Η ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΚΡΙΣΗ ΜΙΑΣ ΠΑΛΑΙ ΠΟΤΕ ΥΠΕΡΔΥΝΑΜΗΣ
ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΞΕΡΟΥΝ ΚΑΛΑ ΟΤΙ ΤΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΒΑΘΙΑ ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΕΝΟ, ΠΟΥ ΔΥΣΚΟΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΙ ΜΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ, ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΧΩΡΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Σε κάθε του στάδιο το ζήτημα Brexit αποδεικνύει ότι η πολιτική κρίση που μαίνεται στη Βρετανία τους τελευταίους μήνες μπορεί εύκολα να ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Σε μια «Εβδομάδα Παθών» για τη χώρα, ο υπόλοιπος κόσμος έγινε μάρτυρας μιας εκρηκτικής κατάστασης, η οποία πυροδοτήθηκε από την αναβολή της κρίσιμης ψηφοφορίας στη Βουλή των Κοινοτήτων της συμφωνίας του Brexit, συνεχίστηκε με την πρόταση μομφής κατά της πρωθυπουργού της χώρας, Τερέζα Μέι και κατέληξε στη συντριβή των ελπίδων του Λονδίνου για επαναδιαπραγμάτευση του Backstop κατά τη Σύνοδο Κορυφής της Πέμπτης. Η ακολουθία των πολιτικών αυτών γεγονότων, πέρα από τη διαπίστωση ότι πλέον όλα είναι πιθανά μέχρι τον Μάρτιο του 2019, δείχνει ότι το αδιέξοδο που δημιούργησε το Brexit στη Βρετανία έχει ως σημείο εκκίνησης μια βαθύτερη αιτία.
«Αναγκαία» η αναβολή
Η απόφαση της Τερέζα Μέι να αναβάλει την ψηφοφορία στη βρετανική Βουλή κρίθηκε «αναγκαία» κατά τη δεδομένη πολιτική συγκυρία στην οποία βρισκόταν η χώρα, τόσο για την πολιτική επιβίωση της κυβέρνησης, όσο και για την επιβίωση της ίδιας της συμφωνίας αποχώρησης από την ΕΕ. Για πολλούς αναλυτές δεν ήταν λάθος να υποχωρήσει από μία μάχη, την οποία με μαθηματική ακρίβεια θα έχανε. Περισσότεροι από 100 Συντηρητικοί Βουλευτές δήλωναν προκαταβολικά ότι θα καταψήφιζαν τη συμφωνία, «σπρώχνοντας» έτσι την Πρωθυπουργό να κάνει μια «ντροπιαστική» παραδοχή: εάν η συμφωνία για το Brexit ερχόταν ως είχε στη Βουλή, θα καταψηφιζόταν «με σημαντική διαφορά».
Το οδοιπορικό της απελπισίας
Παράλληλα, η «άτακτη» υποχώρηση της Μέι συνοδεύτηκε από την εξαγγελία ενός «απελπισμένου» οδοιπορικού σε χώρες «κλειδιά» της ΕΕ, κατά τη διάρκεια του οποίου υποσχόταν ότι θα εξασφάλιζε διαβεβαιώσεις πως το «δίκτυ ασφαλείας» για τα ιρλανδικά σύνορα, το οποίο αποτελεί το αγκάθι της συμφωνίας για έξοδο από την ΕΕ, θα είναι προσωρινό και δεν θα έμπαινε, εύκολα τουλάχιστον, σε ισχύ. Το ταξίδι πάντως χαρακτηριζόταν από την αρχή μάταιο, αφού οποιαδήποτε διαβεβαίωση και να εξασφάλιζε δεν θα είχε νομική ισχύ, άρα δεν θα μπορούσε να κάμψει τους «αδιάλλακτους» Βρετανούς βουλευτές. Τελικά, η στρατηγική να πετύχει τουλάχιστον κάποιες λεκτικές διασφαλίσεις από την Ολλανδία και τη Γερμανία, τις οποίες επισκέφθηκε, όχι μόνο έπεσε στο κενό, αφού οι Ευρωπαίοι ηγέτες τής επανέλαβαν ότι η συμφωνία είναι αδιαπραγμάτευτη, αλλά επέσπευσε τη συλλογή των 48 πολυπόθητων, για τους «σκληρούς» Brexiteers, επιστολών για πρόταση μομφής κατά της αρχηγού των Τόρις.
Η πύρρειος νίκη
Η επιβεβαίωση της Επιτροπής 1922 άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στη χαώδη πολιτική κατάσταση της Βρετανίας, ενώ ταυτόχρονα προκάλεσε περαιτέρω εκνευρισμό στις Βρυξέλλες, οι οποίες όμως δεν πήραν θέση επί του ζητήματος, κάνοντας λόγο για καθαρά εσωτερικό θέμα. Μετά από μία αγωνιώδη ψηφοφορία, η Μέι εξασφάλισε τελικά την επιβίωσή της με ένα ακριβό όμως τίμημα, αφού δεσμεύθηκε ότι θα έχει παραιτηθεί πριν από τις επόμενες εκλογές. Η νίκη της πάντως όχι μόνο δεν άλλαξε τις ισορροπίες υπέρ της, αλλά αποδυνάμωσε περαιτέρω πολιτικά τη θέση της. Την ίδια ώρα, η απάντηση στο ερώτημα της ψηφοφορίας -εάν εμπιστεύονται την Τερέζα Μέι για να παραμένει αρχηγός του Συντηρητικού Κόμματος και κατ’ επέκτασιν Πρωθυπουργός- επιβεβαίωσε το γενικότερο πρόβλημα διαίρεσης της πολιτικής ζωής της χώρας. Οι 317 Τόρις κλήθηκαν να απαντήσουν σε ένα ερώτημα, αλλά αποφάσισαν για ένα άλλο.
Οι 200 βουλευτές που στήριξαν τη Μέι ουσιαστικά έδειξαν ότι δεν προτίθενται να ρισκάρουν μία «άτακτη» έξοδο από την ΕΕ χωρίς συμφωνία. Στην κρίσιμη αυτή φάση, οι βουλευτές έδωσαν μεν ψήφο εμπιστοσύνης στη Μέι, όχι γιατί προτίθενται να στηρίξουν τη συμφωνία της, αλλά επειδή η εναλλακτική ηγεσία εγκυμονεί μεγαλύτερους κινδύνους. Ειδικότερα, μέσα στους προηγούμενους μήνες αυτή η εναλλακτική ηγεσία, οι Brexiteers που επιθυμούν «άτακτη» έξοδο της χώρας από τη ΕΕ, έδειξε ότι δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Η αόριστη στρατηγική τους, η οποία μεταξύ άλλων μιλάει για μη πληρωμή των «εξόδων διαζυγίου» με την Ευρώπη, δεν απαντά στο κομβικό πρόβλημα των ιρλανδικών συνόρων.
Ισορροπίες στη Βουλή των Κοινοτήτων
Πάντως, η διπλής ανάγνωσης στήριξη στη Μέι των 200 Συντηρητικών βουλευτών αλλά κυρίως η καταψήφιση των υπόλοιπων 117 δημιουργεί ερωτήματα για την έκβαση της ψηφοφορίας για τη συμφωνία όταν τελικά οδηγηθεί στη Βουλή των Κοινοτήτων, κατά πάσα πιθανότητα τον Ιανουάριο. Για να εγκριθεί η συμφωνία απαιτούνται συνολικά 320 ψήφοι.
Το βορειοϊρλανδικό Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα (DUP), με το οποίο αναγκάστηκε, μετά τη συντριβή στις εθνικές εκλογές, να σχηματίσει κυβέρνηση η Τερέζα Μέι, έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να στηρίξει τη συμφωνία, εάν δεν εξασφαλιστούν πρώτα νομικές αλλαγές στο κείμενο για το «δίκτυ ασφαλείας». Οι Τόρις, από την άλλη, εμφανίζονται διχασμένοι, με τους Brexiteers να αναθεματίζουν τη συμφωνία και τους Remainers να στρέφονται περισσότερο σε λύση ενός δεύτερου δημοψηφίσματος. Ο αριθμός των δύο αυτών τάσεων ανέρχεται σε περίπου 90 βουλευτές. Ακόμα όμως και στην περίπτωση του πιο αισιόδοξου σεναρίου που θέλει τελικά τους 200 που στήριξαν τη Μέι να ενώνουν τις δυνάμεις τους με ορισμένους «αντάρτες» βουλευτές του Εργατικού Κόμματος, η συμφωνία μετά βίας εξασφαλίζει στήριξη από 240 βουλευτές.
Η στάση των Βρυξελλών
Οι Βρυξέλλες, στο άκουσμα της απόφασης της Πρωθυπουργού της Βρετανίας για εκ νέου συναντήσεις με Ευρωπαίους αξιωματούχους, φρόντισαν να «γειώσουν» βίαια στην πραγματικότητα τις επιδιώξεις του Λονδίνου. Κατά τις προκαταρκτικές συναντήσεις της στην αρχή της εβδομάδας η Μέι συνειδητοποίησε γρήγορα ότι οι ομόλογοί της στη Γηραιά Ήπειρο δεν είχαν τίποτα να της δώσουν πέρα από κατανόηση και στήριξη. Τίποτα όμως από αυτά δεν θα μπορούσε να έχει απτό αποτέλεσμα στην προσπάθειά της να πείσει τους βουλευτές στο εσωτερικό της χώρας της. Η άτεγκτη στάση των Βρυξελλών δείχνει, πέρα από το γεγονός ότι δεν θέλουν να επαναδιαπραγματευθούν τη -θετική για την ΕΕ- συμφωνία αποχώρησης της Βρετανίας, την αδυναμία να κατανοήσουν τι «χειροπιαστό» μπορούν να παραχωρήσουν στο Λονδίνο, ώστε να κινητοποιηθεί η διαδικασία.
Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ξέρουν πολύ καλά ότι το βρετανικό Κοινοβούλιο είναι τόσο βαθιά κατακερματισμένο, που δύσκολα μπορεί να προχωρήσει με οποιαδήποτε εναλλακτική, πέρα από την έξοδο χωρίς συμφωνία. Ακόμα και στην περίπτωση παραχώρησης διαβεβαιώσεων, δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι θα περάσει η συμφωνία από τη Βουλή των Κοινοτήτων.
Πάντως, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προσέφερε στη Μέι τη διαβεβαίωση -όχι όμως νομικά δεσμευτικό κείμενο- ότι το backstop δεν θα εφαρμοστεί παρά μόνο εάν είναι απολύτως απαραίτητο και μόνο «προσωρινά». Από την άλλη, όμως, δεν αποτέλεσε έκπληξη ότι αποφασίστηκε παράλληλα η επιτάχυνση των προετοιμασιών του μπλοκ για την περίπτωση «no deal». Στη συνεδρίαση που διεξήχθη σε άσχημο κλίμα, η Τερέζα Μέι αδυνατούσε «να διατυπώσει τι ήθελε» προκαλώντας τον εκνευρισμό των Ευρωπαίων ηγετών, οι οποίοι απαιτούσαν να μάθουν τι περίμενε «ακριβώς». Αυτή η απαίτηση των 27 να μάθουν τι ακριβώς «θέλουν» οι Βρετανοί για τη συμφωνία του Brexit εμπερικλείει την ουσία του ίδιου αδιεξόδου που παρατηρείται.
Μια χώρα στο μεταίχμιο
Τα τελευταίο δύο χρόνια δείχνουν ότι για πρώτη φορά στη μοντέρνα ιστορία της η Βρετανία είναι τελικά μικρή
Σύμφωνα με αναλυτές, αυτό το «δράμα» δεν γίνεται για την επικείμενη αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ, αλλά πρόκειται για την ιστορία μίας πρώην υπερδύναμης που περνάει μια υπαρξιακή κρίση. Το δημοψήφισμα του 2016 ήταν μια προσπάθεια να νιώσει ξανά το Ηνωμένο Βασίλειο σπουδαίο, χωρίς να βρίσκεται υπό τον έλεγχο της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. «Η Βρετανία είναι ξεχωριστή», φώναζαν οι Brexiteers. Τα τελευταίο δύο χρόνια όμως δείχνουν ότι για πρώτη φορά στη μοντέρνα ιστορία της η Βρετανία είναι τελικά μικρή. Έχοντας χάσει κατά το τελευταίο μισό του αιώνα την οικονομική και στρατιωτική της δύναμη, λόγω της απώλειας των αποικιών, κατάφερε τελικά να γαντζωθεί στο άρμα τής οικονομικά αναπτυσσόμενης ευρωπαϊκής κοινότητας.
Όντας κράτος-μέλος με κυρίαρχη φωνή στο μπλοκ κέρδισε πολλές παραχωρήσεις, ενώ με την αποχώρησή του θεωρούσε δεδομένο ότι θα ετύγχανε της ίδιας αντιμετώπισης, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει τις ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί στην Ευρώπη. Ενώ οι Βρετανοί βουλευτές «αλληλοσπαράζονταν» για ουτοπικές απαιτήσεις στη συμφωνία αποχώρησης, οι Ευρωπαίοι διαπραγματευτές με μεθοδικότητα είχαν περιοδεύσει σε όλες τις πρωτεύουσες, κτίζοντας τις άμυνές τους πριν από τις διαπραγματεύσεις. Φτάνοντας στο σήμερα, η Βρετανία ουσιαστικά αξιώνει τη συνέχιση των ωφελημάτων που προσφέρει η ΕΕ, χωρίς όμως να έχει την υποχρέωση να πληρώνει το «τίμημα» που απαιτείται από τα κράτη μέλη του μπλοκ.




