Αν συνήθως η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, αν η καλή μέρα από το πρωί, φαίνεται, τότε ισχύει και το αντίθετο. Η κακή μέρα στις περισσότερες περιπτώσεις είναι σημάδι κακής συνέχειας.  Αυτό ισχύει απόλυτα στη περίπτωση της φετινής Ομόνοιας. Που άρχισε στραβά και τελειώνει στραβά. Αναγκάστηκε να παίξει παράταση με την εξαιρετικά αδύναμη Μπάνατς μέσα στο ΓΣΠ, έχοντας κερδίσει 1-0 στην Αρμενία. Αποκλείστηκε από τη Μπεϊτάρ.
 
 
Κλήθηκε να ανατρέψει την ήττα με 1-0, είχε σαν 1η προϋπόθεση το μηδέν παθητικό, αλλά δέχτηκε δύο εύκολα γκολ. Κέρδισε μεν στο τέλος με 3-2, αλλά δεν είχε πείσει κανένα. Η δικαιολογία της εποχής και μπορούσε να γίνει δεχτή ως ένα σημείο ήταν πως ήταν ανέτοιμη και είχε θέματα ομοιογένειας λόγω των πολλών αλλαγών στο ρόστερ. 
 
Στις πρώτες αγωνιστικές του πρωταθλήματος, είχε το ευκολότερο πρόγραμμα και την ευκαιρία για πέντε νίκες. Ενώ κέρδισε εκεί που σχεδόν πάντα αφήνει βαθμούς (Δασάκι), μέτρησε δύο απώλειες (ισοπαλίες με Αναγέννηση, Δόξα) και απειλήθηκε με ήττα από τη Καρμιώτισσα, πριν κάνει ανατροπή στα τελευταία 15 λεπτά. Στο 1ο της ντέρμπι, με τον Απόλλωνα έχασε.  
 
Δηλαδή στις 2 Οκτωβρίου είχε ήδη αποκλειστεί από την Ευρώπη και μετρούσε απώλειες εφτά βαθμών στο πρωτάθλημα. Τίποτα διαφορετικό από μαθηματικής άποψης σε σχέση με τη προηγούμενη χρονιά, αλλά η αγωνιστική εικόνα προβλημάτιζε πολύ περισσότερο. Επιθετικά έβρισκε λύσεις, αμυντικά είχε σοβαρά προβλήματα.
 
Η κριτική είχε αρχίσει και ήταν βάσιμη, ο Νταμπίζας και ο Κάρβερ επέμεναν πως θα έπρεπε να υπάρξει υπομονή και κρίση στο τέλος. Ήταν το περιβόητο project.  Το υπόλοιπο της χρονιάς ήταν αντανάκλαση αυτής της μικρής αρχικής περιόδου. Μετριότητα με κάποιες εκλάμψεις που ουσιαστικά έδιναν ανάσες και τίποτα άλλο.  Το δε τελευταίο διάστημα, μία εικόνα τραγική. Η νίκη της ΑΕΛ επί της Ανόρθωσης άνοιξε και την ψαλίδα στους πέντε βαθμούς και θα πρέπει να γίνουν πολλά για να κερδίσει το Ευρωπαϊκό εισιτήριο.