ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΙ ΟΙ ΒΡΕΤΑΝΟΙ ΨΗΦΟΦΟΡΟΙ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΗ

Οι Βρετανοί ψηφοφόροι είναι όλο και περισσότερο βέβαιοι ότι η Βρετανίδα Πρωθυπουργός Τερέζα Μέι θα εξασφαλίσει την κατάλληλη συμφωνία στις διαπραγματεύσεις για το Brexit με τις άλλες 27 χώρες-μέλη της ΕΕ, όπως προκύπτει από δημοσκόπηση της ORB που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα. Οι διαπραγματευτές και από τις δύο πλευρές προετοιμάζονται για να ξεκινήσουν τις επίσημες συνομιλίες για το Brexit μετά τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές στη Βρετανία της 8ης Ιουνίου, σχεδόν έναν χρόνο από τότε που οι Βρετανοί ψήφισαν σε δημοψήφισμα -με 52%-48%- υπέρ της αποχώρησης από το μπλοκ στο οποίο εντάχθηκαν το 1973.

«Οι Βρετανοί ψηφοφόροι δείχνουν όλο και πιο σίγουροι ότι η Μέι θα εξασφαλίσει τη σωστή συμφωνία, παρά τη δύναμη της ΕΕ», εξηγεί ο Τζόνι Χέαλντ, ο διευθυντής της εταιρείας δημοσκοπήσεων ORB International. Ερωτηθέντες αν είναι βέβαιοι ότι η Μέι θα εξασφαλίσει τη σωστή συμφωνία για το Brexit, το 44% των Βρετανών ψηφοφόρων απάντησαν θετικά -από 41% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό πριν από έναν μήνα- και το 34% απάντησαν αρνητικά, μια ποσοστιαία μονάδα κάτω σε σχέση με πριν από έναν μήνα, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση.

Εγκρίνουν τους χειρισμούς

Η δημοσκόπηση κατέδειξε ότι το 55% των Βρετανών ψηφοφόρων εγκρίνουν τον τρόπο με τον οποίο η βρετανική κυβέρνηση χειρίζεται τις προπαρασκευαστικές συνομιλίες με την ΕΕ, ενώ το 45% τον αποδοκιμάζουν. Τα στοιχεία αυτά παραμένουν ίδια με εκείνα ανάλογης δημοσκόπησης πριν από έναν μήνα. Στη δημοσκόπηση της ORB ρωτήθηκαν 2.000 ενήλικες κατά το διάστημα 5-7 Μαΐου.

Μια άλλη δημοσκόπηση σε δείγμα 9.000 ψηφοφόρων από 9 χώρες της ΕΕ, που διενεργήθηκε από την RED C, κατέδειξε ότι το 78% θέλουν ο πρωταρχικός στόχος των συνομιλιών για το Brexit να είναι η διασφάλιση του μέλλοντος της ΕΕ, ενώ μόλις το 22% επιθυμούν να επικεντρωθούν οι συνομιλίες στο κτίσιμο μιας νέας, ειδικής οικονομικής σχέσης με τη Βρετανία.

Στην Ιρλανδία, το 70% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι είναι υπερβολικά σημαντικό για εκείνους να μην επιτραπεί στο Brexit να υπονομεύσει τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998, με την οποία τερματίστηκε η πολυετής περίοδος βίας ανάμεσα στους Καθολικούς εθνικιστές της Ιρλανδίας και τους Προτεστάντες ενωτικούς της Βορείου Ιρλανδίας.