ΣΤHΝ ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΘΑ ΚΡΙΘΕΙ ΤΟ BREXIT
«ΕΦΤΑΨΥΧΗ» Η ΜΕΪ, ΠΟΥ ΕΠΑΙΞΕ ΣΩΣΤΑ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΤΗΣ, ΕΞΩΘΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΟΩΡΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΜΟΜΦΗΣ
Σε μια χώρα στην οποία το πολιτικό δράμα έγινε πλέον καθημερινότητα, οι εξελίξεις γύρω από τον γόρδιο δεσμό του Brexit, δύσκολα πλέον προκαλούν εντύπωση. Μέσα σε μία μόλις εβδομάδα, το «ανυπότακτο» στις επιταγές της Τερέζα Μέι, αλλά και των Βρυξελλών, βρετανικό Κοινοβούλιο απέρριψε μία συμφωνία, οι διαπραγματεύσεις της οποίας κράτησαν δύο ολόκληρα χρόνια, ενώ κλήθηκε να επιβεβαιώσει την εμπιστοσύνη του στο πρόσωπο της Πρωθυπουργού της χώρας.
Πλησιάζοντας πλέον στο τέλος αυτής της διαδρομής, οι βουλευτές εξέρχονται της κάθε κοινοβουλευτικής διαδικασίας σίγουροι από τη μια ότι η συμφωνία με την ΕΕ δεν είναι η σωστή, αλλά ανίκανοι από την άλλη να διαμορφώσουν μιαν εναλλακτική. Με την κλεψύδρα πια να αδειάζει επικίνδυνα, ένα σενάριο που λίγους μήνες πριν θα φάνταζε αδύνατο, σιγά-σιγά γίνεται πραγματικότητα.
Μια κυβέρνηση ανίκανη να κυβερνήσει
Η επόμενη ημέρα της ψηφοφορίας επί της συμφωνίας του Brexit επιβεβαίωσε την αδυναμία της κυβέρνησης να εκπληρώσει τη λαϊκή εντολή που πήρε για να οδηγήσει τη χώρα σε μια συντεταγμένη έξοδο από την ΕΕ. Η άνευ προηγουμένου συντριβή στο Κοινοβούλιο, με 432 βουλευτές να τάσσονται κατά, εκ των οποίων μεγάλος αριθμός να προέρχεται από το κυβερνών κόμμα, και μόλις 202 να υποστηρίζουν τη συμφωνία της Μέι για το Brexit, κατέδειξε τον κατακερματισμό της χώρας, η οποία βαδίζει με μαθηματική ακρίβεια στ' αχνάρια ενός άτακτου Brexit, χωρίς κάποιο κόμμα ή ομάδα μέσα στο Κοινοβούλιο να μπορεί να διατυπώσει μια ξεκάθαρη άποψη που να οδηγεί προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Το κοινό έδαφος συνοψίζεται στην ιδέα ότι πρέπει να αποφευχθεί μια έξοδος χωρίς συμφωνία υπό την απειλή οικονομικής καταστροφής, χωρίς να υπάρχει όμως η προοπτική υιοθέτησης ενός μηχανισμού για να αποφευχθεί αυτό το σενάριο. Το αδιέξοδο πάντως φαντάζει σχεδόν αδύνατο να αρθεί, αφού το διαιρεμένο Υπουργικό Συμβούλιο, αδυνατώντας να φτάσει σε συμβιβασμό, ρίχνει το μπαλάκι στο γήπεδο του Κοινοβουλίου, το οποίο θα επωμιστεί τελικά και την ευθύνη ενός «σκληρού» διαζυγίου με την ΕΕ.
Η αλλαγή ρητορικής της Τερέζα Μέι
Μέσα όμως σε αυτήν την απελπιστική κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει η πολιτική σκηνή στη Βρετανία, δύο πράγματα φαίνεται να έχουν αλλάξει, τα οποία δύνανται να οδηγήσουν προς μια πιο ξεκάθαρη βάση τα επόμενα βήματα της Πρωθυπουργού Τερέζα Μέι και θα ενισχύσουν την προσπάθεια αποτροπής μιας «άτακτης» εξόδου της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μετά την πρωτοφανή συντριβή στη Βουλή, για πρώτη φορά η Μέι έκανε άνοιγμα στους διαφωνούντες βουλευτές της, παραδεχόμενη ότι δεν μπορεί να υπάρξει αποδοχή της συγκεκριμένης συμφωνίας. Επεσήμανε όμως ότι η απουσία οποιουδήποτε μηνύματος, που να δείχνει μια εναλλακτική από τους Συντηρητικούς που την καταψήφισαν, μπορεί να έχει συνέπειες.
Υπό μορφήν «εκβιασμού» η Πρωθυπουργός συνέστησε στους βουλευτές του κόμματός της, και ειδικότερα στους υπερμάχους του Brexit, να αναθεωρήσουν τις προσδοκίες τους, διαφορετικά θα στραφεί στην αντιπολίτευση για συμβιβασμό, ο οποίος θεωρείται σίγουρο ότι θα περιλαμβάνει πρόνοιες ενός πιο «μαλακού» Brexit. Πολλοί αναλυτές μάλιστα επισημαίνουν ότι η φαινομενική νίκη των «σκληρών» Brexiteers στην ψηφοφορία στην πραγματικότητα έσπρωξε τη διαδικασία προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η δεύτερη αλλαγή είναι η οριστική εγκατάλειψη της ρητορικής της Μέι, η οποία ήθελε «το no deal να είναι καλύτερο από μια κακή συμφωνία». Η αλλαγή στη στάση της Κυβέρνησης επιβεβαιώθηκε διά στόματος της Πρωθυπουργού, η οποία «υπενθύμισε» στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι οι Βρετανοί δεν ψήφισαν το 2016 μια έξοδο χωρίς συμφωνία, αλλά είχαν πάρει την υπόσχεση για μια συμφωνία με τις Βρυξέλλες.
Η τακτική πίσω από την πρόταση μομφής
Η επόμενη ημέρα της απόρριψης της συμφωνίας βρήκε το Κοινοβούλιο να διεξάγει άλλη μία δραματική ψηφοφορία, αυτήν τη φορά για την τύχη της κυβέρνησης. Η Τερέζα Μέι κλήθηκε για δεύτερη φορά σε μόλις ένα μήνα να δώσει μάχη για τη θέση της μετά την πρόταση μομφής της αντιπολίτευσης. Η «εφτάψυχη» πρωθυπουργός τελικά επιβίωσε οριακά της ψηφοφορίας (325 υπέρ και 306 κατά), με το αποτέλεσμα να μη θυμίζει σε τίποτα το Βατερλώ της προηγούμενης ημέρας. Η Τερέζα Μέι ουσιαστικά καλωσόρισε την πρόταση μομφής του ηγέτη του Εργατικών, Τζέρεμι Κόρμπιν, αφού ήρθε ως «θείο δώρο» σε μια πολιτική συγκυρία στην οποία η συνοχή των Τόρις βρισκόταν σε οριακά επίπεδα.
Η ηγέτιδα των Συντηρητικών, παίζοντας σωστά τα χαρτιά της, εξώθησε την αντιπολίτευση σε μια πρόωρη πρόταση μομφής, η οποία της έδωσε την ευκαιρία να μετατρέψει την ψηφοφορία σε δήλωση εμπιστοσύνης και να σφυγμομετρήσει με αριθμητικά δεδομένα τις προθέσεις στήριξης των βουλευτών της. Έτσι κι αλλιώς, η πολιτική συμπεριφορά των Τόρις δεν μπορούσε να είναι η ίδια, αφού το διακύβευμα πλέον είχε αλλάξει. Οι Συντηρητικοί Brexitteers μπορεί να καταψήφισαν τη συμφωνία της Μέι, όμως, η πρόταση μομφής δημιούργησε την πόλωση που χρειαζόταν η ηγέτιδα των Τόρις, ώστε να κινητοποιήσει τους βουλευτές της για να στηρίξουν τελικά την κυβέρνηση. Την ίδια ώρα, οι Βορειοϊρλανδοί εταίροι της Μέι, έχοντας εκπληρώσει τον στόχο της απόρριψης της συμφωνίας, δεν είχαν πρόθεση να στηρίξουν την πρόταση μομφής.
Οι αδιάλλακτες Βρυξέλλες
Αμέσως μετά τη συντριπτική απόρριψη της συμφωνίας από τους Βρετανούς βουλευτές, η απάντηση των Βρυξελλών ήταν άμεση και συντονισμένη, επαναλαμβάνοντας αυτό που ήξερε καλά το Λονδίνο - η συμφωνία δεν είναι προς επαναδιαπραγμάτευση. Η ΕΕ, χωρίς καμιά διάθεση αυτοκριτικής για τυχόν ευθύνες για την «εκκωφαντική» καταψήφιση της συμφωνίας που είχαν συνομολογήσει με τη βρετανική κυβέρνηση, έκανε σαφές στο «άναρχο» βρετανικό κοινοβούλιο διά στόματος των ανώτατων εκπροσώπων της ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει ούτε τις κόκκινες γραμμές της, ούτε και τους Ιρλανδούς συμμάχους της για να κάνει τη ζωή ευκολότερη σε ένα κράτος μέλος που ετοιμάζεται να αποχωρήσει.
Οι ελπίδες των Βρετανών βουλευτών για κάμψη της «αδιαλλαξίας» των Βρυξελλών στο κρίσιμο ζήτημα του «backstop» μετά και την ταπεινωτική ήττα της Μέι διαψεύστηκαν γρήγορα, αφού διεφάνη ότι προτεραιότητα του μπλοκ είναι πρωτίστως η διαφύλαξη των θεμελιωδών αρχών, όπως η ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς και ακολούθως το οικονομικό κόστος που μπορεί να επωμιστεί από ένα μη συναινετικό διαζύγιο με τη Βρετανία.
Μέσα όμως σε αυτό το κύμα άρνησης ο επικεφαλής διαπραγματευτής της ΕΕ για το Brexit, Μισέλ Μπαρνιέ, άφησε ένα παράθυρο ανοιχτό για κάποιου είδους επαναδιαπραγμάτευση, αναφέροντας ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια διαφορετικού είδους συμφωνία υπό έναν όρο. Το Λονδίνο να αλλάξει τα βασικά του αιτήματα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι Βρυξέλλες περιμένουν από τη Βρετανία να εγκαταλείψει την αποφασιστικότητά της να αποχωρήσει από την τελωνειακή ένωση και την κεντρικά ρυθμιζόμενη ενιαία αγορά.
Εντούτοις, ο Μπαρνιέ με τη σειρά του υπεραμύνθηκε της συμφωνίας που επιτεύχθηκε και προειδοποίησε ότι ο κίνδυνος μιας άτακτης υποχώρησης είναι τώρα μεγαλύτερος από ποτέ. Οι διεργασίες για μια άτακτη έξοδο είναι πυρετώδεις στο μπλοκ των 27 και επιβεβαιώνουν την αποδοχή από μέρους της ΕΕ του γεγονότος ότι η Βρετανία δεν θα αλλάξει εύκολα στάση. Δέκα μόλις εβδομάδες πριν από την 29η Μαρτίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέτεινε τις προετοιμασίες για «άτακτο» Brexit, ενώ Γαλλία και Γερμανία ψήφισαν νομοσχέδια για οχύρωση των συμφερόντων των πολιτών τους που επηρεάζονται.
Στο βάθος «no deal»
Στο κλίμα πρωτοφανούς αβεβαιότητας που κυριαρχεί τόσο στο «θρυμματισμένο» στρατόπεδο του Ηνωμένου Βασιλείου, όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, έρχεται να προστεθεί και η παράμετρος του χρόνου. Η μόνη περίπτωση να αποφευχθεί μια έξοδος χωρίς συμφωνία είναι όλες οι διαδικασίες να ολοκληρωθούν μέχρι το τέλος Μαρτίου. Την ίδια ώρα, το σενάριο να απορριφθεί το plan B, το οποίο θα οδηγήσει η Πρωθυπουργός της Βρετανίας τη Δευτέρα στο Κοινοβούλιο, δεν είναι καθόλου απίθανο, μιας και οι παραχωρήσεις που αναμένει η Μέι από πλευράς ΕΕ δύσκολα θα γίνουν.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, λοιπόν, η παράταση της ημερομηνίας αποχώρησης της Βρετανίας μοιάζει να είναι αναπόφευκτη. Παρόλα αυτά όμως ακόμα και στην περίπτωση παράτασης μέχρι τα τέλη Ιουνίου, οπότε θα σχηματιστεί το νέο Ευρωκοινοβούλιο, υπάρχουν ισχυρές επιφυλάξεις, αφού εύλογα διερωτάται κανείς τι μπορεί να επιτευχθεί σε τρεις μήνες, όταν δεν έχει βρεθεί η χρυσή τομή μετά από δύο χρόνια διαπραγματεύσεων.




