ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΒΕΛΓΙΟ

Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΤΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΑΣΤΑΘΕΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗ ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΣΕΙ Ο  ΚΕΝΤΡΩΟΣ ΧΩΡΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΟΠΩΣ ΕΧΕΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΕΙ ΣΗΜΕΡΑ


Οι Φλαμανδοί εθνικιστές ποντάρουν στο μεταναστευτικό, ώστε να κερδίσουν τους συντηρητικούς ψηφοφόρους που εκλογικά βρίσκονται μετέωροι στην Ακροδεξιά

Η παραίτηση του Πρωθυπουργού του Βελγίου, Σαρλ Μισέλ, μετά την αποτυχημένη του προσπάθεια να κερδίσει την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής, σηματοδοτεί άλλη μια πολιτική κρίση στην καρδιά της ΕΕ με βαθιά σημειολογία. Ο Φιλελεύθερος πρωθυπουργός εξαναγκάστηκε να καταφύγει για στήριξη στα κόμματα της αντιπολίτευσης, μετά την αποχώρηση προ ημερών του κόμματος των Φλαμανδών εθνικιστών N-VA με αφορμή την αντιπαράθεση για το Παγκόσμιο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση, το οποίο η Κυβέρνηση είχε πρόθεση να στηρίξει. Εντούτοις, τα κόμματα της αντιπολίτευσης όχι μόνο δεν στήριξαν την Κυβέρνηση μειοψηφίας του Μισέλ, αλλά κατέθεσαν πρόταση μομφής, σπρώχνοντας τη χώρα με το πλούσιο παρελθόν στις πολιτικές κρίσεις σε μια νέα περίοδο αβεβαιότητας.

Η κατάρρευση ενός πολιτικού πειράματος

Σε μια χώρα όπως το Βέλγιο, στην οποία το σύνθετο πολιτικό τοπίο δεν φημίζεται για τη σταθερότητά του, το εγχείρημα του πρωθυπουργού να «εγκλωβιστεί» σε μια Κυβέρνηση χωρίς πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο ήταν εξ αρχής μάταιο, εάν ληφθεί υπόψη ότι σε πέντε μήνες θα πραγματοποιηθούν οι εθνικές εκλογές. Έτσι κι αλλιώς πρόκειται για το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου του πολιτικού πειράματος στη γλωσσικά διχασμένη χώρα του Βελγίου.

Κατά τις εκλογές του 2014, όταν το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα του Μισέλ «συνομολόγησε» με τη Νέα Φλαμανδική Συμμαχία (N-VA), το Χριστιανοδημοκρατικό και Φλαμανδικό Κόμμα (CD&V) και τους Ανοιχτούς Φλαμανδούς Φιλελεύθερους και Δημοκράτες (Open Vld), δέχτηκε τα πυρά της αντιπολίτευσης επειδή θα ήταν το μόνο γαλλόφωνο κόμμα στην κυβέρνηση. Εντούτοις, ο ίδιος υπεραμύνθηκε της απόφασής του, την οποία έλαβε για να αποφύγει την πολιτική παράλυση που παρατηρήθηκε μετά τις εκλογές του 2010, κατά την οποία η χώρα έμεινε ακέφαλη για 541 μέρες.

Η επιλογή μιας πολιτικής «αυτοκτονίας»

Η απόφασή του όμως να στηρίξει το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση φαινόταν εξ αρχής ότι θα οδηγούσε στην κατάρρευση της κυβέρνησής του, δημιουργώντας το ερώτημα γιατί επέλεξε την πολιτική του «αυτοκτονία». Η απάντηση για πολλούς αναλυτές είναι η απουσία εναλλακτικής. Υποκύπτοντας στις επιταγές του εθνικιστικού πολιτικού εταίρου του, θα τοποθετούσε τη χώρα του ανάμεσα στις χώρες, όπως η Ιταλία, η Ουγγαρία και η Αυστρία, οι οποίες υιοθέτησαν μια σκληρή γραμμή απέναντι στο ζήτημα της μετανάστευσης.

Η ριψοκίνδυνη πολιτική απόφαση, η οποία οδήγησε τελικά στην κατάρρευση της κυβέρνησής του, δεν είχε να κάνει τόσο με το εσωτερικό του Βελγίου, όσο με την αξιοπιστία της χώρας στην Ευρώπη. Η στήριξη ή όχι του Συμφώνου έχει βαθύτερες πολιτικές προεκτάσεις και αποτυπώνει το χάσμα που διαχωρίζει πολιτικά τις κυβερνήσεις στην ΕΕ. Από τη μια η φιλοευρωπαϊκή προσέγγιση του Γάλλου Προέδρου, Εμμανουέλ Μακρόν, και από την άλλη ο ευρωσκεπτικισμός των Βίκτωρ Όρμπαν και Σεμπάστιαν Κουρτς. «Αποχαιρετώντας» την κυβέρνησή του ο πρωθυπουργός Μισέλ, φαίνεται ότι διάλεξε την πλευρά του.

Πολιτική κρίση και στο βάθος οι εκλογές

Η χρονική συγκυρία που συνέπεσε η πολιτική κρίση στο Βέλγιο όμως δύσκολα δεν συνδέεται με τις εσωτερικές πολιτικές ζυμώσεις εν όψει των εθνικών εκλογών της χώρας τον Μάιο. Το N-VA, έχοντας ως πολιτικό σήμα κατατεθέν την αποσχιστική του ατζέντα, μετεξελίχθηκε τελικά σε ένα δεξιό κόμμα που φλερτάρει με τα άκρα, ικανό όμως να συμπορεύεται με τις παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας, πιέζοντας για αυστηρές νομοθεσίες κυρίως στο ζήτημα του προϋπολογισμού.

Όμως, όσο τα ζητήματα της μετανάστευσης ανέβαιναν πιο ψηλά στην ευρωπαϊκή και εθνική ατζέντα, τόσο διευρυνόταν το χάσμα μεταξύ του Μισέλ και του N-VA, ειδικά μετά την τρομοκρατική επίθεση τον Μάρτιο του 2016 στις Βρυξέλλες.

Έτσι, η έλευση του Συμφώνου για τη Μετανάστευση ήταν η ιδανική ευκαιρία για τους Φλαμανδούς να «μαρκάρουν» την εκλογική τους περιοχή, ζητώντας την αποχή του Βελγίου από αυτό. Έτσι κι αλλιώς το κόμμα δεν ήθελε να κρατήσει «γάμος» με τον συνασπισμό του Μισέλ για πάντα. Όντας συνεταίρος στον τετραμερή συνασπισμό, από το 32,4% που κέρδισε στη Φλάνδρα στις εκλογές του 2014 έπεσε στο 28%. Λαμβάνοντας, μάλιστα, υπόψη την πτώση των ποσοστών του Μεταρρυθμιστικού Κινήματος στη Βαλλονία και τις Βρυξέλλες, το N-VA θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να αποχωρήσει από την Κυβέρνηση.

Η πραγματική αιτία της κατάρρευσης

Το Σύμφωνο Μετανάστευσης δεν ήταν παρά η αφορμή. Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι ψηφοφόροι σε μια χώρα δεν βλέπουν με θετικό μάτι μια καθολική συμφωνία για τις μεταναστευτικές ροές, ούτε θέλουν μια «λεπτομερή» πολιτική. Εδώ εντοπίζεται και η ευκολία να χρησιμοποιηθεί το συγκεκριμένο ζήτημα από τα εθνικιστικά κόμματα. Η έκταση όμως που πήρε στο Βέλγιο είχε να κάνει περισσότερο με τις εύθραυστες ισορροπίες εντός της κυβέρνησης σε συνδυασμό με την προοπτική που δημιουργούν οι εθνικές εκλογές. Οι Φλαμανδοί εθνικιστές ποντάρουν στο μεταναστευτικό, ώστε να κερδίσουν τους συντηρητικούς ψηφοφόρους που εκλογικά βρίσκονται μετέωροι στην Ακροδεξιά.

Ενδεικτικό παράδειγμα είναι ο Theo Francken, πρώην υπουργός για θέματα μετανάστευσης από το κόμμα του N-VA, ο οποίος έκανε «πρωταθλητισμό» στο Twitter με τις αντιμεταναστευτικές του αναρτήσεις και είδε τα ποσοστά του να εκτινάσσονται, με τις τελευταίες έρευνες να τον δείχνουν ως τον πιο δημοφιλή πολιτικό της χώρας. Μεταξύ άλλων, ο 40χρονος πολιτικός αποχωρώντας από την κυβέρνηση προειδοποίησε ότι η υιοθέτηση του Συμφώνου για τη Μετανάστευση θα αποτελέσει νομική βάση για υποθέσεις που θα εκδικάζονται στα ευρωπαϊκά δικαστήρια. Πάντως, λιγότερο από 48 ώρες μετά το διαζύγιο με τον συνασπισμό, το N-VA έβαλε μπρος τις κομματικές μηχανές για τις επερχόμενες εθνικές αλλά και ευρωπαϊκές εκλογές του Μαΐου, με το διακύβευμα της κάλπης να είναι καθοριστικό για την κατάταξη στον πολιτικό χάρτη μιας χώρας που βρίσκεται στην καρδιά της ΕΕ.

Η έγκριση του Συμφώνου

Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών επικύρωσε τελικά με συντριπτική πλειοψηφία το Παγκόσμιο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση, το οποίο ανάμεσα στους στόχους του έχει την ενίσχυση για μια διεθνή συνεργασία για «ασφαλή, ομαλή και τακτική» μετανάστευση. Μεταξύ των επιχειρημάτων όσων τάσσονταν κατά ήταν ότι το Σύμφωνο θα καθιστούσε την κριτική στη Μετανάστευση παράνομη, θα ανάγκαζε τις χώρες να αναγνωρίσουν όλους τους μετανάστες ως πρόσφυγες και θα παραβίαζε την εθνική κυριαρχία με την ένταξη καθολικών μεταναστευτικών πολιτικών.

Από την άλλη οι υπέρμαχοι αναγιγνώσκουν το Σύμφωνο ως μιαν ανάγκη για την πάταξη των διακινητών, τον περιορισμό της εκμετάλλευσης της εργασίας των μεταναστών, την ενθάρρυνση της θετικής αντιμετώπισης της μετανάστευσης, την καλύτερη κατανόηση του φαινομένου χάρη σε αριθμητικά δεδομένα. Στη ψηφοφορία, 152 χώρες ψήφισαν υπέρ, 12 απείχαν από την ψηφοφορία και ψήφισαν κατά οι ΗΠΑ, η Ουγγαρία, το Ισραήλ, η Τσεχία και η Πολωνία.

Η «ασθένεια» του κεντρώου χώρου

Το πρόβλημα όμως του Βελγίου αποτυπώνει την πολιτική «ασθένεια» κι άλλων Ευρωπαίων ηγετών, συμπεριλαμβανομένου και του Μακρόν, οι οποίοι προσπαθούν να κρατήσουν στη ζωή μια κεντρώα κυβέρνηση, δεχόμενοι όμως πυρά τόσο από τη Δεξιά όσο και από την Αριστερά. Το πολιτικό πρόβλημα στο Βέλγιο καταδεικνύει όχι μόνο την αστάθεια της χώρας, αλλά και την ίδια τη δυσκολία να επιβιώσει ο κεντρώος χώρος στην Ευρώπη με την κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα. Η κατάρρευση μιας κυβέρνησης του κέντρου στην καρδιά της Ευρώπης αποτελεί μια υψηλής σημασίας απώλεια, την ώρα που η Γηραιά Ήπειρος κυριαρχείται από τις θυμωμένες κραυγές του λαϊκισμού και του εθνικισμού.