Ο Υπουργός Οικονομικών είναι πεπεισμένος ότι, με τα μέτρα που πήρε η Κυβέρνηση, σταδιακά θα μειωθούν τα ελλείμματα. Ανεξάρτητοι οικονομολόγοι, θεωρώντας το μάλλον απίθανο, σημειώνουν ότι τα πρόσθετα μέτρα που θα χρειαστούν, θα εξαρτηθούν και από το ρυθμό της ανάκαμψης της κυπριακής οικονομίας. Η αντιπολίτευση, πάντως, επιμένει ότι σύντομα, δηλαδή μέσα στο ερχόμενο καλοκαίρι, θα φανεί ότι τα μέτρα ήταν ανεπαρκή και θα χρειαστούν κι άλλα…
Ελλείμματα και τρύπες
Παρόμοιο είναι το σκηνικό και στο μέτωπο των συντάξεων. Η Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων επιμένει ότι με τα μέτρα που έχουν ληφθεί, το σύστημα Κοινωνικών Ασφαλίσεων θα μπορεί ν' ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του για μερικές δεκαετίες ακόμα. Αντίθετα, τόσο η αντιπολίτευση όπως και αρκετοί ανεξάρτητοι παρατηρητές ισχυρίζονται ότι αυτοί οι υπολογισμοί είναι «ευσεβείς πόθοι» και ότι πολύ πιο γρήγορα απ' ό,τι ισχυρίζεται η Υπουργός θα προκύψει πρόβλημα πληρωμών για τις συντάξεις.
Αξιοσημείωτο είναι ότι και στις δυο περιπτώσεις, και ιδιαίτερα όσον αφορά τις συντάξεις, ένα κομμάτι του ΔΗΚΟ δεν ασπάζεται τους ισχυρισμούς της Κυβέρνησης. Ιδιαίτερα για το συνταξιοδοτικό, ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών Νικόλας Παπαδόπουλος έχει επισημάνει κατ’ επανάληψιν την ανάγκη να αντιμετωπιστεί το ζήτημα με πιο ρεαλιστικό τρόπο. Υπονοώντας, βέβαια, ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί της Υπουργού.
Αμφισβητούνται οι υπολογισμοί
Πολλοί είναι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι η αναλογιστική άσκηση στην οποία βασίστηκαν οι αλλαγές που εισηγήθηκε η Σωτηρούλα Χαραλάμπους, είτε ήταν ήδη ξεπερασμένη είτε περιείχε υποθέσεις εργασίας που δεν είναι ρεαλιστικές, αλλά μόνο ευνοϊκές. Στη μελέτη του 2008, που έκανε ο αναλογιστής τον οποίο διόρισε η Κυβέρνηση, υπήρχαν κάποιες υποθέσεις που αμφισβητούνται από διάφορες πλευρές.
Η πρόβλεψη για ανεργία το 2010 ήταν για παράδειγμα 3,5%, ενώ στην πραγματικότητα η ανεργία άγγιξε το 7%. Μάλιστα, την ίδια πρόβλεψη για ανεργία (3,5%) έχει για το 2020, αλλά ακόμα και αν ανατραπεί δραστικά η σημερινή κατάσταση της κρίσης, αρκετοί είναι εκείνοι που λένε ότι είναι πολύ αμφίβολο ότι η Κύπρος θα γυρίσει σε τόσο χαμηλό δείκτη ανεργίας. Τα ίδια παρατηρούν οι ίδιοι οικονομικοί κύκλοι και για το ρυθμό αύξησης της οικονομίας. Στη μελέτη εκείνη του 2008 υπήρχε πρόβλεψη 4,3%, ενώ ο πραγματικός δείκτης είναι πολύ χαμηλότερος. Το ίδιο, σημειώνουν, είναι πιθανό να συμβεί και με άλλες προβλέψεις της μελέτης για τη συνέχεια.
Με τέτοια, λοιπόν, δεδομένα η ετήσια δαπάνη του Ταμείου δεν ήταν 5,4% του ΑΕΠ για το 2010, όπως προέβλεψε η μελέτη. Ενώ αυξημένα θα είναι και τα μελλοντικά ποσοστά. Τι ακριβώς θα γίνει όταν οι δαπάνες το 2020 υπερβούν το 7% του προϊόντος της χώρας, που προέβλεπε η μελέτη; Πολύ απλά, σημειώνουν ειδικοί, η ώρα της κρίσης θα έρθει νωρίτερα απ' ό,τι ισχυρίζεται η Κυβέρνηση. Ο Χαρίλαος Σταυράκης, πάντως, διαμηνύει στους πάντες ότι περιμένει τη νέα μελέτη τού «κοινής αποδοχής αναλογιστή». Αυτό που δεν λέει ο Υπουργός Οικονομικών είναι πως η προσπάθεια αυτή «με το καλημέρα» ξεκίνησε να έχει προβλήματα. Ο γνωστός οίκος Hewitt κινήθηκε νομικά εναντίον του επειδή διόρισε «τον κοινής αποδοχής αναλογιστή» (την Muchanna) για τη βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων χωρίς διαγωνισμό, αλλά με απευθείας ανάθεση. Μάλιστα, η εκδίκαση της προσφυγής της Hewitt εναντίον της Δημοκρατίας στο Ανώτατο είναι προγραμματισμένη για τις 25/2/2011.
Τι θα γίνει με τους κυβερνητικούς;
ΣΥΝΕΠΩΣ, όλα δείχνουν πως ένα πολύ σημαντικό θέμα, μέσα στην υπόλοιπη επικαιρότητα, τείνει να… ξεχαστεί. Το θέμα αφορά με απλά λόγια τις συντάξεις των εργαζομένων και τη δυνατότητα χιλιάδων ανθρώπων να επιβιώσουν αξιοπρεπώς την κρίσιμη ώρα που θα πάψουν να είναι «μάχιμοι» στην αγορά εργασίας. Επομένως, δεν μπορεί να πέφτει στα μαλακά. Το λογικό και αναμενόμενο είναι να γίνει δημόσια και με διαφάνεια μια σχετική συζήτηση και οι διάφορες πλευρές να τεκμηριώσουν με στοιχεία τούς ισχυρισμούς τους, προκειμένου να ληφθούν οι απαραίτητες αποφάσεις. Κάτι τέτοιο για την ώρα δεν συμβαίνει, με τους πολιτικούς προϊσταμένους να προσπαθούν να… σπρώξουν την καυτή πατάτα μετά τις εκλογές.
Ένα πρόσθετο, αλλά βασανιστικό ερώτημα στο οποίο κανείς δεν φαίνεται πρόθυμος να απαντήσει είναι τι θα γίνει με τους δημόσιους και ημικρατικούς υπάλληλους που έχουν ως «κεκτημένο» να μη συνεισφέρουν εκείνα που θα όφειλαν για τη σύνταξή τους. Η γενική εικόνα των εργαζομένων δύο ταχυτήτων, με εκείνους του ιδιωτικού τομέα να πληρώνουν εισφορές για τη σύνταξή τους και τους δημόσιους να περιμένουν να τους έρθει ως «μάννα εξ ουρανού», προκαλεί πολλές «ψιθυριστές» διαμαρτυρίες και μια πολύ κακή αίσθηση ανισότητας.
Η πολιτική ηγεσία και η σημερινή Κυβέρνηση αποφεύγουν αυτό το ερώτημα όπως ο «διάολος το λιβάνι». Θεωρητικά, υπολείπεται εκείνη η διαπραγμάτευση που θα έκανε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προσωπικά με τη συνδικαλιστική οργάνωση των δημοσίων υπαλλήλων για να βρουν τους συγκεκριμένους τρόπους, με τους οποίους θα συμβάλουν και οι τελευταίοι στην αντιμετώπιση της κρίσης και στο ποσό που συμφωνήθηκε πολιτικά. Όταν ακόμα και αυτή την «καυτή πατάτα» δεν φαίνεται να θέλει να αγγίξει ο Πρόεδρος Χριστόφιας, πώς θα περίμενε κανείς ότι θα τολμήσει να θίξει το ζήτημα των συνεισφορών για τις συντάξεις;
Η «βόμβα» των Ημικρατικών που όλοι ξεχνούν
ΑΛΛΑ και αν γινόταν τέτοια συζήτηση με τους δημοσίους υπαλλήλους, τι θα γίνει άραγε με εκείνους των ημικρατικών οργανισμών για τους οποίους δεν έχει καν τεθεί έστω και θεωρητικά το θέμα; Την ίδια ώρα, εκκρεμεί πάντοτε η σύσταση της Γενικής Ελέγκτριας της Δημοκρατίας για την ενοποίηση και την εξυγίανση των διαφόρων ξεχωριστών ταμείων συντάξεων των ημικρατικών(ειδικά το «αμαρτωλό» ταμείο του ΡΙΚ), τα οποία, όμως, ενιαία βαρύνουν τον κρατικό κορβανά. Κατ’ αναλογίαν, οι δημόσιες συζητήσεις, όταν κι εφόσον γίνονται, δεν λαμβάνουν υπόψη μια ξεχασμένη διάσταση που είναι η μικρή «ωρολογιακή βόμβα» που κρύβουν τα συνταξιοδοτικά ταμεία ημικρατικών οργανισμών. Όπως αποκαλύψαμε και στο παρελθόν, τα ταμεία συντάξεων των ημικρατικών έχουν ήδη ελλείμματα που αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα €253 εκ. Ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζουν κακοδιαχείριση και φαινόμενα συστηματικών «χαριστικών» πρακτικών. Αυτή όμως η διάσταση της εξίσωσης διαφεύγει των συζητήσεων που γίνονται σε πολιτικό επίπεδο. Επαΐοντες, όμως, επισημαίνουν ότι χωρίς να συγυριστούν τα συνταξιοδοτικά των Ημικρατικών, πολύ απλά δεν μπορεί να υπάρξει εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ότι τα Ταμεία αυτά είναι τα μόνα που… κάνουν του κεφαλιού τους, αφού δεν ακολουθούν (γιατί άραγε;) τα όσα επιβάλλει ο νόμος του 2006 για τη λειτουργία των Ταμείων Συντάξεως.
Και οι ξεχασμένοι του ιδιωτικού τομέα
ΕΝΩ, όμως, αναμένονται ειδήσεις για το τι θα κάνει η πολιτική ηγεσία σχετικά με τον «εύκρατο πλανήτη» των προνομιούχων του δημόσιου τομέα, εκεί έξω στον ιδιωτικό τομέα φαίνεται να επικρατούν ψυχροί άνεμοι. Σε μελέτη που έκανε αναλογιστικός οίκος και παρουσιάστηκε σε συνέδριο ταμείων προνοίας και ταμείων συντάξεως τις περασμένες εβδομάδες, προκύπτουν πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία. Υπολογίζεται ότι για να ζήσει άνετα ως συνταξιούχος ο μέσος εργαζόμενος, θα πρέπει να διαθέτει συνταξιοδοτικούς πόρους που ανέρχονται σε 15,7 φορές τις ετήσιες απολαβές του. Σε σχετική ανάλυση των διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων προκύπτουν τα σχετικά «ελλείμματα» για τις διάφορες κατηγορίες. Οι ανισότητες είναι χτυπητές. Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα υπολείπονται 2,5-3,3 φορές τον ετήσιο μισθό τους για να έχουν αυτήν την «αξιοπρεπή σύνταξη». Σε αντίθεση, οι τραπεζικοί υπάλληλοι, που βρίσκονται σε καλύτερη θέση από όλους, έχουν «έλλειμμα» μόλις μια φορά τις ετήσιες απολαβές τους.
Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι από αυτά τα 15,7 έτη απολαβών που χρειάζεται ένα ικανοποιητικό σχέδιο σύνταξης, οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις καλύπτουν κάτι περισσότερο από τα μισά (δηλαδή μόλις 8,1 έτη). Αλλά και οι θεωρούμενοι ως προνομιούχοι, δηλαδή οι δημόσιοι και ημικρατικοί υπάλληλοι, φαίνεται να υπολείπονται ένα σεβαστό ποσό που ανέρχεται σε 1,7 φορές τις ετήσιες απολαβές τους. Αν όμως με τους δημόσιους υπαλλήλους ασχολείται ολόκληρο το σύστημα και η επικαιρότητα μαζί, οι ιδιωτικοί υπάλληλοι μένουν ξεχασμένοι στη γωνιά τους και καλούνται μόνοι τους να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που συνοδεύουν την επιμήκυνση της διάρκειας ζωής του ανθρώπου, αλλά και τη συνεχή αύξηση του κόστους ζωής. Μπροστά στους αμείλικτους αριθμούς που παραθέτουν αναλογιστές και άλλοι ειδικοί, μόνο και μόνο για μια ικανοποιητική σύνταξη είναι ενδεχόμενο οι εργαζόμενοι να χρειαστεί να εργαστούν τελικά μέχρι και έξι χρόνια περισσότερα. Διαφορετικά, θα δούμε σταδιακά να αγοράζουν και στην Κύπρο συμπληρωματικά σχέδια σύνταξης από τον ιδιωτικό τομέα…





