Πέρασαν πολλοί και μεγάλοι ποδοσφαιριστές από τον ΑΠΟΕΛ, που έβαλαν τη δική τους σφραγίδα, όχι μόνο στο σωματείο του αλλά και γενικότερα στο ποδόσφαιρό μας. Σε μια ξεχωριστή θέση πιστεύω ταπεινά πως βρίσκονται ο Ανδρέας Στυλιανού και ο Νίκος Παντζιαράς, με τον πρώτο να παίζει πιο νωρίς, αλλά και να αποχωρεί πιο γρήγορα από τα γήπεδα, ενώ μαζί συνυπήρξαν μεταξύ 1971-78. Δύο μεγάλοι αρχηγοί του ΑΠΟΕΛ και της Εθνικής, που πανηγύρισαν τίτλους και κατέγραψαν προσωπικές επιδόσεις, με τον Ανδρέα Στυλιανού να είναι ηγέτης και καθοδηγητής, από τους κορυφαίους παίκτες που πέρασαν από το ποδόσφαιρό μας, και τον Νίκο Παντζιαρά να είναι ένας αρχοντικός αμυντικός ηγέτης και μεγάλη προσωπικότητα ως ποδοσφαιριστής. Ξεχωριστή στιγμή και για τους δύο υπήρξε το νταμπλ του ΑΠΟΕΛ το 1972-73, με τον Πάνο Μάρκοβιτς στον πάγκο, και ακολούθως η μεγάλη επιτυχία της ομάδας να παραμείνει στην Α’ Εθνική -η μόνη κυπριακή ομάδα που το πέτυχε- αλλά, δυστυχώς, ο θεσμός σταμάτησε λόγω των τραγικών γεγονότων του 1974. 
 
ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ 
Μια μεγάλη μορφή του κυπριακού ποδοσφαίρου, υπήρξε για τον ΑΠΟΕΛ και την Εθνική ένας εμβληματικός αρχηγός, όχι μόνο στο γήπεδο αλλά και στ' αποδυτήρια. Ένας αθλητής-πρωταθλητής, που κέρδισε την εκτίμηση όλου του φίλαθλου κόσμου. Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο από τον ΑΠΟΠ Πάφου (1957-61), τη γενέτειρά του. Το 1961 πήγε για σπουδές στην Αθήνα, στη Γυμναστική Ακαδημία, ενώ ήταν ήδη από τους κορυφαίους αθλητές στίβου στην Κύπρο. Εκεί για δύο χρόνια (1961-63) παίζει ποδόσφαιρο στον ιστορικό Πανιώνιο, όπου έκανε πρωταθλητισμό, και αγωνίζεται ως αθλητής στίβου στον Παναθηναϊκό. Επιστρέφει στην Κύπρο και παίρνει μετεγγραφή στον ΑΠΟΕΛ, όπου αγωνίζεται από το 1963 μέχρι το 1978, έχοντας μια καταπληκτική πορεία. Με τον ΑΠΟΕΛ ο δάσκαλος -όπως τον αποκαλούσαν- πήρε δύο πρωταθλήματα και πέντε κύπελλα. Είναι 33 φορές διεθνής και δύο φορές αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος. Το 1966-67 με 29 γκολ και το 1970-71 με 11 γκολ. Η αρχή του τέλους ήταν τον Γενάρη του 1977, όταν σε ντέρμπι με την Ομόνοια, ο ΑΠΟΕΛ κέρδισε 3-0 με δύο τέρματα του Α. Στυλιανού αλλά κτύπησε στο πόδι. Αγωνίστηκε για 6 παιχνίδια την περίοδο 1977-78 και αποχώρησε από τα γήπεδα όταν όλοι άρχισαν να λένε ότι ο Στυλιανού περνά δεύτερη εφηβική ηλικία. Ο δάσκαλος πρόσφερε στη συνέχεια μέσα από διάφορα διοικητικά πόστα του ΑΠΟΕΛ. 
Ο Ανδρέας Στυλιανού ήταν ένας ταλαντούχος παίκτης, παίζοντας είτε μπροστά είτε στη μεσαία γραμμή. Άριστος τεχνίτης, ωραίος ντριμπλέρ με δυνατό σουτ και άπιαστες κεφαλιές, ήταν και οργανωτής και σκόρερ. Μια ηγετική μορφή, ένας επιβλητικός παίκτης. 
Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Π. Μάρκοβιτς για τον αρχηγό: «Τολμώ να πω ότι ο Ανδρέας Στυλιανού ήταν ο ποδοσφαιριστής που με βοήθησε όσο κανένας άλλος στο να μεταφέρω στο γήπεδο σχέδια και επιδιώξεις μου ως προπονητής. Ήταν ο άνθρωπος που υλοποίησε πολλά από τα όνειρά μου και τις σκέψεις μου για το ποδόσφαιρο και για τον ποδοσφαιριστή ειδικότερα. Αν ο Ανδρέας γεννιόταν σε μια μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα, ίσως να ήταν μια μεγάλη φυσιογνωμία στον πανευρωπαϊκό χώρο…».
 
ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΤΖΙΑΡΑΣ 
Από τους κορυφαίους αμυντικούς ήταν αναμφίβολα ο Νίκος Παντζιαράς. Ήταν ένας μοντέρνος αμυντικός, έπαιζε αρχοντικό ποδόσφαιρο, μυαλωμένα. Ήταν πραγματικός ηγέτης, πολύ γρήγορος με εκπληκτικό άλμα και άριστη αντίληψη του παιχνιδιού. Ο Νίκος έπαιξε στον ΑΠΟΕΛ από το 1971 μέχρι το 1987 σε όλες τις θέσεις της άμυνας, κυρίως, όμως,  σαν λίμπερο. Πήρε τρία πρωταθλήματα και πέντε κύπελλα. Έπαιξε στην Εθνική από τα 20 του χρόνια και έχει καταγράψει 48 συμμετοχές και πέτυχε ένα τέρμα. Ο Ν. Παντζιαράς πήρε το περιβραχιόνιο του αρχηγού το 1978, όταν ο Α. Στυλιανού τερμάτισε την καριέρα του.  
Ο Νίκος όπως και τα άλλα δύο αδέλφια του (ο Γιώργος και ο Κούλλης) έγραψαν τη δική τους ιστορία στον ΑΠΟΕΛ. Είχε καθιερωθεί στην ομάδα την περίοδο 1972-73, σε μιαν από τις πιο πετυχημένες περιόδους του ΑΠΟΕΛ, χρονιά που έκανε το νταμπλ. Ήταν 18 χρονών και το ντεμπούτο του έγινε σε ντέρμπι με την Ανόρθωση, όπου έπαιξε ως αλλαγή. Σε ηλικία 21 χρονών ο Νίκος Παντζιαράς τιμήθηκε το 1975 από την ΕΑΚ ως δεύτερος καλύτερος ποδοσφαιριστής και πέμπτος κατά σειράν αθλητής της χρονιάς. Το 1980 η ΕΑΚ θα ψήφιζε τον Νίκο μαζί με τον Κλείτο Ερωτοκρίτου της Ομόνοιας, ως κορυφαίους ποδοσφαιριστές της χρονιάς, ενώ το 1984 το γερμανικό εβδομαδιαίο περιοδικό «Κίκερ Σπορτ» θα τον κατέτασσε ανάμεσα στις 25 κορυφαίους ποδοσφαιριστές της Ευρώπης μαζί με τους Πλατινί, Σκίφο, Σούμαχερ, Ρας κ.ά. Το 1986 ήταν η σειρά του ΑΠΟΕΛ να τιμήσει τον κορυφαίο ποδοσφαιριστή του, βραβεύοντάς τον μαζί με τα αδέλφια του για τη μεγάλη προσφορά της οικογένειας Παντζιαρά στον ΑΠΟΕΛ. 
 
Ο Ν. Παντζιαράς έμεινε στην ιστορία του κυπριακού ποδοσφαίρου ως ένας καταξιωμένος αθλητής, κερδίζοντας τον απόλυτο σεβασμό του συνόλου των φιλάθλων της οικογένειας των ποδοσφαιριστών αλλά και των αθλητών παραγόντων. 
Πέρα από την αδιαφιλονίκητη ποδοσφαιρική του αξία, ήταν ένας ατόφιος άνθρωπος-αθλητής, που παρουσιαζόταν μέσα και έξω από τους αγωνιστικούς χώρους μ' έναν αταλάντευτο και αξιοζήλευτο χαρακτήρα, προικισμένο πλουσιοπάροχα με φυσική ευγένεια, ήθος και ανώτερο και μια παραδειγματική αθλητοπρέπεια, ενώ στον λόγο του ήταν πάντοτε διάχυτη η σεμνότητα.