Από τις μεγαλύτερες πληγές του κυπριακού αθλητισμού είναι οι παράγοντές του. Ανέκαθεν αυτή ήταν η άποψή μου και δυστυχώς, όσο περνούν τα χρόνια, αυτή η εκτίμηση γίνεται βεβαιότητα. Χρόνο με τον χρόνο, μοιάζει να παίρνει σάρκα, οστά και… πρόσωπο. Το πρόσωπο κάθε παράγοντα που αποδεικνύεται κατώτερος των περιστάσεων, όπως αυτές προσδιορίζονται από την ιστορία των συλλόγων (ή των Ομοσπονδιών) που καλούνται να υπηρετήσουν. Η ιστορία του κυπριακού αθλητισμού είναι γεμάτη από δαύτους.

Αυτούς που δεν έχουν το ανάστημα, την προσωπικότητα, τις ικανότητες να σταθούν στο ύψος των απαιτήσεων των σωματείων τους.

Αυτούς που δεν μπορούν ν’ αντεπεξέλθουν στις προσδοκίες των οπαδών.

Αυτούς που μέμφονται όλους τους άλλους, για τα προβλήματα που τους προκύπτουν, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι εκείνοι είναι οι βασικοί ή οι μόνοι υπαίτιοι.

Αυτούς που ζητούν σεβασμό από τους οπαδούς, τους αντιπάλους και τους δημοσιογράφους, αλλά εκείνοι δεν σέβονται.

Αυτούς που δεν αντιλαμβάνονται ότι η κάθε απόφαση και πράξη τους έχει αντίκτυπο στον σύλλογο που υπηρετούν.

Αυτούς που αντιμετωπίζουν τους συλλόγους τους σαν να είναι τσιφλίκια τους και θεωρούν εαυτούς «βασιλικότερους του βασιλέως».

Αυτούς που, όταν τους φτύνουν, λένε πως ψιχαλίζει.

Αυτούς που δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα των οπαδών να γνωρίζουν, να λένε την άποψή τους και να ακούγονται.

Αυτούς που θυμούνται τον κόσμο, μόνο όταν τον θέλουν να βάλει το χέρι στην τσέπη ή ως ασπίδα προστασίας.

Αυτούς που δεν αντιλαμβάνονται ότι εκείνοι είναι αναλώσιμοι και όχι τα σωματεία.

Αυτούς που υποτίθεται πως πρέπει ν’ αγαπούν τους συλλόγους τους περισσότερο από τον καθένα, ώστε να έχουν την τιμή να τον εκπροσωπούν, να χαράσσουν την πορεία του και να γράφουν την ιστορία του.

Αυτούς που δεν αντιλαμβάνονται ότι κάνουν περισσότερη ζημιά παρά καλό και έφτασε η ώρα ν’ αποχωρήσουν.

Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν και οι άλλοι. Αυτοί που μπορούν και προσφέρουν, που θυσιάζουν χρήματα, κόπους και χρόνο και ανταμείβονται βλέποντας τα ονόματά τους γραμμένα στις «χρυσές» σελίδες των σωματείων.