«Ο ΤΡΑΜΠ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΕΝΑΝ ΤΡΟΠΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, ΠΟΥ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΟΣΥΓΚΡΑΣΙΑ ΤΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΟΥ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΠΟΛΙΤΕΥΕΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΕΝΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΜΑΝΑΤΖΕΡ-CΕO, ΑΛΛΑ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ»
«Η κυβέρνηση Τραμπ έχει απομακρυνθεί από την ιδεαλιστική επιδίωξη διάδοσης της δημοκρατίας ανά τον κόσμο και στηρίζει την πολιτική της στην ισχύ και συνεπώς στον Ρεαλισμό, με στόχο την διασφάλιση ή προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων, ενώ δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της δύναμη»
Ξαφνιάζοντας σχεδόν τους πάντες, ο Σλοβένος νεομαρξιστής φιλόσοφος, Σλάβοϊ Ζίζεκ, είχε εκφράσει, λίγο πριν από τις τελευταίες αμερικανικές εκλογές, την προτίμησή του υπέρ του Ντόναλντ Τραμπ, επισημαίνοντας πως η Δημοκρατική ανθυποψήφιός του, Χίλαρι Κλίντον, ήταν ο πραγματικός κίνδυνος εκείνης της προεδρικής αναμέτρησης, καθώς, «παρόλο που παριστάνει την κοινωνικά προοδευτική, στην πραγματικότητα διατηρεί στενές σχέσεις με την Γουόλ Στριτ».
«Σκέφτομαι ότι η Χίλαρι είναι ο πραγματικός κίνδυνος. Γιατί; Γιατί έχει φτιάξει μια συμμαχία που τους περιέχει όλους μέσα και η οποία δεν μπορεί να έχει υπόσταση», τόνισε, προσθέτοντας ότι η Δημοκρατική υποψήφια μοιάζει με κάποιον «από το κίνημα “Occupy Wall Street”, που στηρίζει τη Lehman Brothers».
Ο Σλοβένος φιλόσοφος εξήγησε, παραπέρα, ότι και ο Τραμπ φέρει κινδύνους, λόγω της συσχέτισής του με ομάδες που υποστηρίζουν τον φυλετικό διαχωρισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, εξέφρασε την εκτίμηση πως η εκλογή του δεν θα μετατρέψει τη χώρα από τη μια στιγμή στην άλλη σε ένα φασιστικό έθνος, σημειώνοντας ότι αυτή η «έκπληξη» θα αναγκάσει το Δημοκρατικό και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα να αναθεωρήσουν τις αξίες τους και ενδεχομένως να μεταρρυθμιστούν.
Ο Ζίζεκ ήταν ένας από τους ελάχιστους από τον χώρο της διανόησης που εκφράστηκαν, έστω και με τέτοιους συγκριτικούς όρους, ευμενώς υπέρ του Αμερικανού νυν Προέδρου, ο οποίος, καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας του προς τον Λευκό Οίκο, αλλά και κατά τα δύο περίπου χρόνια της Προεδρίας του, δέχεται σχεδόν πανταχόθεν πυρά τόσο για το στυλ και το ύφος της διακυβέρνησής του, όσο και για το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό βασικών πολιτικών επιλογών του.
Ειδικά στον χώρο της αμερικανικής ακαδημαϊκής κοινότητας, ήδη από την ημέρα της ορκωμοσίας του, ο Αμερικανός Πρόεδρος αντιμετωπίζει έναν κηρυγμένο και «ακήρυκτο» πόλεμο, με πολλούς ακαδημαϊκούς να αποδύονται σε μια ολομέτωπη ιδεολογική και πολιτική μάχη «κατά του φαινομένου Ντόναλντ Τραμπ», ως έκφρασης ενός «νέου συντηρητισμού», που απειλεί τις «θεμελιώδεις αμερικανικές αξίες της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της ανεκτικότητας».
Για τον Γάλλο φιλόσοφο, Αλέν Μπαντιού, ο Τραμπ, ως πολιτικό πρόσωπο, προσομοιάζει προς τους φασίστες πολιτικούς της δεκαετίας του ’30, αντιπροσωπεύοντας ένα είδος «δημοκρατικού φασισμού» εντός του «μηχανισμού της δημοκρατίας».
Ίσως, σύμφωνα με τον Γάλλο φιλόσοφο, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι «να είναι η πρώτη εκδοχή αυτού του νέου δημοκρατικού φασισμού, με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά: χυδαιότητα, μια παθολογική σχέση με τις γυναίκες και τη δυνατότητα να λέει και να κάνει δημόσια κάποια πράγματα που είναι απαράδεκτα για τους περισσότερους ανθρώπους σήμερα…».
Εχθροί… παντού
Όλα αυτά ίσως να εξηγούν, εν μέρει, το γεγονός ότι ο Αμερικανός μεγιστάνας… «στρατολογεί» μια πλειάδα ορκισμένων εχθρών, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό, απ’ όλο το φάσμα της κοινωνικής, πολιτικής και πνευματικής ζωής, περισσότερο απ’ οιονδήποτε άλλο Αμερικανό Πρόεδρο στο παρελθόν. Άλλωστε, ένας πρώην… διασκεδαστής του WWE (World Wrestling Entertainment), εξόχως ασύμβατος με το κύρος του πλανηταρχικού αξιώματος, θα ήταν δύσκολο να το αποφύγει!
Ωστόσο, όπως σημειώνει ο καθηγητής Παναγιώτης Ήφαιστος, ο Ντ. Τραμπ, όπως και κάθε άλλος πολιτικός, πόσω μάλλον ο ηγέτης της μεγαλύτερης παγκόσμιας υπερδύναμης, θα πρέπει να κριθεί όχι στο επίπεδο των όποιων ιδεολογικών ιδεοληψιών και προτιμήσεων, αλλά στη βάση των στρατηγικών του επιλογών και των προεκτάσεών τους στην πολυσχιδία του παγκόσμιου πολιτικο-οικονομικού συστήματος.
Ως προς τούτο, επισημαίνει ο Ντ. Τραμπ, ενδέχεται να κινείται αντιθετικά προς τους προκατόχους του, επιδιώκοντας μια νέα πλανητική ισορροπία δυνάμεων, εκτιμώντας πως ο Αμερικανός Πρόεδρος διαβλέπει πως περαιτέρω επέκταση, διά του «nation-building», πιθανόν να επιφέρει πτώση της ισχύος και της επιρροής των ΗΠΑ. Η νέα ισορροπία, βεβαίως, προσθέτει, δεν στερείται εντάσεων, συγκρούσεων και γεωπολιτικών κατολισθήσεων, ιδία στις περιφέρειες του παγκόσμιου συστήματος.
Δύο, σχεδόν, χρόνια «τραμπικής» διακυβέρνησης, με πολλαπλά δείγματα… ανατρεπτικής γραφής, είναι αρκούντως ικανά να διαζωγραφίσουν το ποιόν του Αμερικανού Προέδρου, αλλά και τις εφορμήσεις των πολιτικών του, τόσο όσον αφορά τα τεκταινόμενα στις διεθνείς σχέσεις, όσο και όσον αφορά τα καθ’ ημάς συντελούμενα, θέματα, δηλαδή, ελληνικού και κυπριακού ενδιαφέροντος.
Η «Σ» της Κυριακής ζήτησε από δύο πανεπιστημιακούς, τον Γεώργιο Κέντα, επίκουρο καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Ευρωπαϊκών Σπουδών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, και τον Ηλία Κουσκουβέλη, καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, να αναλύσουν το «φαινόμενο» Τραμπ, με φόντο τα συμφραζόμενα της πολιτικής του, είτε αυτά αφορούν το ευρύτερο σκηνικό των διεθνών σχέσεων, είτε, ειδικότερα, τη μικρότερη σκηνή των εθνικών θεμάτων.
Ένας… μάνατζερ με δικούς του κανόνες
Ο Τραμπ ακολουθεί έναν τρόπο άσκησης πολιτικής που ταυτίζεται με την ιδιοσυγκρασία του, σημειώνει ο Γιώργος Κέντας. Είναι κάποιος που συνεχίζει να πολιτεύεται με τα χαρακτηριστικά ενός επιχειρηματικού μάνατζερ - CEO, αλλά με διαφορετικό προσωπικό.
Προσπαθεί να δει τα θέματα μέσα από ένα φακό ορθολογικής ανάλυσης. Το πρόβλημα της δημόσιας διακυβέρνησής του, ωστόσο, καθώς προσπαθεί να τα αναλύσει όλα μέσα από τον φακό της ορθολογικής λογικής, είναι η περιπλοκότητα. Ο Τραμπ επιχειρεί να τα δει όλα μέσα από μια απλουστευτική, «καθαρή» λογική, με βάση εναλλακτικές ή και διαζευκτικές επιλογές, ωστόσο, η παραδοξότητα είναι ότι παρεισάγει, πάντοτε, ένα στοιχείο υποκειμενικής ευαισθησίας στην αντικειμενική αποτίμηση μεγεθών και αξιών.
Το θεωρητικό αυτό πλαίσιο, σε συνδυασμό με την ιδιοσυγκρασία ενός ιδιόρρυθμου CO, εξηγεί και τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνει αποφάσεις και στην εξωτερική πολιτική. Ως αποτέλεσμα, έχουμε, π.χ., φαινόμενα δημοσιογραφικών διασκέψεων, όπως με την Τερέζα Μέι, όπου σπάζει, ξαφνιάζοντας τους πάντες, το διπλωματικό πρωτόκολλο. Δεν συμπεριφέρεται σαν ένας κλασικός διπλωμάτης και πολιτικός.
Παράλληλα, βρίσκεται σ’ έναν διηνεκή ανοικτό πόλεμο με ΜΜΕ και δημοσιογράφους, τους οποίους, συχνά, εγκαλεί, ως «εχθρούς του λαού».
Πολιτισμικά, ο Ντόναλντ Τραμπ παρέμεινε στον κόσμο των επιχειρήσεων. Θεωρεί ότι οι άλλοι πρέπει να προσαρμοστούν στους δικούς του κώδικες πρόσληψης και κατανόησης του κόσμου, και όχι αυτός στους ήδη εφαρμοζόμενους κώδικες λειτουργίας του πολιτικού σύμπαντος στο οποίο βρίσκεται και λειτουργεί.
Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνει ρίσκα και διενεργεί ανοίγματα, που αγγίζουν το αδιανόητο, όπως έπραξε στην περίπτωση της Βόρειας Κορέας. Πρόκειται για ρίσκα με επιχειρηματική λογική στη βάση τους, που υπακούν στο αξίωμα «ή κερδίζω ή αποτυγχάνω».
Με άλλα λόγια, προτείνει και αντιπροσωπεύει ένα πολιτικό μοντέλο που δεν ξαναγνωρίσαμε στο παρελθόν, στο πλαίσιο του οποίου δρα με δικούς του κανόνες και δικές του αρχές. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως εξελέγη στην Προεδρία των ΗΠΑ με βάση τους κανόνες της οικονομίας και της επικοινωνίας και όχι της πολιτικής.
Βεβαίως, πρόκειται για δύο το ίδιο ανήθικους κόσμους (οικονομία και πολιτική). Ωστόσο, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ μιλά για μετανάστες, δεν το πράττει με τους συμβατικούς όρους της πολιτικής, αλλά των επιχειρήσεων. Υπό αυτήν την έννοια, δεν μιλά ως ακροδεξιός, αλλά η ρητορική του ακούγεται σαν ακροδεξιά.
Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι δεν έχουμε τα προσίδια ερμηνευτικά εργαλεία, αλλ’ ούτε και τα κατάλληλα εξηγητικά κάτοπτρα για να ερμηνεύσουμε αυτό το φαινόμενο, γι’ αυτό, συνήθως, στεκόμαστε συναισθηματικά και «εντυπωσιολογικά» μπροστά του, επικροτώντας ή απορρίπτοντάς το. Γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ ζει σ’ έναν παράλληλο κόσμο, επιβάλλοντας ένα δικό του μοντέλο.
Όσον αφορά τα διάφορα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής σκηνής, ο Τραμπ φαίνεται να βλέπει μόνο συγκυριακούς φίλους και εχθρούς, μέσα από ένα καθαρά κυνικό πρίσμα.
Γι’ αυτόν τον λόγο, είναι μεθοδολογικό λάθος να διαβλέπουμε, μέσα από τέτοιου είδους τακτικές ή στρατηγικές κινήσεις, αλλαγές στην αμερικανική πολιτική, όσον αφορά τα θέματα ελληνικού και κυπριακού ενδιαφέροντος. Αυτήν τη στιγμή, είναι προφανές πως η διπλωματική γραφειοκρατία στην Ουάσιγκτον επιχειρεί να προστατεύσει τα αμερικανικά οικονομικά και ενεργειακά συμφέροντα στην περιοχή, μέρος των οποίων συμπίπτει με τα δικά μας. Ωστόσο, κάποιες πάγιες αξίες και μεγέθη της αμερικανικής πολιτικής είναι δύσκολο να διαφοροποιηθούν σε μακροσκοπικό επίπεδο.
Ο Τραμπ, είναι ξεκάθαρο πως «επιλέγει» φίλους και εχθρούς ανάλογα με το τι θα πουν ή θα πράξουν και με κριτήριο το κατά πόσον αυτό συμφωνεί με τις αρέσκειες και απαρέσκειές του.
Πολιτική με βάση την ισχύ και τον ρεαλισμό
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει απομακρυνθεί από την ιδεαλιστική επιδίωξη διάδοσης της δημοκρατίας ανά τον κόσμο και στηρίζει την πολιτική της στην ισχύ και συνεπώς στον Ρεαλισμό, με στόχο τη διασφάλιση ή προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων, ενώ δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της δύναμη, επισημαίνει ο Ηλίας Κουσκουβέλης. Ασχολείται πολύ περισσότερο με την Κίνα και την αντιμετώπιση αύξησης της επιρροής της στην Ασία και στον κόσμο, όπως και με τα δύο κράτη "παρίες" ("rogue states"), τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν. Λόγω του τελευταίου, του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης και της Συρίας.
Ως προς τη Ρωσία, συνεχίζει την ίδια πολιτική και, σε κάποιες περιπτώσεις, πιο δυναμικά από το παρελθόν, όπως στη Συρία, ή με την ενίσχυση των συμμαχικών δυνάμεων στην Ανατολική Ευρώπη. Είναι προφανές, επίσης, ότι η κυβέρνηση Τραμπ δίνει πολύ μικρότερη -ελάχιστη θα έλεγα- σημασία στους διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΗΕ, ο ΠΟΕ, ενώ λειτουργεί πιο ηγετικά εντός του ΝΑΤΟ.
Το κεντρικό στίγμα της είναι η προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων και η αμερικανική ηγεσία. Με λίγα λόγια, είναι το «America first» στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Όσον αφορά τα ελληνικά εθνικά θέματα, οι σχέσεις επηρεάζονται θετικά, καθώς, αυτήν τη στιγμή, πολλές από τις επιδιώξεις των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο συμπίπτουν με εκείνες της Κύπρου και της Ελλάδας. Τούτο επιτείνεται από το γεγονός ότι η Τουρκία διαρκώς δημιουργεί εντάσεις στα συμφέροντα των ΗΠΑ, στην Συρία, στην υπόθεση Γκιουλέν και πρόσφατα στην υπόθεση Μπράνσον, αλλά και στις σχέσεις της (Τουρκίας) με την Ρωσία. Θα πρέπει, λοιπόν, αυτήν την συγκυρία να την αξιοποιήσουμε έξυπνα, ώστε αυτή η σύμπτωση να παγιωθεί.




