Ελάχιστοι πίστευαν ότι η φετινή Ομόνοια του Πάμπου Χριστοδούλου θα είχε πρόβλημα ανασταλτικής λειτουργίας.
Ήταν ένα από τα μεγάλα στοιχήματα του νέου προπονητή της ομάδας και γνωρίζοντας το έργο του τα προηγούμενα χρόνια, αναμέναμε μια διαφορετική ανασταλτική συμπεριφορά από την Ομόνοια, τουλάχιστον συγκριτικά με την περσινή χρονιά. Βεβαίως, το δείγμα είναι ακόμη πολύ μικρό, αλλά για την ώρα είναι αξιόπιστο ως προς το να γίνει μια πρώτη προσέγγιση.
Οι «πράσινοι» στους τέσσερεις μέχρι στιγμής που έδωσαν δέχθηκαν 7 γκολ! Μάλιστα το νούμερο αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερες ανησυχητικές διαστάσεις από το γεγονός ότι τρείς εκ των αντιπάλων της Ομόνοιας ήταν ο Εθνικός και οι νεοφώτιστες ομάδες της Πάφου και της Αλκής. Είναι θέμα αμυντικής γραμμής ή γενικότερης ανασταλτικής λειτουργίας της ομάδας ή απλώς θέμα τερματοφύλακα;
Εκείνο που διαφαίνεται από τα παιχνίδια της Ομόνοιας είναι ότι το «τριφύλλι» βγαίνει συχνά σε αμυντική ανισορροπία, που πηγάζει από τον κεντρικό του άξονα. Σίγουρα δεν έφταιγε μόνο ο Μαδούρο και πολύ περισσότερο ο Κατελάρης που αγωνίστηκαν στην επίμαχη θέση του καθαρόαιμου ανασταλτικού χαφ. Το γεγονός ότι η Ομόνοια επιλέγει να παίζει ψηλά και να πιέζει τον αντίπαλο της, ίσως να παίζει το ρόλο του. Είναι φυσικό όταν ο αντίπαλος της κλέψει την μπάλα να υπάρχουν κενά πίσω, τα οποία καλύπτονται με γρήγορες επιστροφές. Μαδούρο και Κατελάρης δεν είναι και οι πιο ταχείς παίχτες, το ίδιο και ο Κανού που παίζει πιο μπροστά. Αντίθετα ο Άλεξ Σοάρες έχει τα τρεξίματα, αλλά αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να καλύπτουν χώρους και οι ακραίοι επιθετικοί.
Το γεγονός ότι γίνονται σκέψεις για μετατόπιση είτε του Γουϊλλιαμ, είτε του Μαργκάσα στον άξονα, υποδηλώνει το πρόβλημα. Ωστόσο, ένας και μόνο παίχτης δεν μπορεί να αλλάξει την όλη εικόνα. Το σημαντικό για την Ομόνοια είναι να καταφέρει να αποκτήσει ανασταλτική ισορροπία. Μόνο έτσι θα αποφορτίσει την πίεση προς την τετράδα της άμυνας και τον τερματοφύλακα




