ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΑΡΡΕΟΥΝ ΜΙΑ-ΜΙΑ ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΕΙΡΗΝΕΥΣΗΣ
ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΣΕ ΕΥΦΛΕΚΤΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ. ΕΝΑ ΚΛΙΚ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΑΝΑΦΛΕΞΗ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ
ΛΕΖΑΝΤΑ:
Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΗΠΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΥΡΗΝΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΡΩΣΙΑ ΕΡΜΗΝΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΑΛΥΤΕΣ ΕΙΤΕ ΩΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΟΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΓΧΩΡΙΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΟΠΛΩΝ, ΚΑΙ ΚΑΤ’ ΕΠΕΚΤΑΣΙΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΕΙΤΕ ΩΣ ΑΣΚΗΣΗ ΠΙΕΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΙΝΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΠΟΠΥΡΗΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ.
Επί του παρόντος η υλοποίηση της αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συμφωνία με τη Ρωσία, για περιορισμό της κατασκευής πυρηνικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς, είναι αόριστη αλλά πλησιάζει επικίνδυνα, καθώς απέχει μόλις μιας προεδρικής υπογραφής. Το γεγονός είναι πλέον οριστικό και ήδη προκαλεί αναστάτωση στη διεθνή κοινότητα.
Οι πληροφορίες που διαρρέουν στον ρωσικό Τύπο αναφέρουν πως οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε προχωρημένο διάλογο με χώρες της Ευρώπης για εγκατάσταση τέτοιων πυραύλων στον έδαφός τους. Αυτές τις πληροφορίες κατέχει και η Μόσχα, ο Υπουργός Άμυνας της οποίας, επιβεβαιώνοντας, προειδοποιεί όλες τις πλευρές του διαλόγου πως, αν ενεργήσουν κατά τέτοιο τρόπο, δεν θα πρέπει να περιμένουν πως η Ρωσία θα μείνει άπραγη. Σε μια επίδειξη ισχύος, μάλιστα, η Ρωσία αποφάσισε και ανακοίνωσε πως θα πραγματοποιήσει γυμνάσια των στρατηγικών πυρηνικών δυνάμεών της.
Τι κρύβεται πίσω από τη (νέα) αποχώρηση
Αν σε κάτι συμφωνούν όλοι οι ειδικοί αναλυτές είναι πως το οικονομικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών βασίζεται στη βιομηχανία των όπλων και πως κάθε συμφωνία που επιβάλλει περιορισμό κατασκευής όπλων πλήττει τη βάση του αμερικανικού οικονομικού συστήματος. Άρα για το καλό της αμερικανικής οικονομίας θα πρέπει να καταργηθούν οι περιοριστικές συμφωνίες, οι οποίες επετεύχθησαν μετά από πολλές πιέσεις και καταργούνται και πάλι μετά από πολλές πιέσεις του αντίπαλου στρατοπέδου. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την επέκταση του ΝΑΤΟ δείχνουν αφενός πως άμεσος στόχος παραμένει η Ρωσία, αφετέρου την έναρξη ενός νέου «διαγωνισμού» εξοπλισμών, όπως ακριβώς συνέβαινε την εποχή του Ψυχρού Πολέμου.
Υπάρχουν ωστόσο κι εκείνοι οι αναλυτές, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο πραγματικός στόχος πίσω από την απόφαση δεν είναι η Ρωσία αλλά η Κίνα, την οποία επιχειρεί με μεθοδικότητα να δεσμεύσει σε μια νέα συμφωνία, μετεξέλιξη εκείνης του 1987. Η ανάπτυξη του κινεζικού πυρηνικού οπλοστασίου, άλλωστε, σύμφωνα με τον ίδιο τον Αμερικανό Πρόεδρο, είναι επικίνδυνη και κάποιος πρέπει να πατήσει το φρένο του Πεκίνου.
Η αφορμή που λέγεται NOVATOR
Αφορμή για τις νέες αποφάσεις της διακυβέρνησης Τραμπ στάθηκε η παρουσίαση του νέου ρωσικού πυραύλου NOVATOR 9M729. Σύμφωνα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πύραυλος υπερβαίνει σε βεληνεκές τα 500 χιλιόμετρα και άρα αποτελεί νέα παραβίαση της συμφωνίας από τη Μόσχα. Στο ίδιο μοτίβο, ωστόσο, το Κρεμλίνο υποστηρίζει πως η Ουάσιγκτον είναι εκείνη που παραβιάζει τη συμφωνία.
Σε αντίθεση, πάντως, με τον προκάτοχό του, Ομπάμα, ο οποίος ήταν θερμός υποστηρικτής της μείωσης των πυρηνικών όπλων, ο Ντόναλντ Τραμπ, μαζί και ο Υπουργός της Άμυνας, διακηρύττει ανοιχτά πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποκλείεται να χρησιμοποιήσουν πρώτες πυρηνικά όπλα εναντίον των όποιων αντιπάλων τους.
Αναμενόταν πως αυτές οι διακηρύξεις θα προκαλούσαν διεθνή πολιτικό σάλο, ωστόσο δεν σχολιάστηκαν ιδιαίτερα ούτε από ηγέτες ξένων χωρών, ούτε καν από τους πολιτικούς του αντιπάλους στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών. Μάλιστα, το ισχυρό σημειολογικό μήνυμα του Ντόναλντ Τραμπ εντοπίζεται και στον χώρο, από τον οποίο ανακοίνωσε την απόφασή τους. Βρισκόταν στη Νεβάδα, πολιτεία η οποία διαθέτει πεδίο πυρηνικών δοκιμών.
Το προηγούμενο και οι μετριοπαθείς αντιδράσεις
Αυτή δεν είναι η πρώτη αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από διεθνή ή διμερή συνθήκη, από την ανάληψη των καθηκόντων του Ντόναλντ Τραμπ. Είχε προηγηθεί αποχώρηση των ΗΠΑ από τις διεθνείς συμφωνίες για την κλιματική αλλαγή και για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Σε αντίθεση, ωστόσο, με τις έντονες αντιδράσεις που υπήρξαν τότε, τώρα Γαλλία, Γερμανία και Ε.Ε. αρκέστηκαν σε ουδέτερη καταδίκη της απόφασης και κάλεσαν την Ουάσιγκτον να το ξανασκεφτεί. Τόσο οι ξένες ηγεσίες, όσο και οι αναλυτές, γνωρίζουν καλά πως όποιες κι αν είναι οι αντιδράσεις, ο Τραμπ θα συνεχίσει κανονικά τις ενέργειές του, στη βάση των δικών του αποφάσεων, αψηφώντας συνέπειες.
Οι συγκυρίες που τρομάζουν
Η αποχώρηση των Αμερικανών από Συρία και το πολεμικό μήνυμα Νετανιάχου προς Τεχεράνη
Όλα αυτά συμβαίνουν παράλληλα με την αιφνίδια απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να απομακρύνει τις ένοπλες δυνάμεις της από το έδαφος της Συρίας. Ήδη την ανησυχία του για την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία εξέφρασε ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών, Χάικο Μάας, τονίζοντας πως μπορεί να επιφέρει πλήγμα στη μάχη κατά της οργάνωσης Ισλαμικό Χαλιφάτο και «να θέσει σε κίνδυνο τις επιτυχίες που έχουν καταγραφεί» εναντίον της τζιχαντιστικής οργάνωσης.
Για την ανάγκη συνέχισης του αγώνα κατά των τρομοκρατών μίλησε και ο διοικητής της Europol, ο οποίος, μάλιστα, διόλου τυχαία, αναφέρθηκε στον υψηλό κίνδυνο νέων τρομοκρατικών χτυπημάτων από τους μοναχικούς λύκους που αποφυλακίζονται, αλλά και της επικίνδυνης αγέλης που εξακολουθεί να υπάρχει στο έδαφος της Συρίας.
Στην αλληλουχία των γεγονότων έρχεται να προστεθεί, στο μεταξύ, και ο Βενιαμίν Νετανιάχου. Ο Πρωθυπουργός του Ισραήλ δήλωσε πως το Ισραήλ όχι μόνο δεν θα σταματήσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία, εναντίον ιρανικών στόχων, αλλά αντίθετα θα τις αυξήσει. Οι πληροφορίες του Τελ Αβίβ αναφέρουν πως οι πυρήνες των Φρουρών της Επανάστασης σκοπεύουν να εξαπολύσουν επίθεση εναντίον του κράτους του Ισραήλ, από το έδαφος της Συρίας. Με αυτό το δεδομένο οι ειδικοί αναγιγνώσκουν την αιφνίδια απόφαση Τραμπ και την τοποθετούν στο ευρύτερο πλαίσιο μιας συντονισμένης μεν, κρυφής δε, συμφωνίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ.
Ταυτόχρονα ο πρόεδρος του Ιράν, Χασάν Ρουχανί, βρέθηκε στην Άγκυρα και στην κατ’ ιδίαν συνάντηση που είχε με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συζήτησαν το ζήτημα της Συρίας και των σεναρίων που ελλοχεύουν πίσω από την αμερικανική αποχώρηση στρατιωτικών δυνάμεων. Η γενική πεποίθηση είναι πως τόσο το Ιράν, όσο και το Ισραήλ δεν επιθυμούν έναν νέο πόλεμο, καθώς και οι δύο χώρες έχουν περισσότερα να χάσουν παρά να κερδίσουν από έναν γενικευμένο πόλεμο τώρα. Ωστόσο, κανείς δεν παραβλέπει πως αν το Ιράν αρνηθεί να εγκαταλείψει τη Συρία και συνεχίσει να επεκτείνει τη στρατιωτική παρουσία του εκεί και αν το Ισραήλ συνεχίσει τις διασυνοριακές επιδρομές, μια νέα κλιμάκωση, τώρα ή αργότερα, θα είναι αναπόφευκτη.




