Συνήθως στα μεγάλα ντέρμπι αναμένουμε να δούμε γκολ και θέαμα. Να μπαίνουν στον αγωνιστικό χώρο δύο ομάδες, που αποδεδειγμένα έχουν πλούσιες ποδοσφαιρικές αρετές και εμείς να απολαύσουμε 90 λεπτά γεμάτα από φάσεις μπροστά από τις δύο εστίες, γκολ και ανατροπές, δύναμη, πάθος και αποτελεσματικότητα. Και εννιά στις δέκα φορές μένουμε με τον… καημό. Και αυτό γιατί στα ντέρμπι είναι λογικό οι ομάδες να μη ρισκάρουν πολύ, να κρατάνε την τακτική τους ασταμάτητα, να μην μπαίνουν πολλά γκολ. Ακόμα και στις περιπτώσεις που είχαμε πάνω από τρία γκολ σε ένα από τα παραδοσιακά ντέρμπι του πρωταθλήματος, δεν έληξε αγώνας που να μας αφήσει με το αίσθημα της ικανοποίησης, πως και οι δύο ομάδες έπαιξαν φουλ επίθεση.
Σήμερα, στο «Αντώνης Παπαδόπουλος», έχω το προαίσθημα ότι το 90λεπτο ανάμεσα σε Ανόρθωση και Ομόνοια θα μας προσφέρει αυτό που ψάχνουμε ως κανόνα και απολαμβάνουμε στην… εξαίρεσή του. Και αυτό επειδή το προφίλ των ομάδων και οι βαθμολογικές συγκυρίες το ευνοούν. Και εξηγώ το γιατί. Η Ανόρθωση έχει μέχρι στιγμής την καλύτερη επίθεση στο πρωτάθλημα. Αυτό το έχει πετύχει όχι γιατί έπαιξε απέναντι σε αδύναμες άμυνες, αλλά επειδή η «φύση» του ρόστερ, το εξυπακούει. Δεν μπορεί να παίξει αλλιώς. Λαβόρδε, Κάλβο και Σπαντάσιο, δεν μπορούν να περιοριστούν στο σύνολό τους.
Το ίδιο ισχύει και στο πρώτο δείγμα της Ομόνοιας του Σαβέβσκι. Τα επιθετικά του άκρα επιτίθενται ασταμάτητα. Ο Φρέντι είναι διαρκής πηγή κινδύνου, λόγω του πλουραλισμού των επιθετικών του εκφράσεων. Ο Ασίς βλέπει μόνο μπροστά, προς την αντίπαλη εστία. Κάποιος μπορεί να πει ότι, ναι μεν το δείχνει αυτό η Ομόνοια, αλλά δεν το πετυχαίνει. Ε, κάποια στιγμή θα το κάνει όμως.
Ας καθίσουμε να απολαύσουμε το ντέρμπι και ας ελπίσουμε ότι θα είναι από εκείνα τα 90λεπτα που θα παρακαλούμε να μην τελειώσουν γιατί γουστάρουμε αυτό που βλέπουμε…