Δύο χρόνια μετά την έναρξη της στρατιωτικής επέμβασης, τίποτα δεν άλλαξε
Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, από τις μάχες χάθηκαν 7.700 άνθρωποι -στην πλειονότητά τους άμαχοι- πέραν των 42.500 τραυματίστηκαν, ενώ τρία εκατομμύρια πολίτες εκτοπίστηκαν
Εντατικοποίηση των μαχών μεταξύ των σιιτών ανταρτών και του κυβερνητικού στρατού, άνοδος του τζιχαντισμού, αμερικανικά πλήγματα κατά της αλ Κάιντα, κι απειλή λιμού. Η Υεμένη είναι πιο ασταθής από ποτέ, δύο χρόνια μετά την έναρξη της στρατιωτικής επέμβασης του αραβικού συνασπισμού υπό τη Σαουδική Αραβία.
«Η Υεμένη έχει γίνει ένας ‘βάλτος’», εκτιμά ο Πίτερ Σάλισμπουρι, ερευνητής του ινστιτούτου Chatham House του Λονδίνου. Η χώρα αυτή της αραβικής χερσονήσου έχει διχαστεί σε τέτοιο βαθμό που είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το μέλλον της «ως ενιαίο βιώσιμο κράτος», πρόσθεσε.
Ο αρχικός στόχος
Ωστόσο, η αποκατάσταση της ενότητας της χώρας ήταν ο στόχος του συνασπισμού υπό τη Σαουδική Αραβία, όταν ξεκίνησε την επέμβασή του στην Υεμένη στις 26 Μαρτίου 2015. Έκτοτε, μαχητικά αεροπλάνα του συνασπισμού διεξάγουν σχεδόν καθημερινά αεροπορικές επιδρομές υποστηρίζοντας τους χιλιάδες στρατιώτες που μάχονται στη χώρα με τεθωρακισμένα, πυροβόλα όπλα και βαρύ πυροβολικό εναντίον των σιιτών ανταρτών Χούτι και των συμμάχων τους. Όμως, αυτοί εξακολουθούν να ελέγχουν μεγάλες εκτάσεις της Υεμένης, μεταξύ αυτών και την πρωτεύουσα Σαναά, την οποία κατέλαβαν τον Σεπτέμβριο του 2014.
Ο τραγικός απολογισμός
Δύο χρόνια μαχών έχουν προκαλέσει τον θάνατο 7.700 ανθρώπων -στην πλειονότητά τους άμαχοι- και τον τραυματισμό περισσότερων από 42.500, ενώ ανάγκασαν 3 εκατομμύρια να εκτοπιστούν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΗΕ. Η Υεμένη, η πιο φτωχή αραβική χώρα, είναι θέατρο «της χειρότερης ανθρωπιστικής κρίσης παγκοσμίως» και αντιμέτωπη «με σοβαρό κίνδυνο λιμού», προειδοποιεί ο ΟΗΕ.
Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει κανένα σημάδι ότι η ένταση πρόκειται να αποκλιμακωθεί μετά την αποτυχία επτά εκεχειριών που συμφωνήθηκαν υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και του Αμερικανού πρώην Υπουργού Εξωτερικών Τζον Κέρι. Σύμφωνα με τον μεσολαβητή του ΟΗΕ, οι αντιμαχόμενες πλευρές εξακολουθούν να αρνούνται να διαπραγματευτούν. «Δυστυχώς, τίποτα δεν αφήνει να φανεί φως στην άκρη του τούνελ», παρατηρεί ο Άνταμ Μπάρον, ειδικός του European Council on Foreign Relations.
«Η χώρα καταρρέει σαν χάρτινος πύργος»: οι κρατικοί θεσμοί και η ασφάλεια έχουν καταστραφεί, την ώρα που οι της ελίτ ασχολούνται με τα δικά τους συμφέρονται, σύμφωνα με τον ίδιο. Δυόμισι χρόνια αφότου εκδιώχθηκε από τη Σαναά, ο Πρόεδρος Αμπντ Ράμπο Μάνσουρ Χάντι παραμένει η «νόμιμη» εξουσία της χώρας, όμως τον περισσότερο καιρό ζει στο Ριάντ.
Το διακύβευμα για τη Σαουδική Αραβία
Το διακύβευμα είναι μεγάλο και για τη Σαουδική Αραβία, επίκεντρο του σουνιτικού ισλάμ, η οποία, επεμβαίνοντας στην Υεμένη, επιχειρεί να αντιταχθεί στην επιρροή του Ιράν, του περιφερειακού της αντιπάλου που στηρίζει τους Χούτι. Το Ριάντ υποστηρίζεται από τις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου, κυρίως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία εκτιμούν ότι βρίσκονται σε νόμιμη άμυνα κατά «της ιρανικής στρατηγικής να πολιορκήσει την αραβική χερσόνησο», σύμφωνα με τον Μουστάφα Αλάνι του Gulf Research Centre.
Άγνωστος «Χ» οι ΗΠΑ
Άγνωστο παραμένει πώς θα αντιδράσει η νέα αμερικανική κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία φαίνεται πιο θετικά διακείμενη απέναντι στη Σαουδική Αραβία απ' ό,τι αυτή του προκατόχου του Μπαράκ Ομπάμα. Μέχρι στιγμής η Ουάσιγκτον παρέχει όπλα στον συνασπισμό και βοηθά στον εναέριο ανεφοδιασμό και στην παροχή πληροφοριών. Ο Τραμπ ενδέχεται να αποφασίσει να ενισχύσει την υποστήριξή του προκειμένου να στείλει ένα μήνυμα αποφασιστικότητας στο Ιράν, σύμφωνα με τον Τζαστ Χίλτερμαν και την Άπριλ Άλι του International Crisis Group.
Όμως, «αν ο Τραμπ εμπλακεί βιαστικά στον πόλεμο στην Υεμένη, υπάρχει ένας πραγματικός κίνδυνος η σύγκρουση να βγει από τον έλεγχο», προειδοποιούν. Παράλληλα, οι ΗΠΑ έχουν εντείνει τις επιδρομές τους εναντίον της αλ Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο (Aqap), η οποία, όπως και άλλες τζιχαντιστικές οργανώσεις, έχει εκμεταλλευτεί το χάος στην Υεμένη για να προωθήσει τις θέσεις της.
Επί του πεδίου…
Επί του πεδίου, οι κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης, με την υποστήριξη των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, έχουν σημειώσει πρόοδο τις τελευταίες εβδομάδες στην Ερυθρά Θάλασσα με στόχο την ανακατάληψη της πόλης Χοντέιντα και την αύξηση της πίεσης στους αντάρτες γύρω από την Τάεζ και τη Σαναά. Σκοπός των κυβερνητικών δυνάμεων δεν είναι απαραίτητα να κερδίσουν στρατιωτικά τους αντάρτες αλλά να τους πείσουν ότι ίσως χάσουν στον πόλεμο, προκειμένου να τους οδηγήσουν ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να τους ωθήσουν να κάνουν υποχωρήσεις, σύμφωνα με ειδικούς.




