ΚΑΛΠΕΣ ΣΤΗ ΜΑΔΡΙΤΗ ΓΙΑ ΤΡΙΤΗ ΦΟΡΑ ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ
ΜΕΣΑ ΣΕ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΟΚΤΩ ΜΗΝΕΣ ΟΙ ΚΑΤΑΛΑΝΟΙ ΑΥΤΟΝΟΜΙΣΤΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΕΔΩΣΑΝ ΤΗ ΧΑΡΙΣΤΙΚΗ ΒΟΛΗ ΣΕ ΔΥΟ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥΣ
Ο Σάντσεθ επέλεξε να ριχτεί στην αρένα των εκλογών για να εκμεταλλευτεί την «ενότητα» των δεξιών αντιπάλων του και να εμφανιστεί ως η μοναδική εναλλακτική επιλογή
Μόλις οκτώ μήνες μετά την ανάληψη του πρωθυπουργικού θώκου, ο Πέδρο Σάντσεθ ετοιμάζεται να σπάσει άλλο ένα ρεκόρ της ισπανικής πολιτικής ζωής. Ενώ είχε πετύχει την πρωτάκουστη εκθρόνιση του Μαριάνο Ραχόι, μέσω της πρότασης μομφής, ετοιμάζεται τώρα να γίνει ο πιο βραχύβιος πρωθυπουργός στη 40χρονη ιστορία της Ισπανικής Δημοκρατίας.
Δύο ημέρες μετά την απόρριψη του σχεδίου προϋπολογισμού που κατέθεσε στη Βουλή, ο Σάντσεθ προκήρυξε πρόωρες εκλογές στις 28 Απριλίου, οι οποίες αναμένεται ότι θα μετρήσουν τον πολιτικό παλμό της χώρας λίγο πριν τις κρίσιμες περιφερειακές αλλά και ευρωπαϊκές εκλογές, σε μια χρονική συγκυρία μάλιστα που η «πληγή» του καταλανικού ζητήματος παραμένει ανοιχτή. Η απόφαση του νεαρού Πρωθυπουργού να στείλει τους Ισπανούς ψηφοφόρους στην κάλπη για τρίτη φορά σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια καταδεικνύει την εύθραυστη φύση του πολιτικού σκηνικού, όχι μόνο στην Ισπανία, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, με το μοτίβο να επαναλαμβάνεται. Μία κεντροαριστερή κυβέρνηση να καταρρέει μαζί με τον δικομματισμό πολλών ετών, ενώ παράλληλα παρατηρείται άνοδος της ακροδεξιάς.
Προδικασμένη εξέλιξη
Οι πολιτικές εξελίξεις που διαμορφώθηκαν όμως κατά κάποιο τρόπο ήταν προκαθορισμένες από την ανάληψη της εξουσίας από τον Πέδρο Σάντσεθ τον Ιούνιο του 2018. Τον Μάιο έγινε γνωστό ότι στελέχη του κόμματος του κυβερνώντος Λαϊκού Κόμματος (ΡΡ), του Μαριάνο Ραχόι εμπλέκονταν σε σκάνδαλο διαφθοράς. Τότε ο Σάντσεθ, εκμεταλλευόμενος την πολιτική συγκυρία, κατέθεσε πρόταση μομφής και κατάφερε να πάρει τα ηνία της χώρας, «κληρονομώντας», όμως, μια μεγάλη αδυναμία. Η κυβέρνηση που σχημάτισε κατ' ουδένα τρόπο δεν είχε πλειοψηφία στη Βουλή.
Αντίθετα, οικοδομήθηκε πάνω σε «γυάλινα πόδια», υποβασταζόμενη από μικρότερα κόμματα. Η υπόσχεσή του μετά τον σχηματισμό κυβέρνησης ήταν ότι θα διέλυε τη Βουλή και θα εξήγγελλε εκλογές, παραβλέποντας όμως τον ορισμό ακριβούς ημερομηνίας, έχοντας ως απώτερο σκοπό να αυξήσει τα εκλογικά του ποσοστά με την εφαρμογή μέτρων για ανακούφιση των πολιτών από την οικονομική κρίση. Το εγχείρημά του όμως ναυάγησε όταν, παρουσιάζοντας τον προϋπολογισμό της Κυβέρνησής του, βρήκε απέναντί του όχι μόνο τους πρώην συμμάχους του, τους Καταλανούς αυτονομιστές, αλλά και τα κόμματα της Δεξιάς.
Η χρονική συγκυρία της ψήφισης του προϋπολογισμού συνέπεσε με την έναρξη της δίκης των 12 ηγετών των Καταλανών αυτονομιστών, οι οποίοι κατηγορούνται για εξέγερση, ανταρσία και κατάχρηση δημοσίου χρήματος, μετά την ανακήρυξη ανεξαρτησίας το 2017.
Οι λόγοι της κήρυξης πρόωρων εκλογών
Πάντως ο σοσιαλιστής ηγέτης δεν ήταν αναγκασμένος να κηρύξει πρόωρες εκλογές εξαιτίας του πολιτικού αδιεξόδου με τον προϋπολογισμό. Βάσει νόμου μπορούσε να συνεχίσει να κυβερνά, εφαρμόζοντας τον περσινό προϋπολογισμό. Εντούτοις, αναλύοντας τα πολιτικά δεδομένα, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους επέλεξε αυτήν τη στρατηγική. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν προβάδισμα των δεξιών κομμάτων, των οποίων οι ψηφοφόροι είναι πολωμένοι μετά τη νίκη στην Ανδαλουσία, η οποία για δεκαετίες αποτελούσε το «προπύργιο» των σοσιαλιστών. Συγκεκριμένα, δημοσκόπηση της El Pais δίνει στο Ισπανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα των Εργατών του Σάντσεθ 24%, στο Λαϊκό Κόμμα 21%, στους φιλελεύθερους Ciudadanos 18% , στους Podemos 15% και τέλος στο ακροδεξιό Vox περίπου 10%.
Έχοντας στο μυαλό ότι επικρατέστερο σενάριο είναι η δημιουργία συνασπισμού της δεξιάς πτέρυγας, δηλαδή του Λαϊκού Κόμματος, των Ciudadanos και του Vox, ο Σάντσεθ επέλεξε να ριχτεί στην αρένα των εκλογών για να εκμεταλλευτεί αυτήν την «ενότητα» των δεξιών αντιπάλων του. Συγκεκριμένα, θέλει να αξιοποιήσει την ομογένεια αυτών των κομμάτων, ώστε να εμφανιστεί ως η μοναδική εναλλακτική επιλογή. Μάλιστα, η ημερομηνία των εθνικών εκλογών τοποθετήθηκε πιο μπροστά από τις περιφερειακές και τοπικές εκλογές του Μαΐου, ώστε να μην επηρεαστεί από τις συμμαχίες που ενδεχομένως να αλλάξουν μέχρι τότε. Εάν δεν καταφέρει η δεξιά πτέρυγα να συγκεντρώσει στις εθνικές εκλογές απόλυτη πλειοψηφία (176 από τις 350 έδρες), αυτόματα νικητής θα είναι ο Σάντσεθ, αφού θεωρείται απομακρυσμένο το ενδεχόμενο κάποια άλλα κόμματα να υποστηρίξουν μια συμμαχία που θα περιλαμβάνει το ακροδεξιό Vox.
Το «αγκάθι» της Καταλωνίας
Η καταλανική κρίση, από το 2017, κατάφερε να εξαπλωθεί και να επηρεάζει τον πυρήνα της πολιτικής ζωής της Ισπανίας. Μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο οι Καταλανοί αυτονομιστές βουλευτές έδωσαν τη χαριστική βολή σε δύο πρωθυπουργούς με τις ψήφους τους στο εθνικό κοινοβούλιο της Μαδρίτης. Μετά τη σύμπραξη με τις υπόλοιπες δυνάμεις για στήριξη της πρότασης μομφής κατά του Ραχόι, το σκηνικό επαναλήφθηκε, αυτήν τη φορά έχοντας ως στόχο τον Πέδρο Σάντσεθ.
Συγκεκριμένα, οι Καταλανοί ένωσαν τις δυνάμεις τους με τα «εχθρικά» κόμματα της δεξιάς και καταψήφισαν τον προϋπολογισμό, μετά το ναυάγιο των διαβουλεύσεων με την κυβέρνηση για τη διενέργεια νέου δημοψηφίσματος για ανεξαρτητοποίηση αλλά και την απελευθέρωση των 12 αυτονομιστών από τη φυλακή. Η στάση των Καταλανών βουλευτών συνοψίζεται στις δηλώσεις του Eduard Pujol, ο οποίος ανέφερε ότι «δεν μπορείς να κυβερνήσεις την Ισπανία, χωρίς να ακούς την Καταλωνία».
Πάντως, η τωρινή κυβέρνηση δύσκολα μπορούσε να σταματήσει τις δικαστικές διαδικασίες για τους 12 αυτονομιστές, ενώ με την εκδίκαση της υπόθεσης να διεξάγεται ταυτόχρονα με την προεκλογική εκστρατεία για τις εθνικές εκλογές, αναμένεται το πολιτικό θερμόμετρο να κτυπήσει κόκκινο από τις εθνικές εξάρσεις. Αν και ο πρωθυπουργός επένδυσε μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο προσπαθώντας να προσεγγίσει τους αυτονομιστές, συγκεντρώνοντας παράλληλα τις βολές των δεξιών κομμάτων, η απόρριψη του προϋπολογισμού από τους Καταλανούς πρώην συμμάχους του μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα ότι δεν ενέδωσε στις επιταγές τους για περισσότερη αυτονομία.
Ο ιδιότυπος ισπανικός εθνικισμός
Η αποσχιστική κρίση στην Καταλωνία, χωρίς αμφιβολία, δοκίμασε τόσο την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, όσο και την ίδια τη λειτουργικότητα των ομοσπονδιακών διευθετήσεων του Συντάγματος του 1978. Την ίδια στιγμή, αυτή η κρίση έδωσε το έναυσμα για τη γέννηση ενός ιδιότυπου εθνικισμού στην Ισπανία, ξυπνώντας τις μνήμες του διαιρεμένου παρελθόντος της δικτατορίας του Φράνκο και του εμφυλίου πολέμου.
Στις περιφερειακές εκλογές του Δεκεμβρίου, το ακροδεξιό κόμμα Vox πήρε τον ρόλο ρυθμιστή των ισορροπιών στο Κοινοβούλιο της Ανδαλουσίας. Η εκρηκτική άνοδός του πυροδοτήθηκε όχι μόνο από την αντιμεταναστευτική ρητορική, αλλά και από τις εξελίξεις στην Καταλωνία. Σύμφωνα με αναλυτές, το Vox δεν πριμοδοτήθηκε τόσο από το μεταναστευτικό πρόβλημα, όσο από τη δυσαρέσκεια κατά της κυβέρνησης για τη στάση της απέναντι στην καταλανική κρίση. Οι οπαδοί τους θεωρούν ότι η πρώην κυβέρνηση Ραχόι δεν ήταν αρκετά σκληρή με τους αποσχιστές.
Η άνοδος της ακροδεξιάς την ίδια στιγμή συμπαρασύρει και τα υπόλοιπα δεξιά κόμματα, τα οποία αυξάνουν την πολεμική ρητορική τους απέναντι τους Καταλανούς, με στόχο να αντλήσουν ψηφοφόρους από την ακροδεξιά. Από την άλλη, ο Σάντσεθ δεν έχασε αυτήν την ευκαιρία και παρουσίασε τον εαυτό του ως την επιλογή ανάμεσα στα δύο άκρα, δηλαδή τα τρία κόμματα της δεξιάς και τα αποσχιστικά κόμματα της Καταλωνίας.
Η ευρωπαϊκή προοπτική
Σε αντίθεση με την Ιταλία, όπου ένα ακροδεξιό ευρωσκεπτικιστικό κόμμα εντάχθηκε στον σχηματισμό μιας λαϊκίστικής κυβέρνησης, στην Ισπανία ο οποιοσδήποτε συνασπισμός προκύψει από τις εθνικές εκλογές αναμένεται να είναι φιλοευρωπαϊκός. Λαϊκό Κόμμα, Ciudadanos και Σοσιαλιστές τάσσονται υπέρ της ευρωπαϊκής συνοχής. Εντούτοις, ο κίνδυνος μιας αδύναμης και εσωστρεφούς Ισπανίας είναι ορατός, σε μια Ευρώπη που έχει να αντιμετωπίσει τις τεράστιες προκλήσεις του ευρωσκεπτικισμού που αναμένεται να κυριαρχήσει στις επικείμενες ευρωεκλογές, αλλά και το κρίσιμο ζήτημα του Brexit.




