Εξήντα χρόνια μετά, η Ιταλία δεν θα συμμετάσχει στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Η ομάδα του Βεντούρα δεν κατάφερε να σκοράρει μέσα σε 180 λεπτά, στους δύο αγώνες της play-off με τη Ρωσία και παραμένει εκτός Μουντιάλ 2018, μετά από 14 διαδοχικές παρουσίες.
Ένας αποκλεισμός που προκάλεσε θόρυβο και φυσικά, εκτός από αθλητικές, έχει τεράστιες οικονομικές συνέπειες. Το ANSA, μόλις εχθές, ανέφερε, επικαλούμενο πηγές σχετικές με τη διαχείριση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων, ότι η απουσία της Ιταλίας θα μπορούσε να κοστίσει στη FIFA περίπου 100 εκατομμύρια ευρώ. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.
Στις αρχές Οκτωβρίου, η Puma παρουσίασε τη φανέλα της Ιταλίας για το Μουντιάλ του 2018, θεωρώντας δεδομένη την πρόκριση της «Σκουάντρα Ατζούρα», παρά τις δυσκολίες που υπήρχαν. Μάλιστα, ο Τζανλουίτζι Μπουφόν ήταν ο πρώτος ποδοσφαιριστής που φόρεσε τη φανέλα στον αγώνα ενάντια στα Σκόπια, «για τα 20 χρόνια αφοσίωσης και πάθους». Όμως τελικά δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στο 6ο του Παγκόσμιο Κύπελλο. Η υπόλοιπη ομάδα της Ιταλίας «ντύθηκε» αργότερα και συγκεκριμένα στις 9 Οκτωβρίου, στον αγώνα με την Αλβανία.
Το Καμερούν, η Αυστρία, η Ακτή του Ελεφαντοστού, η Τσεχία και η Γκάνα ήταν ήδη εκτός του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Όλες ντύνονται με Puma. Εταιρεία που θα αντιπροσωπεύεται στο κορυφαίο τουρνουά μόνο από την Ελβετία, κάτι που σίγουρα θα την επηρεάσει. Οι φανέλες αυτών των εθνικών ομάδων ήδη βρίσκονται προς πώληση. Στην περίπτωση της Ιταλίας, πωλούνται δύο μοντέλα: το αυθεντικό, για 150 ευρώ, και το αντίγραφο, για 90 ευρώ. Μία φανέλα που δεν θα είναι στο Μουντιάλ της Ρωσίας και πωλείται σε υπερβολική τιμή. Ένα ισχυρό χτύπημα για την Puma, που αγωνίζεται να ακολουθήσει τη Nike και την Adidas, αλλά και την αυξανόμενη ώθηση της Under Armor και της New Balance.
Η Puma δεν θα επωφεληθεί από την επίδραση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, που αυξάνει τις πωλήσεις των κατασκευαστών που θα είναι παρόντες στη διοργάνωση. Αλλά τα καλά αποτελέσματα φέτος, τής επιτρέπουν να αντιμετωπίσει τη δυσάρεστη κατάσταση με κάποια προοπτική. Για πρώτη φορά ξεπέρασε το 1 δισ. ευρώ πωλήσεις σε ένα τρίμηνο, το πρώτο του 2017. Η τάση αυτή διατηρείται όλο τον χρόνο και φαίνεται ότι θα υπάρχει αύξηση 16% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2016.




