Η προπονητική καριέρα του Ιβάιλο Πέτεφ είναι λίγο πολύ γνωστή. Όταν  στα 2009 ο μεγαλοεπιχειρηματίας Κίριλ Ντομουσίεφ τα τσούγκρισε και αποχώρησε από τα διοικητικά της ΤΣΣΚΑ, αποφάσισε να επενδύσει στην άσημη Λουντογκόρετς Ράζγκραντ.

 

Είχε βάλει σαν στόχο να την κάνει σε πέντε χρόνια δύναμη στο Βουλγαρικό ποδόσφαιρο. Έδωσε τα ηνία της τεχνικής ηγεσίας σε κάποιον Ιβάιλο Πέτεφ, ετών 34, με ελάχιστη προπονητική εμπειρία. Η επιτυχία ήταν άμεση. Η Λουντογκόρετς ανέβηκε άμεσα στη 1η κατηγορία (περίοδος 10-11) και καπάκι στην επόμενη χρονιά πήρε και το πρωτάθλημα. Ακολούθησε άλλο ένα, συν ένα κύπελλο και ένα σούπερ καπ. Μία τρελή πορεία για τους «Τρελοορεσίβιους» και τον τεχνικό της. Αρχές της σεζόν 13-14, η Λουντογκόρετς δεν μπήκε καλά στη σεζόν και ο Πέτεφ απολύθηκε. Είχε φτιάξει σπουδαίο όνομα όμως.

Η Λουντογκόρετς έπαιζε μοντέρνο ποδόσφαιρο, συνδυάζοντας ταχύτητες, ακατάπαυστο πρέσινγκ, γρήγορη κυκλοφορία και αποτελεσματικότητα.  Ο Πέτεφ έλαβε ίσως τα πιο εγκωμιαστικά σχόλια μετά από την επεισοδιακή συνεργασία του με την Λέφσκι, λίγους μήνες μετά. Όταν στην παρουσίαση του, φανατικοί οπαδοί διέκοψαν την συνέντευξη Τύπου, του έβγαλαν τη φανέλα του συλλόγου και απαίτησαν την απομάκρυνση του. Πρόφαση το γεγονός ότι κάποτε, είχε δηλώσει οπαδός της ΤΣΣΚΑ. Η συνεργασία έληξε άδοξα. Πολλοί πρώην παίκτες της Λέφσκι καταδίκασαν το γεγονός. «Οι ομάδες του Πέτεφ είναι δολοφονικές μηχανές», «Η Λέφσκι έχασε την ευκαιρία να ξαναγίνει μεγάλη με αυτό τον προπονητή, είναι έγκλημα αυτό που έγινε», οι πιο χαρακτηριστικές ατάκες.

Ακολούθησε η συνεργασία με την ΑΕΛ, όπου χάθηκε ο τίτλος στο επεισοδιακό παιχνίδι με τον ΑΠΟΕΛ στο Τσίρειο τη χρονιά 13-14. Ξεκίνησε την επόμενη χρονιά με τις επικές μάχες με την Ζενίτ. Αποχώρησε τον Νοέμβριο. Το Δεκέμβριο ανέλαβε την Εθνική Βουλγαρίας, αλλά το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα χρειαζόταν μάγο και όχι καλό προπονητή για να ανακάμψει, αφού από πλευράς υλικού, η χώρα πάσχει εδώ και χρόνια.

Τελευταίος σταθμός η Ντιναμό Ζάγκρεμπ, όπου η απώλεια του τίτλου μετά από χρόνια κυριαρχίας καταγράφεται ως η 1η του ουσιαστική αποτυχία. Ανέλαβε 27 Σεπτεμβρίου του 2016, μετά τη πάροδο αρκετών αγωνιστικών.

Αν κάποιος συγκρίνει τη 1η τετραετία της καριέρας του με τη 2η, θα διακρίνει ίσως μία πτωτική τάση. Αλλά είναι μόλις 42 ετών, έχει περγαμηνές και σίγουρα ένα ξεκάθαρο αγωνιστικό μοντέλο, που βάση δεδομένα και συνθήκες, έφερε στη ζυγαριά πολύ περισσότερες καλές μέρες, παρά άσχημες. Ερχόμενος στην Ομόνοια θα βρει πολλά προβλήματα και το ζητούμενο είναι να μπολιάσει όσο μπορεί την υφιστάμενη ομάδα (και αναλόγως των μετεγγραφών) με τα δικά του στοιχεία. Με τη προοπτική, η εικόνα να είναι τέτοια στο τέλος της χρονιάς, που θα επιτρέψει να συνεχίσει και να δημιουργήσει  μία δική του ομάδα.