Από την τραγωδία του Μονάχου το 1958, μέχρι την κατάκτηση του ποδοσφαιρικού Έβερεστ 10 χρόνια μετά
Φεβρουάριος του 1958 - Μάιος του 1968. Από τον εφιάλτη του Μονάχου, στον θρίαμβο του Γουέμπλεϊ. Ποιος θα περίμενε ότι, δέκα χρόνια μετά την αεροπορική τραγωδία και την απώλεια τόσων ψυχών, η καινούργια γενιά των «μπέμπηδων», με πρωταγωνιστές τους Μπόμπι Τσάρλτον, Ντένις Λόου, Τζορτζ Μπεστ και προπονητή Ματ Μπάσμπι θα έφτανε σε έναν από τους πιο ονειρεμένους ποδοσφαιρικούς θριάμβους;
Αυτοί που επιβίωσαν από το τραγικό δυστύχημα έθεσαν στόχο της ζωής τους να φέρουν στον σύλλογο τη δόξα που θα γευόταν, αν εκείνη την παγωμένη νύχτα η Άτροπος δεν έκοβε το νήμα της ζωής των νεαρών ποδοσφαιριστών του Ματ Μπάσμπι.
Κανείς δεν ήξερε αν θα καταφέρει να μείνει στη ζωή. Οι γιατροί απαγόρευσαν στον Μπάσμπι να μάθει την αλήθεια για την τύχη των ποδοσφαιριστών και του επιτελείου του, καθώς υπήρχε περίπτωση η κατάστασή του να επιδεινωθεί δραματικά. Μάλιστα, καθολικός ιερέας τον είχε επισκεφτεί δύο φορές ώστε να τον «προετοιμάσει» για τον άλλο κόσμο.
Ο Ματ Μπάσμπι όχι μόνο επέζησε αλλά, έπειτα από εννέα εβδομάδες νοσηλείας, πήρε εξιτήριο. Η σωματική του υγεία πήγαινε περίφημα, όμως ο εσωτερικός του κόσμος ακροβατούσε επικίνδυνα. Ενοχές τον κυρίευαν, αφού εκείνος είχε πιέσει την Αγγλική Ομοσπονδία να συμμετάσχει η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στο Κύπελλο Πρωταθλητριών.
Οι «μπέμπηδές» του -η ομάδα που είχε κατακτήσει δύο συνεχόμενα πρωταθλήματα Αγγλίας το 1955-56 και το 1956-57 με μέσο όρο ηλικίας τα 21 και 22 έτη αντίστοιχα- θάφτηκαν κάτω από τα συντρίμμια του αεροπλάνου στην επιστροφή του αγώνα με τον Ερυθρό Αστέρα.
Παρ’ όλ’ αυτά, ο Σκοτσέζος προπονητής βρήκε το κουράγιο να σταθεί στα πόδια του και μαζί του ζωντάνεψαν οι ελπίδες για αναγέννηση. Η γυναίκα του τού υπενθύμισε την υποχρέωση που είχε να παλέψει, κι εκείνος με τη σειρά του υποσχέθηκε στους συγγενείς των θυμάτων να κάνει ξανά τη Γιουνάιτεντ μεγάλη, εις μνήμην των τόσο άδοξα χαμένων ποδοσφαιριστών του. Δίπλα του θα βρίσκονταν μια χούφτα επιζήσαντες, με πιο σημαντικούς τους Γκρεγκ, Φουλκς, Βάιολετ και φυσικά τον πιτσιρικά που θα γινόταν ο παίκτης σύμβολο στην ιστορία των «κόκκινων διαβόλων», τον Μπόμπι Τσάρλτον.
Ο Μπάσμπι σήκωσε, λοιπόν, τα μανίκια και ξεκίνησε να χτίζει τη νέα Γιουνάιτεντ από το μηδέν. Ή τουλάχιστον σχεδόν από το μηδέν. Πέραν των ελαχίστων διασωθέντων του Μονάχου, ο Σκοτσέζος είχε πλάι του τον πιστό βοηθό και δεξί του χέρι στη δημιουργία της σπουδαίας ομάδας των «μπέμπηδων», τον Τζίμι Μέρφι. Κυρίως, όμως, είχε τη στήριξη των χιλιάδων φιλάθλων που αγκάλιασαν τη νέα προσπάθεια με ακόμη μεγαλύτερη θέρμη, μετά και τον συγκινητικό τελικό Κυπέλλου κόντρα στην Μπόλτον, τρεις μήνες μετά το Μόναχο.
Επιστροφή στους τίτλους
Τα πρώτα χρόνια ο Μπάσμπι έψαχνε να βρει μια φόρμουλα που θα έφερνε καλύτερα αποτελέσματα. Το ταλέντο υπήρχε, αφού οι Ιρλανδοί μπακ Τόμι Νταν και Σέι Μπρέναν, ο γκολτζής Ντέιβιντ Χερντ και οι προερχόμενοι από τις ακαδημίες Νόμπι Στάιλς και Μπόμπι Τσάρλτον άφηναν όλοι υποσχέσεις για ένα φωτεινό μέλλον, ωστόσο έμοιαζε σαν να λείπει αυτό το... πάτημα που θα χρησιμοποιούσαν οι «κόκκινοι διάβολοι» για να μετατραπούν από ένα αναιμικό σύνολο σε διεκδικητές τίτλων.
Το καλοκαίρι του 1962 πήγε στο «Ολντ Τράφορντ» ένας νεαρός ξανθομάλλης Σκοτσέζος επιθετικός, ο οποίος έμελλε να αλλάξει, μαζί με τους συμπαίκτες του, τον ρου της Ιστορίας. Ο λόγος για τον Ντένις Λόου - έναν παίκτη-θρύλο στην ιστορία του συλλόγου.
Το τέλος εκείνης της σεζόν (1962-63) βρήκε τη Γιουνάιτεντ να κερδίζει τον πρώτο τίτλο μετά την τραγωδία του Μονάχου. Κέρδισε τη Λέστερ στον τελικό του FA Cup με 3-1 και μια νέα νότα αισιοδοξίας διαχεόταν στους κόλπους της κόκκινης πλευράς της πόλης.
Το πρώτο πρωτάθλημα ήρθε δύο χρόνια αργότερα και αφού στο ενδιάμεσο έγινε κάτοικος του «Ολντ Τράφορντ» ένας πιτσιρικάς από το Μπέλφαστ της Βορείου Ιρλανδίας, με τις φήμες να κάνουν λόγο για ένα εξωπραγματικό ταλέντο. Ο σκάουτερ της Μάντσεστερ στο Μπέλφαστ, ο Μπομπ Μπίσοπ, βλέποντας ένα 15χρονο κοκκαλιάρικο παιδάκι είχε πει, γεμάτος έκπληξη, στον Μπάσμπι: «Νομίζω ότι σου βρήκα μια ιδιοφυία». Η ιστορία τον δικαίωσε απόλυτα. Ο λόγος φυσικά για τον αξεπέραστο Τζορτζ Μπεστ.
Ο τίτλος θα κρινόταν στις 26 Απριλίου του 1965, προτελευταία αγωνιστική, κόντρα στην Άρσεναλ. Με νίκη η Γιουνάιτεντ θα σφράγιζε την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Δυο γκολ του κατόχου της Χρυσής Μπάλας Ντένις Λόου, κι άλλο ένα από το παιδί θαύμα Τζορτζ Μπεστ, υπέγραψαν τον θρίαμβο και αυτό που άπαντες σιγοψιθύριζαν όλη τη χρονιά ήταν γεγονός: η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ήταν πρωταθλήτρια, για πρώτη φορά μάλιστα μετά την εποχή των αδικοχαμένων «μπέμπηδων».
Το ευρωπαϊκό όνειρο
Αφού το 1967 κατέκτησε ακόμα ένα πρωτάθλημα, τη σεζόν 1967-68 συμμετείχε στο Κύπελλο Πρωταθλητών. Η Γιουνάιτεντ ξεκίνησε τις υποχρεώσεις της στην Ευρώπη απέναντι στη μαλτέζικη Χιμπέρνιανς, με την πρόκριση να έρχεται ουσιαστικά από το πρώτο παιχνίδι στην Αγγλία (4-0). Αντίπαλος στον επόμενο γύρο η Σαράγεβο. Η Γιουνάιτεντ παρέταξε μεγάλη συγκέντρωση στο αντιαθλητικό παιχνίδι των Γιουγκοσλάβων εκτός έδρας, με το ματς να λήγει χωρίς γκολ. Στο «Θέατρο των Ονείρων» η Γιουνάιτεντ έδειξε ποιος είναι το αφεντικό και, κερδίζοντας 2-1, πήρε την πρόκριση για τους «8». Αντίπαλος η πρωταθλήτρια Πολωνίας Γκόρνικ. Το 2-0 του «Ολντ Τράφορντ» έδωσε την πρόκριση, παρά την ήττα με 1-0 στην εξαιρετικά δύσκολη αναμέτρηση της ρεβάνς.
Αντίπαλος στα ημιτελικά η μεγάλη Ρεάλ. Στο άλλο ζευγάρι Μπενφίκα και Γιουβέντους θα πάλευαν για μια θέση στον μεγάλο αγώνα της 29ης Μαΐου. Το πρώτο ματς στο Μάντσεστερ ήταν κλειστό και ισορροπημένο. Το γκολ του Μπεστ έκανε τη διαφορά, αλλά ακόμα κι έτσι το 1-0 έμοιαζε λίγο για τον επαναληπτικό του «Μπερναμπέου». Η ρεβάνς στο κατάμεστο από 125.000 θεατές ήταν δραματική. Η Ρεάλ προηγήθηκε με 2-0 και 3-1 και η Μάντσεστερ βρισκόταν αντιμέτωπη με έναν ακόμη αποκλεισμό στα ημιτελικά. Στην ανάπαυλα ο Ματ Μπάσμπι είπε στους παίκτες του: «Είστε σπουδαίοι παίκτες, αλλά απόψε δεν τα 'χετε πάει καλά. Πηγαίνετε και παίξτε σύμφωνα με τις δυνατότητές σας, θα τα καταφέρετε».
Ήρωας και σκόρερ του χρυσού γκολ (3-2) ήταν ένας από τους ελάχιστους διασωθέντες της τραγωδίας του Μονάχου: ο Μπιλ Φουλκς. Το «Μπερναμπέου» σίγησε και οι παίκτες της Ρεάλ κοιτούσαν αποσβολωμένοι το σκορ. «Το να σκοράρει αυτό το γκολ ο Μπιλ Φουλκς ήταν το πεπρωμένο», είπε ο Άλεξ Στέπνεϊ, ενώ ο Μπόμπι Τσάρλτον δήλωνε: «Όταν αποκλείσαμε τη Ρεάλ ήξερα ότι θα παίρναμε το Κύπελλο».
Η βραδιά της αποθέωσης
Το βράδυ της 29ης Μαΐου του 1968, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Μπενφίκα πάτησαν το χορτάρι του «Γουέμπλεϊ» μπροστά σε 100.000 παρευρισκόμενους θεατές. Οκτώ λεπτά μετά την έναρξη της επανάληψης ο Σάντλερ σέντραρε από τα αριστερά, ο Μπόμπι Τσάρλτον έπιασε μια… άπιαστη κεφαλιά και έστειλε την μπάλα στην αριστερή γωνία του Ενρίκε. Η Μπενφίκα βγήκε αμέσως στην κόντρα για την ισοφάριση. Αυτή ήρθε δέκα λεπτά πριν το τέλος, όταν ο Τόρες νίκησε στον αέρα τον Φουλκς και ο επερχόμενος Γκράσα έγραψε το 1-1. Ο τελικός οδηγήθηκε στην παράταση. Εκεί, ο Μπεστ εκμεταλλεύτηκε ένα λάθος της άμυνας και αφού πήρε την μπάλα πέρασε τον τερματοφύλακα των «Αετών» για να κάνει το 2-1 μέσα σε πανζουρλισμό. Το γήπεδο έγερνε προς την πλευρά της Μπενφίκα και ένα μόλις λεπτό αργότερα ο 19χρονος Κιντ, που είχε πάρει τη θέση του τραυματία Λόου, πέτυχε το τρίτο «διαβολικό» γκολ ανήμερα των γενεθλίων του! Ο αγώνας είχε κριθεί, τα πανηγύρια είχαν ξεκινήσει, αλλά ακόμη δεν είχε μπει το κερασάκι. Ο Κιντ έκανε την κούρσα από τα δεξιά και με συρτή σέντρα έκοψε την μπάλα στην περιοχή των Πορτογάλων με αποδέκτη τον Μπόμπι Τσάρλτον που έγραψε το τελικό 4-1.
Οι εικόνες που ακολούθησαν το σφύριγμα της λήξης του διαιτητή Λο Μπέλο δεν μπορούν να περιγραφούν με λέξεις. Όλοι οι παίκτες της Γιουνάιτεντ έτρεξαν να αγκαλιάσουν τον προπονητή τους, τον ήρωα του Μονάχου που, όπως είχε υποσχεθεί, θα έφερνε στον σύλλογο τη δόξα που του στέρησε η τραγωδία του 1958. Όπως είπε και ο Άλεξ Στέπνεϊ: «Συνήθως, όταν τελειώνει ένα μεγάλο ματς νικηφόρα, οι ποδοσφαιριστές πανηγυρίζουν με τον πιο κοντινό συμπαίκτη τους. Εμείς όμως δεν το κάναμε. Σχεδόν όλοι, πήγαμε ασυνείδητα στον Ματ Μπάσμπι για να τον συγχαρούμε. Ήταν το όνειρό του και ο στόχος του από τότε που χάθηκε η σπουδαία ομάδα, το 1958. Επιτέλους τα είχε καταφέρει».




