Αν θα μιλήσουμε σήμερα για το συνώνυμο του ντριμπλέρ στο ποδόσφαιρο, αυτομάτως καταλήγουμε στον Λιονέλ Μέσι. Ο οποίος, στα 11 του χρόνια, αντιμετώπισε μία σοβαρή ορμονική διαταραχή. Παιδί μίας πάμπτωχης οικογένειας, που δεν μπορούσε να πληρώσει την πανάκριβη θεραπευτική αγωγή, προκειμένου ο καχεκτικός Λιονέλ να μπορέσει να αποκτήσει «κανονικό» μεταβολισμό και να αναπτυχθεί σωματικά. Παρόλο που από τότε μιλούσε με το τόπι, με τα προβλήματα υγείας μία ποδοσφαιρική καριέρα φάνταζε ουτοπική. Φυσικά, η εξέλιξη των πραγμάτων ήταν διαφορετική και γνωστή σε όλους. Μερικές δεκαετίες πριν, ένας άλλος πιτσιρικάς, αντιμετώπιζε πολύ πιο σοβαρά προβλήματα υγείας, αλλά τελικά, μέχρι και σήμερα θεωρείται ως ο κορυφαίος ντριμπλέρ όλων των εποχών. Αφορμή για το άρθρο, η 17η Ιουνίου 1962, δηλαδή, σαν αύριο πριν από 51 χρόνια, όταν η Βραζιλία κατακτούσε το δεύτερο παγκόσμιό της κύπελλο, κερδίζοντας στα γήπεδα της Χιλής την Τσεχοσλοβακία με 3-1. Με τον Πελέ εκτός λόγω τραυματισμού, η «Σελεσάο» δεν πτοήθηκε, αφού ο εκπληκτικός Γκαρίντσα την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στον τίτλο. Ο παίκτης που μπορούσε να σε ντριμπλάρει με χίλιους τρόπους, κέρδιζε επιτέλους την απόλυτη αναγνώριση. Και όμως, 15 χρόνια πριν, εθεωρείτο αδύνατο να παίξει ποδόσφαιρο. Και όσο άσχημα ήταν τα παιδικά του χρόνια, άλλο τόσο άσχημο ήταν και το τέλος του.
Ποδοσφαιριστής: Αδύνατο!
Γεννημένος στα 1933, ο Γκαρίντσα μεγάλωσε σε φτωχογειτονιές στα περίχωρα του Ρίο, βλέποντας τον πατέρα του να σβήνει καθημερινά από το ποτό. Ο μικρός γεννήθηκε με στραβή σπονδυλική στήλη, το δεξί του πόδι είχε κλήση προς τα εντός και το αριστερό του ήταν 5 εκατοστά πιο κοντό. Παρόλ' αυτά, κόντρα στη φύση, ξεμερωνοβραδιαζόταν με την μπάλα στα πόδια στις αλάνες. Αρκετοί σκάουτερ τον εντόπισαν, αλλά ο Γκαρίντσα αρνείτο κατηγορηματικά να πάει για δοκιμές. Ήταν ήδη είκοσι, έχοντας ήδη παντρευτεί και αποκτήσει παιδί, όταν πείστηκε να πάει για δοκιμές στην Μποταφόγκο. Οι ιθύνοντες της ομάδας δεν πίστευαν στα μάτια τους, βλέποντας ένα στραβοκάννη νεαρό να κάνει παπάδες στην προπόνηση και να διαλύει κυριολεκτικά τον κορυφαίο Βραζιλιάνο αμυντικό της εποχής Νίλτον Σάντος. Τον Ιούλιο του 1953 κάνει ντεμπούτο και επιτυγχάνει χατ τρικ. Απ' εκεί και πέρα, ήταν η 1η φίρμα της ομάδας και του πρωταθλήματος, μέχρις ότου έχασε τα πρωτεία από τον Πελέ. Λιγότερο για αγωνιστικούς λόγους και περισσότερο για εξω-αγωνιστικούς. Προς το παρόν ας μείνουμε στα του εντός γηπέδου. Στα 1958, ένα μήνα πριν από το Μουντιάλ, ο Γκαρίντσα αγωνίστηκε σε φιλικό απέναντι στη Φιορεντίνα. Σε μία φάση απέφυγε τέσσερις αντιπάλους και ενώ βρέθηκε προ κενού τέρματος, σταμάτησε, ανέμενε τον αμυντικό να τον πλησιάσει, τον ξανατρίμπλαρε και μετά έβαλε το γκολ. Ήταν μία απίστευτη φάση, αλλά άκρως αντιεπαγγελματική. Ο προπονητής της Βραζιλίας Βιθέντε Φέολα εξοργίστηκε. Στο υπόλοιπο της προετοιμασίας ο Γκαρίντσα αγωνιζόταν σαν αλλαγή και στους 2 πρώτους αγώνες του Μουντιάλ δεν αγωνίστηκε καθόλου. Τελικά, προτιμήθηκε στον 3ο αγώνα απέναντι στην ΕΣΣΔ, με τον Πελέ να κάνει επίσης ντεμπούτο. Με τους δύο στην ενδεκάδα η Βραζιλία πήρε άνετα τον τίτλο.
Η απόλυτη καταξίωση
Στο Μουντιάλ του 1962 ο Πελέ τραυματίστηκε στο 2ο παιχνίδι και όλοι προέβλεψαν ότι η Βραζιλία δεν θα μπορούσε να υπερασπιστεί τον τίτλο της. Αλλά εκεί ανέλαβε δράση ο Γκαρίντσα. Τέσσερα γκολ, ισάριθμες ασίστ και μερικές απίστευτες ενέργειες. Όχι μόνο ντρίμπλες. Ο Γκαρίντσα άφησε σήμα κατατεθέν το «σουτ-μπανάνα» με το εξωτερικό ή εσωτερικό του ποδιού (και των δύο ποδιών) καλύτερα, αλλά κυρίως με πολλά φάλτσα και φοβερή δύναμη. Μετά τη νίκη επί της Αγγλίας, όπου πέτυχε 2 γκολ, ο αγγλικός Τύπος χαρακτήρισε τον Γκαρίντσα ως ένα συνδυασμό των Στάνλεϊ Μάθιους, Τομ Φίνεϊ και ενός γητευτή φιδιών. Απλώς θα αναφέρουμε ότι οι Άγγλοι θεωρούσαν τότε τους Μάθιους και Φίνεϊ ανάμεσα στους 5 καλύτερους παίκτες του κόσμου. Μετά τον ημιτελικό με τη Χιλή, η μεγάλη εφημερίδα της χώρας «Ελ Μερκούριο» κυκλοφόρησε με τίτλο: «Από ποιον πλανήτη έρθε ο Γκαρίντσα;». Το Μουντιάλ της Χιλής ήταν και το αποκορύφωμα της καριέρας του και η διεθνής καταξίωσή του. Στο επόμενο Μουντιάλ ήταν ήδη 33, είχε ένα πρόβλημα τραυματισμού και είδε τη Βραζιλία να χάνει για πρώτη φορά με τον Γκαρίντσα στην 11άδα της, αλλά και να αποκλείεται από τον 1ο γύρο.
Η… ομορφιά της δυσμορφίας
Πολλοί προσπάθησαν να αναλύσουν πώς ο Γκαρίντσα, με τόσα ανατομικά προβλήματα, μπορούσε να χορεύει μέσα στο γήπεδο. Πώς χρησιμοποιούσε εξίσου καλά 2 στραβά πόδια, πως κατάφερνε με στραβή σπονδυλική στήλη να κάνει κινήσεις μπαλαρίνας. Έγινε λόγος πως η κλήση των ποδιών του βοηθούσε στο να ελέγχει καλύτερα την μπάλα. Ίσως η καλύτερη δήλωση για την αξία του Γκαρίντσα έγινε στο Μουντιάλ του 1958 από τον Ουαλό αμυντικό Μελ Χόπκινς: «Μιλάμε για φαινόμενο. Ήταν δύσκολο να προβλέψεις την κίνησή του, εξαιτίας της ανατομίας των ποδιών του, αλλά και επειδή μπορούσε να παίξει πολύ καλά και με τα δύο. Μπορούσε να συγκλίνει προς τα μέσα ή να φύγει προς τη γραμμή. Άστε δε που διέθετε τρομακτικό σουτ».
Ατασθαλίες, τρέλες και τραγικό τέλος
Ήταν πάντα λίγο εκτός πραγματικότητας και πολύ μοναχικός. Ενώ οι συμπαίκτες του πανηγύριζαν το παγκόσμιο κύπελλο του 1958, ο Γκαρίντσα ήταν μόνος στα αποδυτήρια, αφού πίστευε ότι τέλειωσε ο πρώτος γύρος και η Βραζιλία θα έπρεπε να δώσει τους επαναληπτικούς με τις ομάδες που αντιμετώπιζε. Ο Γκαρίντσα παντρεύτηκε δύο φορές και με τη 1η του σύζυγο απέκτησε 8 κόρες. Στα 1959, η Μποταφόγκο ταξίδεψε στη Σουηδία για φιλικούς αγώνες. Ένα βράδυ ο Γκαρίντσα εξαφανίστηκε για μερικές ώρες από το ξενοδοχείο. Δύο μήνες μετά η σύζυγός του έφερνε στο κόσμο το 5ο τους παιδί, μία νεαρή Σουηδή δήλωνε στον Τύπο της χώρας της ότι ήταν έγκυος στο παιδί του Γκαρίντσα. Συνολικά, ο Βραζιλιάνος αναγνώρισε 6 εξώγαμα παιδιά. Η δεύτερη σύζυγός του κατέθεσε αίτηση διαζυγίου, μετά που την πλάκωσε στο ξύλο. Πάλι στα 1959, τύφλα στο μεθύσι, οδηγώντας στη γενέτειρά του, κτύπησε τον πατέρα του με το αυτοκίνητο. Οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι έκανε. Μερικά χρόνια μετά και πάλι μεθυσμένος, τράκαρε με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή της η πεθερά του. Θεωρούσε ως λεπτομέρειες τις καταβολές φόρων και την εξοικονόμηση χρημάτων, με αποτέλεσμα να βρεθεί κάποια στιγμή απένταρος. Την ίδια στιγμή, το σηκώτι του είχε καταστραφεί από τη χρήση αλκοόλ. Έτσι πέθανε ξεχασμένος στην ψάθα, από κίρρωση του ύπατος τον Φεβρουάριο του 1983. Στον τάφο του, οι θαυμαστές του έγραψαν: «Αντίο Γκαρίντσα και ευχαριστούμε που έζησες».
Τα ακίνητα της εβδομάδας




