ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΜΠΟΔΙΑ ΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ-ΓΑΛΛΙΑΣ

Οι Γερμανοί έχουν αρκετή πίστη στη μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα της Γαλλίας, ώστε να εξετάσουν το ενδεχόμενο ενός μικρού προϋπολογισμού για την ευρωζώνη

Ο Μακρόν δεν θα είναι ένας εύκολος φίλος για τη Γερμανία. Δεν πρόκειται να γίνει χειροκροτητής της γερμανικής ευρωπαϊκής πολιτικής, αφού δεν συμμερίζεται τον φετιχισμό του Σόιμπλε στο δόγμα των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών

Διαφορετικό προδιαγράφεται το σκηνικό, εάν στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου κερδίσουν οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες και σχηματίσουν κυβέρνηση υπό την ηγεσία τους


Η προοπτική ότι ο Εμμανουέλ Μακρόν θα είναι ο επόμενος πρόεδρος της Γαλλίας αναθέρμανε τις ελπίδες αναφορικά με το ενδεχόμενο για μια ανανεωμένη γαλλογερμανική συμμαχία στην ΕΕ. Μετά τις γενικές εκλογές στη Γερμανία τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, υπάρχει η ελπίδα ότι μια πιο σταθερή ΕΕ θα μπορούσε να αρχίσει να πραγματοποιεί ταχύτερα βήματα προόδου, με στόχο την ενότητα και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Εάν είναι αυτός ο στόχος, η αναμόρφωση της ευρωζώνης είναι ένα προφανές πρώτο βήμα. Αλλά αυτό μοιάζει να είναι πιο δύσκολο από όσο εκτιμάται. Όπως επισημαίνουν αρκετοί ειδικοί, η Γερμανία κατέληξε να είναι πρωταθλήτρια στην εφαρμογή ενός συστήματος που βασίζεται σε κανόνες που εστιάζουν στη διατήρηση των ελλειμμάτων σε χαμηλά επίπεδα και απαγορεύουν, κατά κανόνα, τη διάσωση των οφειλετών.

Η Γαλλία, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι το κράτος πρέπει να μπορεί να παρεμβαίνει, είτε αφήνοντας το έλλειμμα να τρέχει ή ακόμα και προβαίνοντας σε διασώσεις για την αποτροπή μιας κρίσης. Ευτυχώς, στο πρόγραμμα του Μακρόν αναγνωρίζονται κάποια στοιχεία της γερμανικής προσέγγισης, όπως η ανάγκη για εξισορρόπηση των προϋπολογισμών σε μακροχρόνια βάση, γεγονός το οποίο αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για έναν γαλλο-γερμανικό συμβιβασμό.

Τα οικονομικά της χώρας

Παρότι έχουν ειπωθεί πολλά για τις αδυναμίες της γαλλικής οικονομίας, η Γαλλία αντιπροσωπεύει τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Τα τελευταία χρόνια, ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας ήταν κατά μισή, περίπου, μονάδα κατώτερος από εκείνον της Γερμανίας. Αλλά αυτό αλλάζει τώρα, και η πιθανή μελλοντική ανάπτυξη της Γαλλίας κυμαίνεται κατά μισή μονάδα υψηλότερα από αυτήν της Γερμανίας.

Επιπλέον, το ποσοστό ανεργίας στη Γαλλία μειώνεται, παρότι παραμένει πολύ υψηλότερο από αυτό της Γερμανίας. Παρομοίως, ενώ τα δημοσιονομικά της Γαλλίας εξακολουθούν να αποτελούν ένα πρόβλημα, το χρέος παρουσιάζει καθοδική τάση, και στο πρόγραμμα του Μακρόν αναγνωρίζεται επίσης η ανάγκη περιορισμού των δαπανών, με στόχο τις περικοπές στη φορολογία.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια γαλλογερμανική πρωτοβουλία για τη μεταρρύθμιση της ευρωζώνης θα μπορούσε να καταστεί δυνατή. Αλλά τι θα μπορούσε να γίνει για τη στήριξη της νομισματικής ένωσης;

Το βάρος της ευρωζώνης

Στην εν λόγω ατζέντα θα πρέπει να εμπεριέχεται η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, καθώς και η περαιτέρω ενίσχυση της κοινής εγγύησης των καταθέσεων. Η πρόκληση εδώ έγκειται στο γεγονός ότι η από κοινού εγγύηση των καταθέσεων είναι ασυμβίβαστη με την πρακτική των τραπεζών να διατηρούν τεράστια ποσά από τα χρέη των κυβερνήσεών τους.

Εάν η κυβέρνηση καταστεί αφερέγγυα, συνθλίβοντας τις τράπεζες, το κόστος θα βαρύνει ολόκληρη την ευρωζώνη. Αλλά αυτή η αντιπαράθεση δεν αφορά τόσο τη Γερμανία και τη Γαλλία, αλλά τη Γερμανία και την Ιταλία. Η Γερμανία επιμένει ότι, χωρίς περιορισμούς στο ύψος του δημόσιου χρέους που μπορούν να επωμιστούν οι τράπεζες, δεν μπορεί να θεσπιστεί η εγγύηση των καταθέσεων στο σύνολο των χωρών-μελών της ευρωζώνης.

Η Ιταλία, ωστόσο, αντιτάχθηκε, καθώς φοβάται ότι το κόστος χρηματοδότησης της κυβέρνησης ενδέχεται να φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη και, ενδεχομένως, ότι οι ιταλικές τράπεζες, οι οποίες εξαρτώνται από υψηλότερα κέρδη από τα επιτόκια του δημόσιου χρέους που έχουν στην κατοχή τους, ενδέχεται να υποφέρουν υπερβολικά.

Η Ιταλία αποτελεί πρόβλημα για τη Γερμανία και όσον αφορά την αμοιβαιοποίηση των χρεών. Οι Γερμανοί έχουν αρκετή πίστη στη μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα της Γαλλίας, ώστε να εξετάσουν το ενδεχόμενο ενός μικρού προϋπολογισμού για την ευρωζώνη. Η περίπτωση της Ιταλίας, με το υψηλό χρέος και την αργή ανάπτυξη, προβληματίζει τους Γερμανούς και αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο για την περαιτέρω δημοσιονομική ολοκλήρωση στην ευρωζώνη.

Το ζήτημα των προσφύγων και των μεταναστών

Αλλά υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα που αφορά περισσότερο τη Γερμανία και την Ιταλία, παρά τη Γερμανία και τη Γαλλία: η διαχείριση των προσφυγικών ροών και η ανακατανομή των αιτούντων άσυλο. Σίγουρα, η συμφωνία του 2015 ανάμεσα στην ΕΕ και την Τουρκία, σε συνδυασμό με το κλείσιμο της βαλκανικής οδού την άνοιξη του 2016, περιόρισε σημαντικά τον αριθμό των προσφύγων που φτάνουν στην ΕΕ από τα νοτιοανατολικά. Αλλά χιλιάδες άνθρωποι συνεχίζουν να καταφθάνουν από τον Νότο, διασχίζοντας τη Μεσόγειο.

Και καθώς η σύγκρουση στη Λιβύη εντείνεται, οι ροές αυτές ενδέχεται να αυξηθούν. Προς το παρόν, όσοι εισέρχονται στη Μεσόγειο μεταφέρονται στα πλησιέστερα λιμάνια, τα οποία βρίσκονται στην Ιταλία. Σύμφωνα με τους κανονισμούς του Δουβλίνου, η Ιταλία καθίσταται αυτόματα υπεύθυνη για την αρωγή και την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, καθώς και για την εξέταση των αιτήσεων χορήγησης ασύλου.

Ωστόσο, για πολλούς από αυτούς τους αιτούντες άσυλο ο στόχος τους είναι η Γερμανία. Η γερμανική κυβέρνηση το γνωρίζει αυτό. Τόσο η Ιταλία όσο και η Γερμανία έχουν συμφέρον να βρουν μια ευρωπαϊκή προσέγγιση που θα ενισχύσει την ικανότητα της ΕΕ να φυλάσσει τα εξωτερικά της σύνορα, ίσως μέσω μιας ευρωπαϊκής ακτοφυλακής, κατανέμοντας παράλληλα το βάρος της υποδοχής των προσφύγων σε ολόκληρη την Ένωση.

Απέχει για την ώρα

Ώς σήμερα η Γαλλία δεν συμμετείχε ιδιαίτερα στην εν λόγω συζήτηση. Εξάλλου, το δικό της πρόβλημα δεν είναι η μετανάστευση, αλλά η ενσωμάτωση της δεύτερης γενιάς μεταναστών, καθώς και η άνοδος του εξτρεμισμού. Ο επόμενος πρόεδρος της Γαλλίας, ωστόσο, θα πρέπει να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο. Οι συνολικές συμφωνίες αποτελούν ειδικότητα της ΕΕ, και ο Μακρόν δεν θα πρέπει να εστιάσει αποκλειστικά στο ευρώ. Θα πρέπει να λάβει υπ' όψιν τις προτεραιότητες και της Ιταλίας - που αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη μεταρρύθμιση της ΕΕ - και της Γερμανίας.

Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρξει ένα συνολικό πακέτο που θα λαμβάνει υπ' όψιν τις προτεραιότητες των Γερμανών - ήτοι τη διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και την επιβολή ορίων στην κατοχή κρατικού χρέους από τις τράπεζες - συμβάλλοντας παράλληλα στην ελάφρυνση του βάρους που φέρει η Ιταλία για τη φύλαξη των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ και την υποδοχή των προσφύγων. Με μια τέτοια προσέγγιση, το 2017 θα μπορούσε όντως να αποτελέσει σημείο καμπής για την Ευρώπη.

Ισχυρότερο δίδυμο «Μερκομακρόν»;

Στη βάση των πιο πάνω, ένα ερώτημα που πλανάται είναι εάν θα είναι αρκετά ισχυρό το δίδυμο Μέρκελ-Μακρόν για την επανεκκίνηση της Ευρώπης. Πάντως, την περασμένη Κυριακή έγινε εκλογικό πάρτι στην έδρα του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος στο Βερολίνο για δύο νικητές: τον Εμμανουέλ Μακρόν, ως νέο πρόεδρο της Γαλλίας και τον Ντάνιελ Γκίντερ, τον νικητή των τοπικών εκλογών στο κρατίδιο Σλέσβιχ-Χόλσταϊν, έναν «άγνωστο» που κατάφερε παρ’ όλ' αυτά να «γονατίσει» τον πρωθυπουργό του κρατιδίου, τον Τόρστεν Άλμπιχ από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα.

Ήταν η δεύτερη ήττα του SPD σε τοπικό επίπεδο, που πόνεσε πολύ το κόμμα, ιδιαίτερα τον υποψήφιο καγκελάριο Μάρτιν Σουλτς. Η διπλή αυτή χαρά της καγκελαρίου έκανε πολλούς να ισχυριστούν ότι η πραγματική νικήτρια της βραδιάς ήταν η Άγγελα Μέρκελ, η οποία βαδίζει πλέον σταθερά και με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στην επόμενη και πιο κρίσιμη τοπική αναμέτρηση, αυτή στη Ρηνανία-Βεστφαλία σήμερα.

Αν και τίποτε δεν έχει ακόμη κριθεί, η Μέρκελ επενδύει στη συνεργασία με τον Μακρόν και μετά τις βουλευτικές εκλογές στη χώρα της, τον οποίο στήριξε ανοιχτά αφότου αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο αργομισθίας της συζύγου του Φιγιόν. Γνωρίζοντας ότι το τελευταίο διάστημα ήταν απομονωμένη στην Ευρώπη, η Γερμανίδα Καγκελάριος προσβλέπει σε έναν ισχυρό Γάλλο πρόεδρο, σε έναν ισχυρό, αξιόπιστο και αποτελεσματικό Ευρωπαίο εταίρο, για να τεθεί και πάλι σε κίνηση η γερμανογαλλική ατμομηχανή μετά το τέλμα ενός αδύναμου δίδυμου «Μερκοζί» και ενός ακόμη πιο αδύναμου «Μερκολάντ».

Ο αποχωρών Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος αποχαιρέτησε τη Μέρκελ στο Βερολίνο, δεν στήριξε τα γερμανικά ευρωπαϊκά πρότζεκτ στον βαθμό που ήθελε η Καγκελάριος, αλλά ούτε και την προσφυγική πολιτική της. Η Καγκελάριος ελπίζει τώρα ότι η «φρεσκάδα» που κομίζει ο Μακρόν στην πολιτική θα δώσει νέα ώθηση στα σχέδια αναδιαμόρφωσης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα.

Πιο ευέλικτος από τον Σόιμπλε

Ο Μακρόν δεν θα είναι ένας εύκολος φίλος για τη Γερμανία. Δεν πρόκειται να γίνει χειροκροτητής της γερμανικής ευρωπαϊκής πολιτικής, δεν συμμερίζεται τον φετιχισμό του Σόιμπλε στο δόγμα των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, έχει ήδη επικρίνει τα υπερβολικά εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας και ζητά μεταρρυθμίσεις στις οποίες το Βερολίνο είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να συναινέσει, όπως μιαν οικονομική και νομισματική ένωση με έναν ευρωπαίο υπουργό Οικονομικών, κοινοτική διαχείριση των χρεών και έναν ενιαίο προϋπολογισμό για την ευρωζώνη.

Όλα αυτά είναι αδιανόητα για τον Σόιμπλε και τη Μέρκελ. Εάν μάλιστα ο Σόιμπλε παραμείνει υπουργός Οικονομικών και την επόμενη τετραετία, δεν υπάρχει περίπτωση να δεχθεί να παραδώσει τα κλειδιά του Υπουργείου του στις Βρυξέλλες, όπως εύστοχα παρατηρεί το Spiegel Online.

«Να πάψουμε να κουνάμε το δάχτυλο»

Διαφορετικό προδιαγράφεται το σκηνικό, εάν στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου κερδίσουν οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες και σχηματίσουν κυβέρνηση υπό την ηγεσία τους. Ο Υπουργός Εξωτερικών Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, ο οποίος διατηρεί στενές σχέσεις με τον Μακρόν από παλαιότερες εποχές αλλά συνεργάστηκαν και ως υπουργοί Οικονομίας, εντός της περασμένης βδομάδας έκανε δηλώσεις που θα πρέπει να προκάλεσαν ικανοποίηση στο Παρίσι και στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.

Υποστήριξε στο δεύτερο δημόσιο κανάλι ZDF ότι «θα πρέπει να πάψουμε να κουνάμε το δάχτυλο ως δάσκαλοι στους Γάλλους για τα ελλείμματα και να τους βοηθήσουμε ως χώρα με ισχυρή οικονομία σε κοινές επενδύσεις». Τόνισε επίσης ότι η Γερμανία όχι μόνο δεν έχασε από την κρίση, αλλά έχει επωφεληθεί από αυτήν, ότι στη δημοσιονομική πολιτική δεν μπορεί να έχει προτεραιότητα μόνο η λιτότητα, ότι ο Μακρόν χρειάζεται χρόνο για να περιορίσει τα γαλλικά ελλείμματα και ότι έλλειμμα ύψους 0,5% κοστίζει λιγότερο από μια πρόεδρο Λε Πεν.

Από τις δηλώσεις γίνεται σαφές ότι οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες προσπαθούν να κεφαλαιοποιήσουν για λογαριασμό τους τη νίκη Μακρόν, προαναγγέλλοντας ψήγματα μιας άλλης ευρωπαϊκής πολιτικής, που μένει να αποδειχθεί εάν θα μετουσιωθεί σε «στροφή».

Πηγές: Βήμα, Deutsche Welle