Επιθέσεις στα μέσα ενημέρωσης ή πώς ο «τραμπισμός» κατέλαβε και τη γαλλική προεκλογική εκστρατεία
Μια συμμαχία 37 γαλλικών και διεθνών μέσων ενημέρωσης έθεσαν από χθες σε λειτουργία την πλατφόρμα «CrossCheck», στόχος της οποίας είναι να ελέγχονται και να διασταυρώνονται οι πληροφορίες, για να μην επηρεάζουν τα fake news τις εκλογές


Οι επιθέσεις κατά των μέσων ενημέρωσης, που επεκτείνονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πολλαπλασιάζονται τόσο από τα αριστερά όσο και από τα δεξιά, στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, μία στρατηγική που παραπέμπει απευθείας στον Ντόναλντ Τραμπ. Η υποψήφια της γαλλικής άκρας δεξιάς Μαρίν Λεπέν, που διαμαρτύρεται συστηματικά για τη μεταχείριση που της επιφυλάσσουν τα μέσα ενημέρωσης, έχει ενισχύσει τις επιθέσεις της κατά της τέταρτης εξουσίας τις τελευταίες εβδομάδες.

Έτσι, η Πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου κατηγόρησε την Κυριακή από τη Ναντ τους δημοσιογράφους ότι κάνουν, «με υστερικό τρόπο, καμπάνια» υπέρ του χαϊδεμένου παιδιού τους, του κεντρώου Εμανουέλ Μακρόν, επικεντρώνοντας τα βέλη της κυρίως στον επιχειρηματία Πιέρ Μπερζέ, τον έναν από τους τρεις ιδιοκτήτες της εφημερίδας «Le Monde».

Το μπαλάκι απέναντι
Στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος, ο υποψήφιος της ριζοσπαστικής αριστεράς Ζαν-Λικ Μελανσόν, που έτσι κι αλλιώς έχει χαρακτηρίσει «σάπιο» το δημοσιογραφικό επάγγελμα από το 2010, πολλαπλασιάζει τις επιθέσεις του κατά των μέσων ενημέρωσης. Ο υποψήφιος της «ανυπότακτης Γαλλίας», που έχει δημιουργήσει το δικό του κανάλι στο ΥouTube για να παρακάμψει «τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης», κατηγόρησε πρόσφατα το δημόσιο ραδιοφωνικό δίκτυο «France Inter» για «απιστία» και το Γαλλικό Πρακτορείο ειδήσεων ότι μετέδωσε «ψεύτικα τηλεγραφήματα» σχετικά με τις θέσεις του για τη Συρία.

Τον Νοέμβριο 2016 επετέθη κατά δημοσιογράφου της εφημερίδας «Le Monde», κάνοντας λόγο για «φουκαράδες ρουμπρικογράφους, που μένουν προσκολλημένοι στο θέμα τους όπως τα μουλάρια στον βράχο».

Για τον ιστορικό των μέσων ενημέρωσης Πατρίκ Εβενό, «οι επιθέσεις κατά των δημοσιογράφων δεν είναι κάτι καινούργιο: Συναντώνται στη δεκαετία του ΄30», αλλά και στις εποχές των Προέδρων ντε Γκολ, Πομπιντού και Μιτεράν. Όμως, η κατάσταση είναι περισσότερο βίαιη, σημειώνει. «Οι πολιτικοί έχουν όλο και λιγότερο κύρος, το ίδιο και οι δημοσιογράφοι, και καθένας ρίχνει στον άλλο το μπαλάκι απέναντι στην κοινή γνώμη».

«Εμετική κατάσταση»
Στις αρχές του Φεβρουαρίου, ο υποψήφιος της γαλλικής δεξιάς Φρανσουά Φιγιόν κατηγόρησε τα μέσα ενημέρωσης για «λιντσάρισμα» σχετικά με την εικονική απασχόληση της συζύγου του. «Εγώ δεν είχα ποτέ ευνοϊκή φορολογική προσαρμογή», δήλωσε αναφερόμενος στη «Mediapart». Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα έκαναν λόγο για «εμετική κατάσταση».

Σύμφωνα με τον Ντομινίκ Βολτόν, ειδικό σε θέματα Πολιτικής Επικοινωνίας, η κατάσταση συνοψίζεται ως απόπειρα των πολιτικών να συμμαχήσουν με την κοινή γνώμη κατά των μέσων ενημέρωσης εν είδει «εκδίκησης» και παραπέμπει στο μοντέλο Τραμπ.

Στις ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ έβαλε τη σφραγίδα του στην εκστρατεία κατά των «ανέντιμων» μέσων ενημέρωσης, χαρακτηρίζοντας ορισμένα «εχθρούς του λαού». Η κυβέρνησή του απέκλεισε από το μπρίφινγκ του Λευκού Οίκου σειρά έγκυρων μέσων όπως οι «New York Times», το «Politico», το CNN, οι «Los Angeles Times»... Πρόσφατα, ο Αντιπρόεδρος του Εθνικού Μετώπου Φλοριάν Φιλιπό δανείσθηκε το γνωστό σχήμα Τραμπ για να κατηγορήσει το AFP για «fake news», αναφορικά με γράφημα για το πρόγραμμα των υποψηφίων!

«Ο τρόπος με τον οποίο ο Τραμπ κατηγορεί τη δικαιοσύνη και καθυβρίζει τα μέσα ενημέρωσης, με το σχήμα 'fake news', έχει βρει μιμητές στον Φιγιόν και τη Μαρίν Λεπέν», λέει ο πανεπιστημιακός Ερβέ Λε Μπρα. Σύμφωνα με τη διευθύντρια ενημέρωσης του AFP Μισέλ Λεριντόν, «από την εκλογή Τραμπ, οι επικρίσεις που φθάνουν μέχρι την παρενόχληση των μέσων ενημέρωσης έχουν μετατραπεί σε στρατηγική από ορισμένους πολιτικούς.

Χρησιμοποιούν τον όρο 'fake news' για να χαρακτηρίσουν ακριβείς πληροφορίες που δεν τους αρέσουν. Δεν απαντάμε σε καθεμία επίθεση για να μη συμμετάσχουμε σε αυτήν την παρτίδα του εικονικού και αρρωστημένου πινγκ πονγκ. Η καλύτερη απάντηση είναι να είμαστε όσο πιο αυστηροί γίνεται», λέει.

Ο Ζερόμ Φενολιό, διευθυντής της εφημερίδας «Le Monde», τονίζει ότι «για να δώσει κανείς την εντύπωση πως είναι αντισυστημικός, το απλούστερο είναι να επιτεθεί στα μέσα ενημέρωσης», ενώ αυτή η ευθεία επίθεση από τους πολιτικούς «μέσω των μπλογκ και του Twitter» δημιουργεί κλίμα έντασης γύρω από τους δημοσιογράφους.

Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση Odax, στην ερώτηση εάν οι Γάλλοι αμφιβάλλουν για την αντικειμενικότητα των δημοσιογράφων, το 74% θεωρεί ότι οι επικρίσεις των πολιτικών τις περισσότερες φορές αποτελούν μέσον για να αποφύγουν ερωτήσεις που τους ενοχλούν.

Συνασπισμός ΜΜΕ
Χθες, πάντως, μια συμμαχία 37 γαλλικών και διεθνών μέσων ενημέρωσης, με την υποστήριξη της Google και του διεθνούς δικτύου ΜΜΕ First Draft, έθεσαν σε λειτουργία την πλατφόρμα «CrossCheck», στόχος της οποίας είναι να ελέγχονται και να διασταυρώνονται οι πληροφορίες ώστε να αποκαλύπτονται οι ψευδείς ειδήσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία. Ο ιστότοπος αυτός (crosscheck.firstdraftnews.com) επιτρέπει στα ΜΜΕ που συμμετέχουν να ενώνουν τις προσπάθειές τους για να εντοπίζουν τις ψευδείς πληροφορίες και να αναρτούν ένα άρθρο που αποκαθιστά τα γεγονότα, εξήγησε η διευθύντρια του First Draft Τζένι Σάρτζεντ.

«Θεωρούμε ότι είναι ενδιαφέρον να συνεργαζόμαστε με άλλες συντακτικές ομάδες, γιατί όλοι μας κάνουμε αυτήν τη δουλειά, στη δική μας γωνιά ο καθένας και μια συντακτική ομάδα μόνη της δεν μπορεί να απαντήσει σε όλα όσα κυκλοφορούν», συνόψισε ο Αντριάν Σενεκά, της γαλλικής εφημερίδας «Le Monde».

Η πρωτοβουλία αυτή αφορά κυρίως την προεκλογική περίοδο για τις γαλλικές προεδρικές εκλογές, ίσως όμως να παραταθεί, εφόσον η συνεργασία αποδειχθεί επιτυχής.
Μεταξύ των μέσων ενημέρωσης που συμμετέχουν στην προσπάθεια είναι οι μεγάλες γαλλικές εφημερίδες «Liberation», «Le Monde», «Les Echos», πολλές τοπικές, περιοδικά, ενημερωτικοί ιστότοποι και το Γαλλικό Πρακτορείο, με τη στήριξη του Google και του Facebook.

Από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, ενδιαφέρον έχουν εκφράσει τα βρετανικά τηλεοπτικά κανάλια Channel Four και BBC News, καθώς και το αμερικανικό πρακτορείο οικονομικών ειδήσεων Bloomberg. Στην πλατφόρμα αυτή θα εργάζονται περίπου 250 δημοσιογράφοι όλων των μέσων ενημέρωσης, που θα προσπαθούν να επαληθεύσουν (ή να διαψεύσουν) τις αμφιλεγόμενες «ειδήσεις».

Για να εντοπίζονται οι «φήμες» οι συμμετέχοντες θα έχουν τη βοήθεια λογισμικών προγραμμάτων, όπως του GoogleTrends, καθώς και 12 φοιτητών δημοσιογραφίας που θα παρακολουθούν τις εξελίξεις και θα συντάσσουν τα άρθρα «επαλήθευσης», με τη βοήθεια των επαγγελματιών δημοσιογράφων. Το CrossCheck θα αναφέρει αν η πληροφορία ήταν αληθής ή όχι ή αν είναι αδύνατον να επαληθευτεί και θα διευκρινίζει ποιες συντακτικές ομάδες συνεργάστηκαν για την επαλήθευσή της.

Μια από τις πρώτες «ψευδείς πληροφορίες» που αποκαλύφθηκαν ήταν η επίθεση που δέχτηκε ένας ιερέας. Η «είδηση» κυκλοφορούσε ευρέως τις τελευταίες ημέρες στους ιστοτόπους κοινωνικής δικτύωσης αλλά στην πραγματικότητα το επεισόδιο αυτό συνέβη το... 2013.

Επικυρώθηκε η καταδίκη του Λεπέν
Σε μιαν άλλη εξέλιξη, που σχετίζεται έμμεσα με τις εκλογές, ο Ζαν Μαρί Λεπέν, ο πρώην ηγέτης της άκρας δεξιάς στη Γαλλία, καταδικάστηκε από εφετείο να καταβάλει πρόστιμο 5.000 ευρώ διότι, το 2013, χαρακτήρισε «ερεθιστική» και «μυρωδάτη» την παρουσία των Ρομά. Το εφετείο της Εξ-αν-Προβάνς έκρινε ξανά ένοχο τον Λεπέν για υποκίνηση μίσους και εθνοτικών διακρίσεων για τις δηλώσεις αυτές, τις οποίες είχε κάνει κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης Τύπου στη Νίκαια.

«Έχετε κάποια προβλήματα, όπως φαίνεται, με μερικές εκατοντάδες Ρομά που έχουν στην πόλη μια παρουσία ερεθιστική και ας την πούμε μυρωδάτη», είχε πει τότε ο Λεπέν, επίτιμος Πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου (FN), του οποίου πλέον ηγείται η κόρη του Μαρίν Λεπέν, η οποία προηγείται στις δημοσκοπήσεις ενόψει του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών του Απριλίου και του Μαΐου.

«Αυτοί είναι όροι στους οποίους επιμένω, διότι τους πιστεύω», είχε τονίσει όταν δικάστηκε για τις επίμαχες δηλώσεις ο 88χρονος σήμερα Λεπέν, ο οποίος θα κληθεί πέραν από τις €5.000 να καταβάλει επίσης 2.000 ευρώ στην οργάνωση SOS Ρατσισμός και 1.000 ευρώ στην Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που συμμετείχαν στη δίκη ως πολιτική αγωγή. Ο Λεπέν προς γενική έκπληξη είχε καταφέρει το 2002 να περάσει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, στον οποίο ηττήθηκε με μεγάλη διαφορά από τον τότε Πρόεδρο κι εκ νέου υποψήφιο της γαλλικής δεξιάς, τον Ζακ Σιράκ.

Η χθεσινή απόφαση προστέθηκε στις τουλάχιστον οκτώ καταδίκες του Λεπέν από τη δεκαετία του 1990 για δηλώσεις ρατσιστικού χαρακτήρα ή άρνησης του Ολοκαυτώματος. Το Εθνικό Μέτωπο, του οποίου ηγείται από το 2011 η Μαρίν Λεπέν, αποδύθηκε σε μια εκστρατεία «αποδαιμονοποίησης» της εικόνας του, που τελικά οδήγησε στην απομάκρυνση του πατέρα της από το κόμμα της γαλλικής ακροδεξιάς, αφού επανέλαβε τη δήλωσή του για τους θαλάμους αερίων, που κρίνει πως αποτέλεσαν «λεπτομέρεια» του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Λεπέν προσέφυγε εναντίον της αποπομπής του από το κόμμα στα δικαστήρια, τα οποία του αναγνώρισαν το δικαίωμα να παραμείνει επίτιμος Πρόεδρος του FN.