ΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΟΥ ΕΝΤΕΙΝΟΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ

Σήμερα το δολάριο βρίσκεται στο πιο υψηλό σημείο των τελευταίων δεκατεσσάρων χρόνων σε σχέση με μιαν δέσμη νομισμάτων και, κατά συνέπεια, το αμερικανικό εμπορικό έλλειμμα δεν μπορεί εύκολα να μειωθεί

Ο συναλλαγματικός πόλεμος δεν μπορεί να περιοριστεί μεταξύ Αμερικής και Κίνας αλλά θα περιλάβει και άλλες οικονομίες, όπως της Ευρωζώνης και της Ιαπωνίας


Όπως αναφέρει o κ. C. Fred Bergsten του Peterson Institute for International Economics που εδρεύει στην Washington, το δολάριο σήμερα είναι κατά 10% υπερτιμημένο και αποτελεί τον κυριότερο λόγο για το εμπορικό έλλειμμα της Αμερικής. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η οικονομική πολιτική που αναμένεται να ακολουθήσει ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, δηλαδή επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, θα οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση του δολαρίου. Κατά τη συνάντησή του με τους εκτελεστικούς διευθυντές των αμερικανικών αυτοκινητοβιομηχανιών, ο Πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι πολλές χώρες, όπως η Κίνα και η Ιαπωνία, διατηρούν τη συναλλαγματική αξία των νομισμάτων τους σε χαμηλά επίπεδα, με στόχο την αύξηση των εξαγωγών τους.

Αλλά, η Ιαπωνία από το 2011 δεν έχει επέμβει για να επηρεάσει τη συναλλαγματική αξία του γεν, ενώ η Κίνα -προς το παρόν- ενδιαφέρεται περισσότερο όπως αυξηθεί η συναλλαγματική αξία του νομίσματός της, του ρενμίμπι, παρά για την αποδυνάμωση του. Αντίθετα, υπάρχουν άλλες πιο μικρές ασιατικές χώρες που στην πραγματικότητα χειραγωγούν τις συναλλαγματικές αξίες των νομισμάτων τους. Όπως αναφέρει το Peterson Institute, χώρες που χειραγωγούν τα νομίσματά τους είναι η Νότιος Κορέα, η Ταϊβάν και η Σιγκαπούρη. Σύμφωνα με εκτιμήσεις από το Peterson Institute, η πραγματική συναλλαγματική αξία για το δολάριο της Ταϊβάν και το δολάριο της Σιγκαπούρης θα πρέπει να αυξηθεί κατά 26% και 28% αντίστοιχα, για να φθάσει την πραγματική του αξία, με βάση τις δυνάμεις της αγοράς.

Η άρνηση των χωρών

Βέβαια, οι χώρες αυτές αρνούνται ότι προωθούν τη χειραγώγηση των νομισμάτων τους και, όπως αναφέρουν οι αναλυτές, ήδη παίρνουν μέτρα για να αποφύγουν να βρεθούν σε αντιπαράθεση με τον νέο Πρόεδρο της Αμερικής. Έτσι, τόσο το νόμισμα της Νοτίου Κορέας όσο και της Ταϊβάν, έχουν αυξηθεί σε σχέση με το επίπεδο της συναλλαγματικής αξίας τους του περασμένου Ιανουάριου. Τα στατιστικά στοιχεία όμως, όσον αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των χωρών αυτών, παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα. Όπως αναφέρει το ΔΝΤ, η Νότιος Κορέα έχει ένα πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών ύψους 8% του ΑΕΠ σε σχέση μόνο με 3% του ΑΕΠ για την Κίνα. Η Ταϊβάν έχει ένα πλεόνασμα που φθάνει στο 15% του ΑΕΠ, ενώ το πλεόνασμα της Σιγκαπούρης είναι ακόμη πιο υψηλό - 19% του ΑΕΠ.

Εξήγγειλε την ανατροπή

Ο Πρόεδρος Τραμπ έχει δηλώσει ότι θα ανατρέψει την παράδοση δυο δεκαετιών οικονομικής πολιτικής του ισχυρού δολαρίου. Και τούτο γιατί το ισχυρό δολάριο υποσκάπτει την ανταγωνιστικότητα της αμερικανικής οικονομίας. Παράλληλα, όμως, αν εφαρμόσει την οικονομική πολιτική που υπόσχεται, δηλαδή μείωση της φορολογίας και αύξηση των δημόσιων δαπανών, θα οδηγήσει στην αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης, στην αύξηση των επιτοκίων, αλλά και στην αύξηση της αξίας του δολαρίου.

Σήμερα, το δολάριο βρίσκεται στο πιο υψηλό σημείο των τελευταίων δεκατεσσάρων χρόνων σε σχέση με μιαν δέσμη νομισμάτων και, κατά συνέπεια, το αμερικανικό εμπορικό έλλειμμα δεν μπορεί εύκολα να μειωθεί. Ο κίνδυνος έγκειται στο γεγονός ότι, αν η Αμερική αρχίσει να παίρνει μέτρα για τη μείωση της συναλλαγματικής αξίας του δολαρίου, θα οδηγήσει σε συναλλαγματικό πόλεμο. Ο συναλλαγματικός αυτός πόλεμος θα περιλάβει όχι μόνο την Κίνα αλλά και άλλες οικονομίες, όπως της Ευρωζώνης και της Ιαπωνίας. Παράλληλα, μια τέτοια ενέργεια θα ήταν αντίθετη με την απόφαση της ομάδας των G7 - ότι τις συναλλαγματικές αξίες των νομισμάτων θα πρέπει να τις καθορίζουν οι δυνάμεις των αγορών.

Πυρά Navarro

Πρόσφατα, ο κ. Peter Navarro, που έχει διοριστεί ως επικεφαλής του Συμβουλίου για το εμπόριο, έχει συγκεντρώσει, μεταξύ άλλων, τα πυρά του και εναντίον της Γερμανίας, η οποία -όπως ανάφερε- διατηρεί το ευρώ υποτιμημένο και επιτυγχάνει εμπορικά πλεονάσματα, πράγμα που αποσύρει ζήτηση από τον υπόλοιπο κόσμο και υποσκάπτει την ανάπτυξη στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Αλλά ο ισχυρισμός αυτός του κ. Navarro είναι λανθασμένος, αφού η Γερμανία δεν ελέγχει την αξία του ευρώ και οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης από το 2000 δεν έχουν επέμβει για να επηρεάσουν την αξία του.

Όπως, δε, ανάφερε και ο Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, η Γερμανία δεν υποστηρίζει τη χαλαρή νομισματική πολιτική που ακολουθεί η ΕΚΤ. Αλλά ο κ.Navarro έχει δίκαιο για το γεγονός ότι η Γερμανία, με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς της, παίρνει μέτρα για την αποφυγή αύξησης των ημερομισθίων και της εγχωρίας ζήτησης, πράγμα που οδηγεί στην αύξηση των εμπορικών πλεονασμάτων.

Κατά συνέπεια, όπως αναφέρουν οι οικονομολόγοι, για να περιοριστεί το γερμανικό πλεόνασμα θα πρέπει να αυξηθούν τα ημερομίσθια των Γερμανών, να αυξηθούν οι δημόσιες δαπάνες και να αυξηθεί ο ΦΠΑ, πράγμα που θα αυξήσει τις τιμές των εμπορευμάτων, τόσο των γερμανικών όσο και των εισαγόμενων. Παράλληλα, θα πρέπει να αυξηθεί η φορολογία στο μισθολόγιο των γερμανικών επιχειρήσεων, πράγμα που θα αυξήσει το γερμανικό εργατικό κόστος και θα οδηγήσει σε αύξηση των εισαγωγών και μείωση των εξαγωγών.

Ο κ. Steven Mnuchin, πρώην τραπεζίτης της Goldman Sachs, σε δηλώσεις του στη γερουσία για την επικύρωσή του ανέφερε ότι το ισχυρό δολάριο συνεχίζει να παραμένει σημαντικό για την Αμερική μακροπρόθεσμα, πράγμα που αντανακλά την ελκυστικότητα της Αμερικής ως επενδυτικού προορισμού. Ο κ. Mnuchin δήλωσε ότι οι δηλώσεις του Προέδρου Τραμπ, ότι η συναλλαγματική αξία του δολαρίου είναι υψηλή και παρεμποδίζει τις αμερικανικές εταιρείες να είναι ανταγωνιστικές με τις αντίστοιχες ξένες εταιρείες, αφορούσαν τη βραχυπρόθεσμη περίοδο και όχι τη μακροπρόθεσμη, κατά την οποία ένα ισχυρό δολάριο ευεργετεί την Αμερική.

Η Κίνα

Όσον αφορά την Κίνα, οι ρυθμιστικές Αρχές της παίρνουν τώρα περισσότερα μέτρα για την αποφυγή εξαγωγής ρενμίμπι. Τώρα, οι Τράπεζες στη Σαγκάη θα είναι υπόχρεες να εισάγουν 100 ρενμίμπι για να επιτραπεί σε πελάτη να αποστείλει στο εξωτερικό 100 ρενμίμπι, έτσι ώστε να αποφεύγεται η εξαγωγή κινεζικού νομίσματος. Μέχρι πρόσφατα, επιτρεπόταν στις Τράπεζες να εξάγουν 160 ρενμίμπι για κάθε 100 ρενμίμπι που αγόραζαν από το εξωτερικό.

Οι περιορισμοί είναι ακόμη περισσότερο αυστηροί για τις Τράπεζες στο Πεκίνο, που πρέπει να εισάγουν 100 ρενμίμπι για κάθε 80 ρενμίμπι που εξάγουν εκ μέρους των πελατών τους, πράγμα που θα οδηγήσει σε καθαρή εισροή κεφαλαίων. Οι ρυθμιστικές Αρχές της Κίνας ανησυχούν για την πτώση της συναλλαγματικής αξίας του ρενμίμπι σε σχέση προς το δολάριο, την οποία έχουν επιβραδύνει με το να πωλούν ξένο συνάλλαγμα.

Το γιουάν ήταν μόλις το έκτο σε σειρά νόμισμα απ' αυτά που χρησιμοποιήθηκαν για διεθνείς συναλλαγές κατά το 2016, ενώ το 2015 ήταν το πέμπτο, παρά την καθιέρωσή του από το ΔΝΤ ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα. Την πέμπτη θέση το 2016 κατέλαβε το καναδέζικο δολάριο. Έτσι, οι εξελίξεις αυτές υποδηλούν ότι ο στόχος των κινεζικών Αρχών, όπως το ρενμίμπι καταστεί ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο διεθνές νόμισμα, έχει περιοριστεί και έχει δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην απόφαση για περαιτέρω πτώση της αξίας του σε σχέση προς το δολάριο, όπως και στην αποφυγή μείωσης των συναλλαγματικών αποθεμάτων της χώρας, τα οποία από το 2014 μειωθήκαν κατά 25% στα $3 τρις.

Το ιαπωνικό νόμισμα

Ο κ. Masatsugu Asakawa, επικεφαλής αξιωματούχος για τη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματος της Ιαπωνίας, δήλωσε ότι η πρόσφατη μείωση της συναλλαγματικής αξίας του γεν είναι αποτέλεσμα των εξελίξεων στις αγορές, ενώ η νομισματική πολιτική στόχο έχει να αποφύγει τον αποπληθωρισμό. Η Ιαπωνία δεν έχει επέμβει για να επηρεάσει την αξία του γεν κατά τα τελευταία χρόνια, δήλωσε ο κ. Asakawa. Στην πραγματικότητα, η Ιαπωνία επενέβη σημαντικά στις συναλλαγματικές αγορές στις αρχές της δεκαετίας του 2000 για να αποδυναμώσει το γεν, όπως και πρόσφατα μετά από τον σεισμό και το τσουνάμι στην Ιαπωνία το 2011. Αναφέρεται, δε, ότι στην πραγματικότητα το γεν κατά το 2016 σημείωσε αύξηση στα 100 γεν στο δολάριο.

ΚΑΛΛΙΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ
Principal,
KPMG Limited,
τηλ. 22209000,
ηλεκ. διευθ. [email protected]

Υ.Γ.: Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του συγγραφέα και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις και γνώμες της KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG