ΕΞΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Η έξοδος της Βρετανίας θα της δώσει την ευκαιρία να προωθήσει την πολιτική και αμυντική ένωση και να διευρύνει την ενιαία αγορά

Το σενάριο για μια Ένωση διαφορετικών ταχυτήτων φαίνεται ότι τελικά θα επικρατήσει

Η Γερμανία θεωρεί τις εισηγήσεις για κοινή ασφάλεια καταθέσεων και έναν προϋπολογισμό της Ευρωζώνης ως μια προσπάθεια να μεταφέρονται χρήματα από τους Γερμανούς φορολογουμένους στις σπάταλες χώρες


Στις 25 Μαρτίου 1957 έξι ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) συναντήθηκαν στη Ρώμη και υπέγραψαν την Ιδρυτική Συνθήκη για τη σύσταση, όπως τότε είχε αποκαλεστεί, της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ). Η ΕΟΚ στη συνέχεια και κατά την περίοδο των εξήντα χρόνων εξελίχθηκε σε μια Ένωση 28 χωρών.

Η Ε.Ε., όπως τώρα αποκαλείται, έχει να επιδείξει επιτεύγματα που δεν μπορούσαν να διανοηθούν οι τότε ιδρυτές της ΕΟΚ. Κατά την περίοδο των εξήντα αυτών χρόνων η Ε.Ε. υπήρξε ένα πρότυπο δημοκρατίας ειρήνης, ευημερίας και αποφυγής πολέμου, πρότυπο διεθνούς συνεργασίας, προωθήθηκε η σύσταση της ενιαίας αγοράς και του ενιαίου νομίσματος, ενώ έφερε στους κόλπους της τις πρώην κομμουνιστικές χώρες από την Ανατολή.

Ο εορτασμός της επετείου

Οι ηγέτες των 27 χώρων, που στις 25 Μαρτίου 2017 συναντήθηκαν και πάλι στη Ρώμη για την 60ή επέτειο της σύστασης της Ε.Ε. (αφού η Βρετανία, λόγω Brexit, δεν ήταν εκεί, όπως δεν ήταν και το 1957), δήλωσαν ότι δεσμεύονται να κάνουν την Ε.Ε. πιο ισχυρή μέσω ακόμα μεγαλύτερης ενότητας και αλληλεγγύης και αναγνωρίζουν ότι «αν είναι ο καθένας μόνος του θα παροπλιστούν στο πλαίσιο της διεθνούς δυναμικής». Αντίθετα, «όλοι μαζί ενωμένοι έχουμε την καλύτερη ευκαιρία να την επηρεάσουμε», αναφέρει η διακήρυξη.

Επίσης, στη διακήρυξη αναφέρεται ότι οι 27 ηγέτες των κρατών-μελών είναι υπερήφανοι για τα επιτεύγματα της Ε.Ε, «μιας κοινωνίας ειρήνης, ελευθερίας, δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κράτος δικαίου, μιας μείζονος οικονομικής δύναμης με υψηλά επίπεδα κοινωνικής προστασίας και ευημερίας». Όπως δήλωσε δε ο Guy Verhofstadt, επικεφαλής διαπραγματευτής της ευρωβουλής για το Brexit, η έξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε. θα δώσει την ευκαιρία στην Ε.Ε. να προωθήσει την πολιτική και αμυντική ένωση και να διευρύνει την ενιαία αγορά.

Έτσι η Γαλλία και η Γερμανία ετοιμάζουν σχέδια να προωθήσουν τον αμυντικό συντονισμό, ευθύς ως η Βρετανία εγκαταλείψει την Ε.Ε. Αντίθετα, θα υπάρχει οπισθοδρόμηση όσον αφορά την περαιτέρω ελευθεροποίηση του εμπορίου, αφού η Βρετανία υποστηρίζει σθεναρά το ελεύθερο εμπόριο. Επίσης, η Ε.Ε. θα απολέσει μια χώρα, κράτος-μέλος, που ήταν υπέρ της ευρωπαϊκής διεύρυνσης.

Εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις

Η Ε.Ε. τώρα αντιμετωπίζει τόσο εξωτερικές όσο και εσωτερικές προκλήσεις. Εσωτερικά τα προβλήματα τα οποία εντοπίζονται στη διακυβέρνηση της Ε.Ε. και στην κρίση του ευρώ δεν έχουν ακόμη αντιμετωπιστεί. Παράλληλα, παρατεταμένα οικονομικά προβλήματα έχουν οδηγήσει σε μείωση της δυναμικότητάς της. Στη Γαλλία το εθνικιστικό κόμμα της Μαρίν Λεπέν υπόσχεται, αν ανέλθει στην εξουσία, να διοργανώσει δημοψήφισμα για την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη, ενώ η Βρετανία έχει ήδη αποφασίσει την έξοδό της από την Ε.Ε.

Κατά συνέπεια, οι προσεχείς εκλογικές αναμετρήσεις στη Γαλλία, τη Γερμανία, αλλά και κατά πάσα πιθανότητα στην Ιταλία, έχουν σημασία όσον αφορά τη συνέχιση του ευρωπαϊκού «πρότζεκτ». Οι εξωτερικές προκλήσεις είναι επίσης σοβαρές. Υπάρχει το μεταναστευτικό ρεύμα από χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, ενώ οι στάσεις της Τουρκίας και της Ρωσίας δεν είναι ενθαρρυντικές. Αλλά και ο Πρόεδρος της Αμερικής Ντόλαντ Τραμπ δεν φαίνεται να είναι ενθουσιώδης υποστηρικτής της Ε.Ε.

Η Λευκή Βίβλος

Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, σε ομιλία του στο ευρωκοινοβούλιο, δήλωσε ότι τα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε. θα μπορούσαν να ανακτήσουν τον έλεγχο από τις Βρυξέλλες σε θέματα που κυμαίνονται από την περιφερειακή ανάπτυξη στην προστασία των καταναλωτών και τη δημόσια υγεία, αλλά και μέρος της απασχόλησης και της κοινωνικής πολιτικής. Ο κ. Γιούνκερ όμως παραδέχθηκε ότι υπάρχει πραγματική δυσκολία στην προσπάθεια να αποφασιστούν οι τομείς που θα πρέπει να ανατεθούν και πάλι στα κράτη-μέλη και ποιοι τομείς θα προωθηθούν περισσότερο συλλογικά από την Ε.Ε.

Στη Λευκή Βίβλο που ετοίμασε, ο κ. Γιούνκερ εισηγείται πέντε σενάρια αντιμετώπισης των προκλήσεων. Πρώτον, η Ε.Ε. θα μπορούσε να συνεχίσει όπως ακριβώς λειτουργεί σήμερα, με στόχο την υλοποίηση των βασικότερων θεμάτων όπως είναι η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, της ενεργειακής ένωσης, της ένωσης κεφαλαιαγορών και της αμυντικής ένωσης. Ένα άλλο σενάριο θα ήταν να επιτρέψουμε σε ορισμένα κράτη-μέλη να προχωρήσουν σε κάποιους τομείς, αφήνοντας την πόρτα ανοικτή για τα υπόλοιπα μέλη να ακολουθήσουν όταν θα είναι έτοιμα.

Ευρώπη πολλών ταχυτήτων

Μια άλλη επιλογή περιλαμβάνει την ύπαρξη μιας Ευρώπης πολλαπλών ταχυτήτων, μια προσέγγιση που ευνοείται από τη Γερμανίδα Καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ, όπως και από τον ίδιο τον κ. Γιούνκερ. Αλλά ο κ. Γιούνκερ δήλωσε στο ευρωκοινοβούλιο ότι δεν είναι αυτός που θα αποφασίσει αλλά τα κράτη-μέλη, μετά τις εκλογές στη Γερμανία τον Σεπτέμβριο και, κυρίως, μετά τις ευρωεκλογές του 2019.

Είναι σκόπιμο να αναφέρουμε ότι τον περασμένο μήνα, στη συνάντηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην Μάλτα, η κ. Μέρκελ εισηγήθηκε στους συναδέλφους της ότι πρέπει να δεσμευτούν για μια Ένωση διαφορετικών ταχυτήτων. Κατά τη συζήτηση αυτήν οι ηγέτες της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας της Ισπανίας, αλλά και της Μάλτας, που προεδρεύει τώρα της Ε.Ε., υποστήριξαν το σενάριο αυτό.

Αλλά έπειτα από δηλώσεις, τόσο της Γερμανίας όσο και άλλων χωρών, για μια Ε.Ε. πολλαπλών ταχυτήτων ορισμένες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής ανησύχησαν και δηλώνουν ότι η προώθηση του σεναρίου πολλαπλών ταχυτήτων θα αποξενώσει περαιτέρω τους μη φιλελευθέρους ηγέτες, όπως είναι οι ηγέτες της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, και θα τους δώσει τη δικαιολογία να παραγνωρίζουν ακόμη βασικές αρχές της Ε.Ε., περιλαμβανομένων των δημοκρατικών προτύπων.

Όπως δήλωσε, όμως, ο Πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ, οι χώρες που υποστηρίζουν μια Ευρώπη πολλαπλών ταχυτήτων αναγνωρίζουν την πραγματικότητα και προσφέρουν νομιμότητα στις χώρες που θα ήθελαν να προχωρήσουν με μεγαλύτερη ταχύτητα στην ολοκλήρωση.

Γαλλογερμανική πρωτοβουλία

Υπάρχει τώρα μια ανανεωμένη πρωτοβουλία από τη Γερμανία και τη Γαλλία για την ενδυνάμωση της Ευρωζώνης. Υπάρχουν, όμως, διαφορές μεταξύ της Γερμανίας και της Γαλλίας, όσον αφορά την προώθηση της εμβάθυνσης αυτής. Η Γαλλία επιθυμεί τη συμπλήρωση της τραπεζικής ένωσης με τη σύσταση ενός νέου σχεδίου κοινής ασφάλειας των καταθέσεων και της τραπεζικής εξυγίανσης.

Παράλληλα, η Γαλλία επιθυμεί τη σύσταση μιας οικονομικής διακυβέρνησης με στόχο να αντισταθμίζει την ΕΚΤ με τη δημιουργία ενός Υπουργού Οικονομικών και ενός προϋπολογισμού για την Ευρωζώνη. Εντούτοις, όμως, δεν επιθυμούν την επιβολή αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών στις εθνικές κυβερνήσεις και δεν επιθυμούν η Ε.Ε. να υπαγορεύει στις εθνικές κυβερνήσεις ποιες μεταρρυθμίσεις πρέπει να προωθήσουν.

Από την άλλη μεριά η Γερμανία, παρόλο που αποδέχεται την ανάγκη για εμβάθυνση και ολοκλήρωση της Ευρωζώνης αν πρόκειται να επιβιώσει και να ευημερεί, εντούτοις, ενίσταται όπως το «πρότζεκτ» αυτό προωθηθεί όπως εισηγείται η Γαλλία. Η Γερμανία θεωρεί τις εισηγήσεις για κοινή ασφάλεια καταθέσεων και έναν προϋπολογισμό της Ευρωζώνης ως μια προσπάθεια να μεταφέρονται χρήματα από τους Γερμανούς φορολογουμένους στις σπάταλες χώρες.

Επίσης, κάτι τέτοιο θα οδηγήσει στη λήψη υπερβολικού ρίσκου από τις τράπεζες, ενώ παράλληλα δεν συμφωνεί με την ιδέα της Γαλλίας για ευελιξία όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική και επιθυμεί την πειθαρχία και τους δημοσιονομικούς κανονισμούς. Γενικά, η Γερμανία και άλλες πιστωτικές χώρες αισθάνονται ότι τους ζητείται να επιδείξουν αλληλεγγύη προς τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης, αλλά παράλληλα αυτές δεν προσφέρουν μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική πειθαρχία ως αντάλλαγμα.

ΖΑΚΗΣ ΧΑΤΖΗΖΑΧΑΡΙΑΣ
Διοικητικός Σύμβουλος,
KPMG Limited,
τηλ. 25869000,
ηλεκ. διεύθ. [email protected].

Υ.Γ.: Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του συγγραφέα και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις και γνώμες της KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG.