Sigmalive

Ο ΒΙΩΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ


Ο ΒΙΩΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ .

και εξετίναξε την φλόγα του πυρός της καμίνου... ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον

Ιστορία μιας επιθυμίας. Περιπλεκομένων ενιαυτών, η ζωή αποστάζει τις βιωμένες στιγμές της. «Θυμήσου σώμα.» Χρόνος της θύμησης, άμμος μέσα από τα δάκτυλα. Κι η ζωή ακριβών μνημών περιδέραιο. Μεταβιώσεις της μνήμης, κείμενα που παραπέμπουν σε κείμενα, λόγια που ψιθυρίζουν λόγια αλλοτινά και αλλονών στην μνήμη. κύκλοι ομόκεντροι στην λίμνη του άλλοτε και του πετριές της μνήμης, μνήμες που αναβιώνουν άλλες μνήμες. Βιβλία μέσα σε βιβλία, γραφές των λιτεράτι να ξεφυλλίζουν το Μπορχεσιανό άπειρο των σελίδων.

Ο βιωμένος χρόνος. Κι η μεταβίωση του, στην μνήμη… 'Time present and time past. Are both perhaps present in time future, And time future contained in time past. If all time is eternally present.' Με την σοφία του T.S. Elliot. Και του Proust τo ‘A la recherche du temps perdu’... «Πιες άλλη μια γουλιά, δεν έχει γυρισμό αυτός ο δρόμος», κι η σοφία του κρασιού, στον Ομάρ Καγιάμ.

Άρωμα Προυστ στις σελίδες του Ανδρέα Κάραγιαν που αναδιφεί στην πενταλογία των αναβιώσεών του κι εκείνος εκείνη την "μια αφορμή, το σημείο εκκίνησης, την στιγμή που χώρεσε όλες τις άλλες, που ξεδίπλωσε ασύνειδα, με την κίνηση της ασύνειδης μνήμης την αφήγηση της ροής των σημαδιακών, των γεμάτων συναισθηματικό νόημα στιγμών μιας ζωής, που είναι το Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο του Μαρσέλ Προυστ.

Η «προυστιανή μνήμη», όπως ωνομάστηκε προς τιμήν του έργου του Μαρσέλ Προυστ. Η στιγμή που ήταν το βούτηγμα μιας μαντλέν, του σπογγώδους αυτού μπισκότου σε σχήμα αχιβάδας, σε ένα φλυτζάνι τσάι. Αρχή της μνήμης κι αφορμή της διήγησης η ξαφνική πλημμύρα αναμνήσεων εκκινούμενη με ένα εξωτερικό ερέθισμα όπως άρωμα ή γεύση.

Παραπέμπει, λοιπόν, από την πρώτη κιόλα σελίδα κι ο Προυστικός Ανδρέας Κάραγιαν στον παραλληλισμό με το βούτηγμα της μαντλέν να εκκινεί την ροή της μνήμης, αφού το προσωπικό του αντίστοιχο, το τυχαίο ξεφύλλισμα παλιών «σημαντικών» βιβλίων γύρω του «επιτρέπει σε μια λέξη, σε μια φράση, σε ένα συσχετισμό να γίνουν σαν την Μαντλέν του Προυστ και να αρχίσουν οι εικόνες να πλημμυρίζουν το μυαλό» του. Χρειάζεται κι η «επιστημονική» ή φιλοσοφική εξήγηση;

Από την μνήμη της γεύσης στην γεύση της μνήμης. Μοναδικά εκφραστικό παράδειγμα για τους φιλοσόφους όπως και τους επιστήμονες νευροφυσιολόγους, σημαδιακές στον Proust οι μικρές μαντλέν του, να σημαδεύουν το πιο χαρακτηριστικό και πιο γλαφυρό παράδειγμα για την σχέση σώματος και πνεύματος, το πώς η λογοτεχνία αναδίφησε κι άντλησε από την καίρια γόνιμη παρουσία της γεύσης στην μνήμη.

Θυμήσου σώμα. Το άγγιγμα της γεύσης, κι η γεύση του αγγίγματος … Με αναφορά στον Προυστ, όπως και στον ερωτικό Καβάφη, περνώντας στον

αισθητικό αλλά κι αισθησιακό Ανδρέα Κάραγιαν. Η σωματικότητα της μνήμης, κι η μνήμη των σωμάτων. Θυμήσου σώμα πόσο αγαπήθηκες.

 

Αδιάστατο το βιούμενο παρόν, αλλά εκτατικοποιούν το συνειδός πράγματα και πρόσωπα στον χώρο της βιωτής, του βιωμένου παρελθόντος, σε ένα ψηφιδωτό, έναν ζωγραφικό καμβά που συνθέτουν οι πολύχρωμες ψηφίδες των αναμνήσεων. Τόπο ανακαλεί η μνήμη, προσωποποιώνοντας τον χώρο ως βιωμένο τόπο. Ως ονόματα, και βλέμματα, και πρόσωπα και ομιλίες.

Αναδομεί λοιπόν η μνήμη ένα οικείο «οικίας περιβάλλον», όπως το ανακαλεί κι ο ομοίως Αλεξανδρινός μας ποιητής, στον οποίο τόσον αναζητεί εμπνεύσεις, παραλληλισμούς κι ομοιότητες, ζωγραφίζοντας με λέξεις, χρώματα και ήχους ο «τριττώς», με τρεις τέχνες, όπως σημειώνει ο ίδιος ο καλλιτέχνης Ανδρέας Κάραγιαν: την ζωγραφική, την μουσική, την συγγραφή.

Kείται λοιπόν το παρελθόν μας πέραν της ακτίνας της διάνοιας, σε κάποια υλικά σώματα (στην αίσθηση που θα μας έδινε το υλικό σώμα) χωρίς εμείς να το υποπτευόμαστε. Την σωματικότητα της μνήμης αναδιφεί ο Μαρσέλ Προυστ, μεταβιώνοντας την διαχεόμενη στα φιλοσοφικά και λογοτεχνικά κείμενα της εποχής του φιλοσοφία του Μπερξόν, μεταβιώνει τις φιλοσοφικές συνηχήσεις του Μπερξόν στον Προυστ κι ο βιογραφούμενος ζωγράφος - συγγραφέας Ανδρέας Κάραγιαν. «Με γεύση και με μυρωδιά η προτινή ζωή», παρούσα η αρχική μνήμη στην υλικότητα του σώματος, στην ηδονή της ανακάλυψης της ύπαρξης. «Θυμήσου σώμα…», με την ποιητική επίκληση του Καβάφη, με την ζωγραφική των ωραίων νεανικών σωμάτων, σκιαγραφώντας την εορτή της ζωής.

«Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα, που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου».

«Γραμμές του σώματος. Μέλη ηδονικά. Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα· πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι, και πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα. Πρόσωπα της αγάπης, όπως τα ’θελεν η ποίησίς μου..»

Κι ήταν η πρώτη, καίρια είσοδος του Ανδρέα Κάραγιαν στην τέχνη, η πρώτη ζωγραφική του έκθεσή, με την παραίνεση της φίλης του Τατιάνας Μιλέξ, πίνακες εμπνευσμένοι από τον Καβάφη.

«Ήταν ωραία η αίσθησις αυτή». Όπως στην Τρίτη Κριτική του Καντ, πέρα από τα δυναστευτικά όρια του Λόγου, πέρα από τα δεσμά των αρχών της εξήγησης της πράξης, η καθαρή ελευθερία της αισθητικής, της διαφυγής στο ωραίο, στην καθαρή τής έκφρασης του ωραίου ελευθερία. Είναι ωραία ως σύνολο η «αγαπημένη αίσθησις»…

Αισθησιακός, λοιπόν, ναι, αλλά και ιδεαλιστής του ωραίου, φιλοσοφικά αισθητικός. Αν μπορούσε, λοιπόν, η πενταλογία του Ανδρέα Κάραγιαν να συνοψιστεί σε μία λέξη, «το άπειρο σε μια σταγόνα», με τον Άραβα της ερήμου ποιητή, η λέξη αυτή- μετρείστε την στο κείμενο οι λογομέτρες της υφομετρίας- η λέξη αυτή θα ήταν το «ωραίο». Ιδέες πλούσιες, όμορφα δοσμένες.

Σαν εμπειρία του ωραίου έζησε την βιογραφούμενη ζωή του ο ζωγράφος των βιωμάτων ποιητής, σαν όμορφη εμπειρία, αιμυλίοισιν λόγοισιν, με λόγια όμορφα στρογγυλεμένα, θα περιέγραφε ένας ομηριστής αναγνώστης το καλοσμιλεμένο ανάγνωσμα των βιβλίων του ζωγράφου Κάραγιαν.

Ανδρέα Κάραγιαν ‘τα εις εαυτόν’. “Aναπλάθω στην μνήμη μου έναν φανταστικό κόσμο», ομολογεί αφοριστικά για την τέχνη της γραφής του, αυτοβιογραφούμενος, ο καλλιτέχνης Ανδρέας Κάραγιαν. Ψηφίδες συλ-λέγοντας τις βιωμένες του στιγμές… ‘Ταύτ’ εύρον ψηφίζων εγώ’, με τα λόγια του ανακαλούντος τις στιγμές της επι-θυμητικής ζωής του κι ο ποιητής της Παλατινής, εντρύφημα, γνωρίζω του γείτονος ζωγράφου. Ένα παλίμψηστο των διαλεκτών στιγμών του, χρώματα και βιώματα κι αισθήματα συνθέτοντας στον πολύχρωμο καμβά μιας πλούσιας στους τόπους και τρόπους και ανθρώπους του ζωής.

Παιδός η βασιλείη. Επιστρέφοντας στα παιδικά αθώα ξεκινήματα στην οδό Ουζουνιάν, στα όρια της μοιρασμένης πλέον Λευκωσίας, μια «χρυσή εποχή» ανακαλεί ο μνήμων ημερών ωραίων πριν την βάναυση δι-αιρετική πολιτικοποίηση της αθώας πολύχρωμης ενότητας. Η μητέρα στην Λευκωσία, η παρουσία του πατέρα, της γιαγιάς στα Κατύδατα, η πολιτισμικά πλούσια ζωή στο Λονδίνο. Σαν άλλος Οδυσσέας – στην επαλληλία εδώ του Ομήρου του «πολλών ανθρώπων είδεν άστεα και νόον έγνω» βιογραφούμενος τοποθετεί ο Ανδρέας Κάραγιαν την ανάδυση του προσώπου του στις πόλεις όπου ανδρώθηκε και ωρίμασε λογοτεχνικά και εικαστικά, Λευκωσία, Λονδίνο, Αθήνα, με την χρήση της πόλης όχι μόνο ως σκηνικού αλλά και ως χαρακτήρα της μυθοπλασίας του εαυτού του.

Γιατί οι ζωές των ανθρώπων μπορούν να επηρεαστούν βαθιά κι ανεξίτηλα από την πολύβουη και απρόσωπη αστική ζωή της πόλης, που ωστόσο στον ψυχισμό βιώνεται μέσα από την προσωποποίησή. «Οικίας περιβάλλον, όπως η ποίησίς μου το εθέλησεν» - κι είναι σε μια βιογραφία ένας προσωπικός μύθος που βιο-γραφείται από τον καλλιτέχνη.

Με αναφορά στον Προυστ κι η εμμονή στις γυναίκες της ζωής του. Η μητέρα, η γιαγιά, η ερωτική φίλη Άννα, το άγγιγμα της γυναίκας. Πιλοποιός, η ξεχωριστή «καπελού» Καρμέλα της καλής κοινωνίας, η μητέρα του, τον μεγάλωσε εξοικειώνοντας και διδάσκοντάς του τα ήθη και τους τρόπους της καλής κοινωνίας, καταλείποντάς του το αίσθημα της «χαμένης χρυσής εποχής» του Ησιόδειου μύθου της κοσμογονίας, της παλαιάς πολυπολιτισμικής Λευκωσίας, με έναν πλούτο εμπειριών που μόνον στην μνήμη και στο ήθος των τοτινών έχει μείνει. Απλώνεται και διαχέεται η ζεστασιά της μητρικής παρουσίας, στην μητέρα και την αταβιστική πρόσδεση στην ησυχαστική τρυφεράδα της διπλής μητέρας, φυγή ή καταφυγή μακράν του θορύβου του «έξω» της πόλης, στην αμυντική αναδίπλωση κι επιστροφή στην μήτρα, το «regressus ad uterum» των ψυχαναλυτών. Τα πρώτα στοχαστικά όσο κι αυτοπροσδιοριστικά «εις εαυτόν» του «ψυχάριου ζητούντος εαυτόν» τρυφερού Ανδρέα.

Ανέγνω ου κατέγνω ο νεαρός Ανδρέας, σ’ αυτόν τον πολύχρωμο διά-κοσμο ιδεών, πίστεων κι ανθρώπων, σε «διαφορετικό» σχολείο καλογραιών πηγαίνοντας ως καθολικός κι ο ίδιος, εντρυφώντας στην συνάντηση πολιτισμών, απ’ όπου ως αναγνώστης του κόσμου μπορούσε να αντλήσει ιδέες και απόψεις, να διαφωνήσει ή να διαφωτιστεί, αντλώντας σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία εκείνα που θα εμπλούτιζαν και θα διεύρυναν την σκέψη του.

Ανακαλεί λοιπόν ο Ανδρέας Κάραγιαν, με τις υποσύνειδες υποδηλώσεις του μύθου της έκπτωσης των γενεών, εκείνη την «χρυσή» εποχή, την προ των πολιτικών εντάσεων, των δικοινοτικών ταραχών, των διαιρέσεων, του μίσους και των πολέμων.

Εποχές που ανέδιδαν, όπως στους πίνακες των ακαδημαϊκών ζωγράφων του νεοκλασσικισμού, μια χρυσή αχλύ της εξιδανικεύουσας νοσταλγίας.

Έτοιμος κι ανοικτός στο διαφορετικό, όταν βρέθηκε να ζει στο πολιτισμικό χωνευτήρι της Αλεξάνδρειας, όπου κι η καίρια συνάντηση και φιλία με τον Άντχαμ και τους τρόπους του ισλαμικού κανόνα, την νηστεία του Ραμαζανιού και την σιωπηρή της γυναίκας την υποταγή.

Ένα στοχαστικό περπάτημα στους δρόμους της ζωής του περιπατητή της πόλης, ή των πόλεων, δανδή φλανέρ, ένα μωσαϊκό αισθαντικών παρατηρήσεων που αφήνει να αναδυθούν ένα εύθραυστο μα φωτερό βιτρώ μιας παλιάς αρχοντικής Λευκωσίας που έζησε με την διαλεκτή του καλού κόσμου μητέρα του. Αλλά και της Αλεξάνδρειας, όπου γεύθηκε χρώματα και γεύσεις από το λυκαυγές μιας άλλης του των φευγάτων ιστορίας, όπως και στο πολυπολιτισμικό παλίμψηστο τόπων, γεύσεων κι ανθρώπων, το φιλελεύθερο Λονδίνο, όπου απεφάσισε την κλήση του στην ζωγραφική, παρατώντας το σίγουρο μέλλον της ιατρικής καριέρας και σπουδάζοντας την τέχνη. Ήταν, άλλωστε, αφορίζει ο ίδιος, τα επαναστατικά σίξτυς, η εποχή των παιδιών των λουλουδιών.

Εικόνες του πάλαι σε ένα χρυσίζον χρώμα της αναπόλησης του περιπατητή της πόλης, μνήμη του βουλητικού που διυλίζει την αδρή της πραγματικότητας ύλη σε αχνές ανταύγειες της ανέφικτης επιθυμίας, τόσο πιο αληθούς ως ιστορίας, όσο πιο απείρακτης και πνευματοποιημένης στο άπιαστο της ανέγγιχτης μνήμης. 'Κι αισθηματοποιήθηκες, ολόκληρο για μένα', κατά τον δικό μας, Αλεξανδρινό ποιητή της μνήμης...Και πόσοι αλίμονο αλλά κι αναπόφευκτοι οι αποχωρισμοί, αφού μεγαλώνουμε αποχαιρετώντας ανθρώπους, όπως μάς συγκινούν οι σκοτεινές πινελιές της φυγής του πατέρα, μόνου σε ένα παγερό δωμάτιο.

H ιστορία συναντά την βιωμένη μνήμη αλλά και τα μεγάλα βιβλία και στην αφήγηση των ημερών του ’42 από τον Λώρενς Ντάρελ, στην Αλεξάνδρεια, γέμουσα από νέους Άγγλους πεινασμένους για τις ηδονές της ζωής στρατιώτες, πριν η νεανική ζωή τους ριχτεί στα δόντια του πολέμου, στις μάχες της ερήμου στο Ελ Αλαμέιν. Επιθυμία και θάνατος, κι εδώ, κι ο έρως των «ανδρείων της ηδονής» στο μεταίχμιο της ζωής ως amor fati, στην συνάντηση του έρωτα και του θανάτου, στην υπερβολή της έντασής των καθώς συναντώνται, όπως διείδε στον Κριτία κι ο Σωκράτης.

Εραστής όμως της ζωής στην πληρότητα της αλήθειας της ο καλλιτέχνης, διακεκριμένος ζωγράφος συγγραφέας, αφήνει να μιλήσουν στο πιο εναργές τους χρώμα όλες οι παραστάσεις και συγκινήσεις που άφησε στο λογικόν όσο και στο βουλητικόν κι ορεκτικόν της ψυχής του, σε μια ζωηρή παλέτα που παρασύρει τον αναγνώστη στις κινούμενες εικόνες της ρέουσας γραφής του.

«Άνδρας ερωτικός», όπως θα τον περιέγραφε κι ο Πλάτων, δεν ορρωδεί στην αποκάλυψη και ενίοτε τολμηρή περιγραφή της βίωσης της επιθυμίας όπως η σεξουαλική του ταυτότητα τού την εγνώρισε, βιώνοντας και την μαχητική διάσταση της αποκάλυψης της ερωτικής του αλήθειας, με την δική του συμβολή – όπως κι ο Μοδινός-στην επανάσταση σε μια «κοινωνία σεμνότυφη πολύ». Που έφερε και την αστυνομία σε μια στιγμή στην πόρτα του.

Στις πολλές της, συχνά αντιφατικές όψεις, η αλήθεια είναι μία και ολόκληρη, και όπως θα το διεκήρυττε κάθε επαναστάτης, «μισή αλήθεια είναι ολόκληρο ψέμμα». «Πρόσωπα της αγάπης, όπως η ποίησή μου τα εθέλησεν». Ενήδονη η γραφή του δεν διστάζει να ανακαλέσει τις πράξεις, τις στιγμές της ηδονής, λέξεις κι αισθήματα, τόποι, τρόποι και ονόματα χωρίς μάταιες μεταμέλειες και κενές αναστολές. Γραφή που την σώζει από την πορνογραφία η αλήθεια της τέχνης, ύμνος πάντα στο ωραίο, στην πληρότητά του ιδωμένο, στην πλήρη κι εναργή, πέστε

«ενεργή»; αλήθεια του βιωμένο, προσυπογράφοντας την Καβαφική ερωτική ανταρσία του. «Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας.»

Ταξιδιώτης του ωραίου, ένας χορταστικός φλανέρ, πάνω από όλα, στους δρόμους των μεγάλων πόλεων όπως και στις σελίδες των μεγάλων βιβλίων, εραστής της ζωής στην πληρότητα της αλήθειας της ο καλλιτέχνης, διακεκριμένος ζωγράφος συγγραφέας, αφήνει να μιλήσουν στο πιο εναργές τους χρώμα όλες οι παραστάσεις και συγκινήσεις που έζησαν κι ανέβρασαν στο λογικόν όσο και στο βουλητικόν οπωσδήποτε, το ορεκτικόν της ψυχής του, σε μια ζωηρή παλέτα που παρασύρει τον αναγνώστη στις κινούμενες εικόνες της ρέουσας, συναρπαστικής στην σαγήνη της γραφής του. ‘Σαγήνη» δεν σημαίνει άλλωστε παγίδα;

Γιατί είναι ένας πραγματικός τεχνίτης του λόγου ο συγγραφέας, αφήνοντας να κυλήσει αβίαστα, κρυμμένη στην ούγια της τεχνικής της πένας η μέθη της τέχνης, η ροή των παραστάσεων και της βίωσης που συγκροτεί την δημιουργό αντίληψη του καλλιτέχνη, τον βιωμένο χρόνο της συνείδησης που υφαίνει την λογοτεχνική ιστόρηση της ζωής του.

Αrs magna, vita brevis, αείζωε καλλιτέχνη Ανδρέα. Ή να την πω «brave», ανδρείε της ηδονής, εραστή όμοια και τεχνίτη του ωραίου, περιπατητή φιλόσοφε του κάλλους.

«Μου άρεσε να ζω τις αντιφάσεις μου» συνοψίζει ο ίδιος φιλοσοφικά τον εαυτό του. Στην αντίστιξη των αντιφάσεών του και των χρωματισμών του συνθέτοντας το κιάρο σκούρο της αυτοπροσωπογραφίας του. «Οπτικογραφώ τον εαυτό μου», εξηγώντας τις εικαστικές αποδόσεις του εαυτού του. Με τον κόσμο γύρω του να δίνει το φόντο του αυτοειδώλου του. «Έζησα το πάθος μέσα απ’ τα μεγάλα βιβλία των αναγνώσεών μου, του Mαν, του Έσσε, του Ώντεν και μέσα από τους έρωτές μου». Στο ψηφιδωτό των σχέσεών του αποτίθενται οι ψηφίδες που του απέδωσε μια έντονα και πλούσια βιωμένη ζωή.

Απόηχος εδώ του Καβαφικού «Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα». Αναδίνεται ατμίζουσα η αχλύς των «λάγνων κλιμάτων», των «saltry climates» των ζητούντων τον λιόφωτο της Μεσογείου έρωτα Βρετανών ρομαντικών, του Shelley και του Byron, όπως κύρια η αναδύουσα στο Κομπραί ηδυπάθεια του Μαρσέλ Προυστ, δίνοντας την επίγευση και το τελικό καταστάλαγμα της βιογραφίας του ερώντος στο δικό του Κομπραί της οδού Ουζουνιάν Ανδρέα Κάραγιαν, με το απόσταγμα των ερώτων του στον φιλοσοφικό αφορισμό: «Ο κόσμος μου είναι ο κόσμος των ονείρων, ούτε πολύ φωτεινός, ούτε πολύ σκοτεινός, με ένα ειδικό φως, όμοιο με εκείνο στην έκλειψη ηλίου, με μια τάση προς το ερυθρό. Εδώ δεν υπάρχει χρόνος, μόνο μνήμες, σκόρπιες μνήμες.»

Τα ακίνητα της εβδομάδας

Altamira doValue Group
Youtube logo

SigmaLive App

Κατεβάστε την εφαρμογή στο κινητό σας για άμεση και γρήγορη ενημέρωση.

AppStore App LinkGoogle PlayStore App Link

Ακολουθήστε μας

Παρακολουθήστε τις εξελίξεις μέσω των social media του SigmaLive


Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter και μείνετε πάντα ενήμεροι!

Εγγραφή στο Newsletter