Ο Κώστας Καϊάφας είχε διαπιστώσει από πέρσι, στα τέλη της περιόδου, ότι έπρεπε να δημιουργήσει μία αποτελεσματική αμυντική γραμμή. Αν και η καλοκαιρινή ενίσχυση των μετόπισθεν είχε αναποδιές και οι θέσεις έκλεισαν αργά, τουλάχιστον στα χαρτιά η τετράδα, η πεντάδα της άμυνας (μαζί με τον τερματοφύλακα) για να είμαστε πιο ακριβείς έδειχνε πως έχει όλα τα στοιχεία για να θωρακίσει τα νώτα της Ομόνοιας. Μετά από έξι αγώνες πρωταθλήματος και έξι στην Ευρώπη, η Ομόνοια έχει 10 γκολ παθητικό σε 12 ματς, αλλά ο συντελεστής του 0,83 τέρματα ανά αγώνα είναι πλασματικός. Η Ομόνοια κράτησε το μηδέν στα πρώτα τέσσερα ευρωπαϊκά παιχνίδια και δέχτηκε τα δέκα γκολ στα επόμενα οκτώ. Μερικά μάλιστα από αυτά, έπρεπε να είχαν αποφευχθεί.

Υπάρχουν βέβαια και οι εξηγήσεις. Το πλάνο προέβλεπε συνήθως μπροστά από τον Μορέιρα, τους Λομπιανίτζε, Σκαραμοτσίνο, Στέπανοβς, Ακουϊσταπάτσε. Η Ομόνοια δεν έπαιξε όμως σχεδόν ποτέ με αυτή τη διάταξη. Λόγω τραυματισμών, αποβολών, αλλά και έλλειψη φυσικής κατάστασης στα αρχικά στάδια.  Άρα το να δέσει η οπισθοφυλακή ήταν ουσιαστικά αδύνατο. Οι παίκτες αυτοί έχουν όλα τα ατομικά στοιχεία για να δημιουργήσουν όντως μία άμυνα που να εμπνέει ασφάλεια. Έχουν εμπειρία, ύψος, ξέρουν μπάλα και τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά ταιριάξουν. Άμυνα όμως παίζουν όλοι και το ζητούμενο είναι να παγιοποιηθεί μία σταθερή φιλοσοφία στο τρόπο αναχαίτισης, ώστε όταν υπάρχουν (που θα υπάρχουν)  απουσίες και αλλαγές , το μοντέλο πάλι να λειτουργεί. Όλα αυτά δεν φωτογραφίζουν αμυντική φιλοσοφία, αλλά την ανάγκη ισορροπίας και αξιοπιστίας μπροστά και πίσω. Άλλωστε διορθώσεις πρέπει να γίνουν και στο τρόπο ανάπτυξης. Όμως μία ομάδα με το προφίλ της Ομόνοιας,  όταν δεν δέχεται εύκολα γκολ, μπορεί και πολύ πιο εύκολα να κερδίζει, αφού αποκτά περισσότερη αυτοπεποίθηση και προκαλεί περισσότερο προβληματισμό στον αντίπαλο.