Την ώρα που η Κύπρος βαδίζει στα δύσκολα μονοπάτια της ύφεσης και της αβεβαιότητας αναζητά -παράλληλα- ξένες επενδύσεις, ωστόσο, δεν επενδύει στον οργανισμό που δημιουργήθηκε ακριβώς για αυτόν τον σκοπό. Αντίθετα η κυπριακή πολιτεία προσβλέπει σε συμφωνίες που θα έρθουν μέσω πολιτικών επαφών και όχι μέσω των ανθρώπων που ασχολούνται με κύριο αντικείμενο την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Ο CIPA δημιουργήθηκε το 2007 και έχει ετήσιο προϋπολογισμό μόλις 1,2 εκατομμυρίου ευρώ την ίδια ώρα που ανταγωνιστές σε επίπεδο υπηρεσιών και ξένων επενδύσεων δαπανούν δεκάδες εκατομμύρια προς αυτήν την κατεύθυνση.

Πιο ειδικά αναφέρεται ότι το Λουξεμβούργο δαπανεί κάθε χρόνο κάπου 50 εκ. ευρώ για προσέλκυση ξένων επενδύσεων, ενώ η Μάλτα 40 εκ. ευρώ. Η Ιρλανδία με τη σειρά της ξοδεύει για σκοπούς προσέλκυσης ξένεων κεφαλαίων στη χώρα 35 εκατομμύρια.

Ο CIPA ωστόσο διαθέτει ιδιαίτερα λιτό προϋπολογισμό, έχοντας με αυτόν να καλύψει τους μισθούς του μόνιμου προσωπικού, τα λειτουργικά του έξοδα, τη συμμετοχή σε εκθέσεις του εξωτερικού και τις αποστολές. Επιτυχημένες διοργανώσεις όπως "Πρόγευμα με τον Πρέσβη" γίνονται με οικονομική στενότητα από τον CIPA, παρόλο που αξιολογείται ως μία από τις θετικές ενέργειες του Οργανισμού.

Πολλοί εμπλεκόμενοι άμεσα ή έμμεσα με τον Οργανισμό Προσέλκυσης Ξένων Επενδύσεων αναφέρουν ότι θα πρέπει επιτέλους η κυπριακή πολιτεία να χρηματοδοτήσει σοβαρά τον CIPA, για να προσδοκεί σε θετικά αποτελέσματα. Η κάθοδος ξένων επενδυτών προϋποθέτει μεγάλο αγώνα, ταξίδια, επαφές, συναντήσεις, συζητήσεις και δικτύωση σε μεγάλες αγορές και πρόσβαση σε πηγές επενδυτικών ταμείων, οοργανισμών και ιδιωτών επενδυτών.

Η έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να έρθει δίχως δραστικές και αποφασιστικές κινήσεις και η ενίσχυση του CIPA με παράλληλο καταρτισμό σχεδίου δράσης από το κράτος με απαιτήσεις, χρονοδιαγράμματα και έλεγχο αποτελεσμάτων ανά τακτά χρονικά διαστήματα αποτελούν σημαντικά βήματα προς την οδό της ανάκαμψης.