Ο Ρώσος πρωθυπουργός, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, ενέκρινε τη Δευτέρα ένα σχέδιο που αποσκοπεί στην πάταξη του ντόπινγκ, το οποίο έρχεται ως μέρος της πίεσης, η οποία ασκείται κατά της Μόσχας για να αποκαταστήσει την αμαυρωμένη αθλητική εικόνα της και να ανατρέψει την απόφαση απαγόρευσης συμμετοχής των αθλητών της σε διεθνείς διοργανώσεις στίβου.       

Τα μέτρα που δημοσιεύονται στον επίσημο δικτυακό τόπο της κυβέρνησης, περιλαμβάνουν τη δημιουργία ενός νέου εθνικού εργαστηρίου αντιντόπινγκ και την εφαρμογή εκπαιδευτικών προγραμμάτων για την αποθάρρυνση της χρήσης φαρμάκων που βελτιώνουν την απόδοση των αθλητών. Επίσης, ακόμη ένας στόχος που προβλέπεται στο σχέδιο είναι η πλήρης εναρμόνιση του ρωσικού οργανισμού αντιντόπινγκ (RUSADA) με τα διεθνώς ισχύοντα και βέβαια με τον παγκόσμιο κώδικα του WADA.

Ο WADA, ο Παγκόσμιος Οργανισμός για την καταπολέμηση του ντόπινγκ, ανέστειλε τη λειτουργία του RUSADA μετά την δημοσίευση της έκθεσης ΜακΛάρεν τον Νοέμβριο του 2015, η οποία παρουσίαζε αποδεικτικά στοιχεία για το ντόπινγκ, το οποίο χαρακτηρίστηκε συστηματικό και εν γνώσει των κρατικών αρχών.

Οι ρωσικές αρχές αρνούνται την ύπαρξη ενός υποστηριζόμενου από το κράτος προγράμματος ντόπινγκ, αλλά δεσμεύτηκαν να ακολουθήσουν τις διεθνείς συστάσεις για να αρθεί η ποινή αποκλεισμού της Ρωσικής Ομοσπονδίας Στίβου, καθώς και της Παραολυμπιακής Επιτροπής της χώρας.

Ο WADA ανακοίνωσε τον περασμένο μήνα ότι επέτρεψε στο RUSADA να σχεδιάσει και να συντονίσει τους ελέγχους ντόπινγκ στη χώρα υπό την επίβλεψη διεθνών εμπειρογνωμόνων, αναφέροντας ότι ο οργανισμός είχε εκπληρώσει ορισμένες από τις απαιτήσεις για την επαναλειτουργία του.

Πάντως, ο WADA ισχυρίζεται ότι, για να δώσει και πάλι την απαιτούμεη διαπίστευση για την λειτουργία του, ο RUSADA απομένει να κάνει ακόμη μια σειρά από ενέργειες για την πλήρη εναρμόνισή του, συμπεριλαμβανομένης μιας «σειράς ελέγχων συμμόρφωσης» που θα πραγματοποιήσει ο διεθνής οργανισμός τους προσεχείς μήνες.