια πορεία, δηλαδή μακροχρόνια παρουσία στην πορνεία, παραμονή στην Πλατεία μετά το τέλος της εκδιδόμενης ζωής και επιβίωση με την πώληση λουλουδιών. Για τον μάρτυρα, και για όσους γνώριζαν την περιοχή, η περιγραφή αυτή δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφιβολίας.

Αντίστοιχα αποκαλυπτική ήταν η μαρτυρία του Μ.Ε.3, ο οποίος γνώριζε την Εφεσείουσα προσωπικά, συναναστρεφόταν μαζί της καθημερινά και είχε ακούσει από την ίδια στιγμές της ζωής της. Η αναφορά του σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες —το ταξίδι στον Λίβανο, την καταγωγή από την Πάφο, τη μανιώδη συνήθεια καπνίσματος με τσιγάρα συγκεκριμένης μάρκας, τη μετάβαση από την πορνεία στην πώληση λουλουδιών— συνέπιπτε, όπως κατέθεσε, με βασικά στοιχεία της ηρωίδας του βιβλίου. Στην Πλατεία, τόνισε, υπήρχε μόνο μία «Νιτσού» με τέτοια χαρακτηριστικά, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε άλλη ταύτιση.

Την ίδια εικόνα επιβεβαίωσε και ο Μ.Ε.4, κάτοικος της περιοχής, ο οποίος είχε διαβάσει το βιβλίο και ανέφερε ότι, παρά επιμέρους αφηγηματικές ανακρίβειες, ο κεντρικός κορμός της ιστορίας αντιστοιχούσε αποκλειστικά στη ζωή της Εφεσείουσας. Η μαρτυρία του ανέδειξε μια κρίσιμη διάσταση, ότι δηλαδή για τους ανθρώπους που γνώριζαν την Πλατεία, δεν είχε σημασία αν όλες οι λεπτομέρειες ήταν αληθείς, αλλά ότι τα βασικά χαρακτηριστικά οδηγούσαν αναπόφευκτα σε ένα και μόνο πρόσωπο.

Το Εφετείο επεσήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αυτές τις μαρτυρίες δίνοντας υπερβολική σημασία στο αν οι μάρτυρες είχαν διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο ή αν γνώριζαν όλες τις επιμέρους λεπτομέρειές του. Με τον τρόπο αυτό, αγνόησε τον ουσιαστικό ρόλο τους ως μελών της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας για την οποία το βιβλίο μπορούσε να λειτουργήσει ως «ψηφιδωτή» αναγνώριση ενός πραγματικού προσώπου. Η αξιολόγηση τους κρίθηκε ελλιπής, γιατί δεν απάντησε στο κρίσιμο ερώτημα: αν ένας αντικειμενικός παρατηρητής, γνωρίζοντας την Εφεσείουσα και την Πλατεία Ηρώων, θα κατέληγε εύλογα στο συμπέρασμα ότι η ιστορία μιλούσε για εκείνη.

Πέρα από το ζήτημα της αναγνωρισιμότητας της Εφεσείουσας μέσα από το βιβλίο, το Εφετείο εντόπισε και μια σειρά από πρόσθετες, αυτοτελείς πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες – όπως τονίζει ρητά – δεν αποτελούσαν δευτερεύοντα σφάλματα, αλλά άγγιζαν τον ίδιο τον πυρήνα της δικανικής κρίσης.

Η απόφαση καταλήγει ότι η εσφαλμένη νομική αφετηρία του πρωτόδικου Δικαστηρίου επηρέασε καθοριστικά και την αποτίμηση της μαρτυρίας. Αντί να ιδωθούν οι καταθέσεις ως καθρέφτης της κοινωνικής πραγματικότητας της Πλατείας, αντιμετωπίστηκαν αποσπασματικά και τυπικά. Το Εφετείο, αντιθέτως, ανέδειξε πως ακριβώς αυτές οι μαρτυρίες —οι βιωματικές, οι άμεσες, οι συνδεδεμένες με τον τόπο και τον χρόνο— ήταν εκείνες που μπορούσαν να φωτίσουν αν η ιδιωτική ζωή της Εφεσείουσας είχε καταστεί αναγνωρίσιμη στο ευρύ, αλλά συγκεκριμένο, κοινό που τη γνώριζε. Και σε αυτό το σημείο, η πλάστιγγα έγειρε καθαρά υπέρ της.

Οι υπόλοιποι λόγοι

Σχετικά με το οικονομικό σκέλος (9ος λόγος): Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε σωστά επισημάνει την αδυναμία εξαγωγής ακριβούς συμπεράσματος από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον ακριβή αριθμό πωληθέντων αντιτύπων και τη ροή των εσόδων. Το Εφετείο δεν βρήκε σφάλμα στην εν λόγω κρίση ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία για να γίνει λεπτομερής λογιστική αποτίμηση των κερδών. Παρ’ όλα αυτά, κρίνοντας στο σύνολο των περιστάσεων —το περιεχόμενο του βιβλίου, τη φύση των πληροφοριών, τη στενή σχέση συγγραφέως και Εφεσείουσας και το προδήλως εμπορικό όφελος που υπήρξε— το Εφετείο έκρινε ότι δικαιούτο θεραπείας η Εφεσείουσα και όρισε δίκαιη αποζημίωση σε ποσό που το ίδιο έκρινε αναλογικό (€25.000). Με άλλα λόγια, ενώ απέρριψε την προσέγγιση «ακριβούς λογιστικής» λόγω ελλείψεων στοιχείων, δεν άφησε την Εφεσείουσα χωρίς αποκατάσταση αλλά επέλεξε την equitable compensation με βάση το εύρος και τη σοβαρότητα της παραβίασης.

Σχετικά με αποδεικτικά και τεχνικά ζητήματα που προβάλλονταν ως επιμέρους λόγοι (π.χ. αιτιάσεις για την ταυτότητα της ηρωίδας, την ύπαρξη ή μη πραγματικού προσώπου με το συγκεκριμένο όνομα, την υπόθεση ότι μπορούσαν να υπάρχουν άλλες ιερόδουλες με όμοια χαρακτηριστικά): το Εφετείο αναγνώρισε ότι τα επιχειρήματα αυτά είχαν παρατεθεί κατά τη διαδικασία, αλλά επανέλαβε ότι το επίδικο σημείο δεν ήταν να αποδειχθεί ταυτοχρόνως και μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια ότι κάθε στοιχείο ταυτίζεται, αλλά αν η περιγραφή του βιβλίου καθιστούσε εύλογα αναγνωρίσιμη την Εφεσείουσα στο συγκεκριμένο κύκλο ανθρώπων. Όπου οι πρωτοδικειακές διαπιστώσεις είχαν επικεντρωθεί υπερβολικά σε μικροδιαφορές ανάμεσα στις λεπτομέρειες του βιβλίου και της βιογραφίας, το Εφετείο τις θεώρησε άνευ ουσίας για την κατοχύρωση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής. Έτσι, αιτήματα που ζητούσαν να αναδειχθεί ως κρίσιμο κάθε μικρή ασυμφωνία (π.χ. αριθμός αδελφών, ακριβείς ημερομηνίες, λεπτομέρειες οικογενειακής ζωής) δεν έγιναν δεκτά ως ικανά να αναιρέσουν την κύρια εκτίμηση ότι το βιβλίο διέρρηξε την ιδιωτική σφαίρα.

Υπήρχαν και λόγοι που αποσύρθηκαν (ο 3ος και ο 5ος), οπότε αυτομάτως δεν έπαιξαν ρόλο. Άλλοι λόγοι, όπως η πρόταση ότι δεν είχε εμφανιστεί μαρτυρία για το τι ακριβώς είχε αφηγηθεί η Εφεσείουσα στη συγγραφέα ώστε να θεμελιωθεί σχέση εμπιστευτικότητας, τέθηκαν και αξιολογήθηκαν κατά το δυνατόν στο πλαίσιο της συνολικής εικόνας. Το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τις παραδεδεγμένες συναναστροφές και τις σημειώσεις που φέρεται ότι έγιναν, έκρινε ότι υπήρχαν επαρκή δεδομένα για να καταλήξει στο συμπέρασμα περί παράβασης της ιδιωτικής ζωής και, κατά συνέπεια, δεν χρειάστηκε να επιμείνει σε κάθε επιμέρους τεχνική απόδειξη προκειμένου να χορηγήσει θεραπεία.

Διαβάστε επίσης: Δικαιώθηκε η Νιτσού για το βιβλίο «Ελένη η πόρνη»: Πήρε αποζημίωση 25.000 ευρώ