Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε ότι θα κάνει περισσότερα για να αποτρέψει το Ιράν
Ο Ντόναλτ Τραμπ ανέφερε πως δεν είναι μόνο η λύση των δύο κρατών πιθανή για το Μεσανατολικό, παραπέμποντας στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές. Για «πρωτοφανή ευκαιρία» έκανε λόγο ο Βενιαμίν Νετανιάχου


«Η λύση των δύο κρατών» δεν είναι η μόνη πιθανή για την επίλυση του Μεσανατολικού, υποστήριξε χθες ο Αμερικανός Πρόεδρος Τραμπ, κατά την κοινή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στον Λευκό Οίκο με τον Ισραηλινό Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο Αμερικανός Πρόεδρος σημείωσε ότι θα εργαστεί για την ειρήνη μεταξύ του Ισραήλ και της Παλαιστίνης, αλλά εναπόκειται ουσιαστικά στις ίδιες τις δύο πλευρές να καταλήξουν σε μια συμφωνία.

«Οι ΗΠΑ θα ενθαρρύνουν την προώθηση μιας ειρηνευτικής συμφωνίας», τόνισε ο Τραμπ. «Θα εργαστούμε με ιδιαίτερη επιμέλεια σε αυτό το θέμα. Αλλά εναπόκειται στις εμπλεκόμενες πλευρές, που θα πρέπει άμεσα να διαπραγματευτούν για μια τέτοια συμφωνία», πρόσθεσε ο Τραμπ.

Παράλληλα, ο Αμερικανός Πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι δεν θα επιτρέψει ποτέ το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. «Η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν είναι μια από τις χειρότερες συμφωνίες που έχω δει και η κυβέρνησή μου έχει επιβάλει ήδη νέες κυρώσεις στο Ιράν και θα κάνω ακόμη περισσότερα για να αποτρέψω το Ιράν να αναπτύξει ποτέ ένα πυρηνικό όπλο», τόνισε ο Αμερικανός Πρόεδρος.

Εστιάζει στην ουσία
Ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός τόνισε, από την πλευρά του, ότι ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος δίνει «μια πρωτοφανή ευκαιρία» για την προώθηση της ειρήνης μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης. Σε ερώτηση για τη λύση δύο κρατών, ο Νετανιάχου τόνισε ότι επιθυμεί να εστιάσει στην «ουσία» και όχι στους «χαρακτηρισμούς».

«Περισσότερο από μια αντιμετώπιση με χαρακτηρισμούς, επιθυμώ μια αντιμετώπιση με ουσία», τόνισε ο Πρωθυπουργός του Ισραήλ, προσθέτοντας πως: «Υπάρχουν δύο προαπαιτούμενα για την ειρήνη. Πρώτον, οι Παλαιστίνιοι να αναγνωρίσουν το εβραϊκό κράτος και… δεύτερον, σε κάθε ειρηνευτική συμφωνία, το Ισραήλ να διατηρήσει τον κύριο έλεγχο ασφάλειας σε ολόκληρη την περιοχή δυτικά του Ιορδάνη ποταμού».

Προκάλεσαν αντιδράσεις
Είχε προηγηθεί δήλωση αξιωματούχου του Λευκού Οίκου την Τρίτη το βράδυ, πριν από την επίσκεψη, σύμφωνα με την οποία «μια λύση δύο κρατών που δεν θα φέρει την ειρήνευση είναι ένας στόχος που κανείς δεν επιθυμεί να πετύχει». «Στόχος είναι η ειρήνη, είτε αυτή είναι με τη μορφή μιας λύσης δύο κρατών, αν αυτό επιθυμούν οι δύο πλευρές, είτε κάτι άλλο», διευκρίνισε. «Δεν θα ορίσουμε τους κανόνες τού τι θα είναι ειρήνη», πρόσθεσε.

Σημειώνεται ότι η λύση των δύο κρατών, ενός ισραηλινού και ενός παλαιστινιακού, αποτελεί εδώ και δεκαετίες αναφορά για τη διεθνή κοινότητα, στην προσπάθειά της να επιτευχθεί ειρήνευση στη Μέση Ανατολή. Όλοι οι Αμερικανοί πρόεδροι, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι, εδώ και δεκαετίες τάσσονται υπέρ της αρχής των δύο κρατών, που ζουν δίπλα δίπλα ειρηνικά και με ασφάλεια.

Στην προχθεσινή δήλωση αντέδρασε χθες η Παλαιστίνια ηγέτιδα Χανάν Ασράουι, επικρίνοντας τη θέση της κυβέρνησης του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. «Δεν έχει κανένα νόημα», δήλωσε η Ασράουι, μέλος της εκτελεστικής επιτροπής της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ).

«Είναι ξεκάθαρο ότι η αμερικανική κυβέρνηση προσπαθεί να ικανοποιήσει τον ακραίο συνασπισμό του Βενιαμίν Νετανιάχου», του Ισραηλινού Πρωθυπουργού, πρόσθεσε. «Δεν μπορούν απλώς να λένε κάτι τέτοιο χωρίς να προτείνουν εναλλακτική», επεσήμανε η Ασράουι. «Δεν είναι υπεύθυνη πολιτική και δεν βοηθά την ειρήνη», πρόσθεσε.

Και ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Αντόνιο Γκουτέρες, όμως, δεν βλέπει με καλό μάτι την αμερικανική θέση, καθώς χθες υπεραμύνθηκε της λύσης των δύο κρατών για την επίλυση του Μεσανατολικού. «Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση για την κατάσταση μεταξύ των Παλαιστινίων και των Ισραηλινών, άλλη από τη λύση της ίδρυσης δύο κρατών και θα έπρεπε να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να διατηρήσουμε αυτή τη δυνατότητα», είπε ο Γκουτέρες από το Κάιρο, μετά τη συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Αιγύπτου Άμπντελ Φάταχ αλ Σίσι.

Μηνύματα και προς το ΝΑΤΟ
Τη ίδια στιγμή, ο Υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Τζέιμς Μάτις απαίτησε χθες από τους συμμάχους της Ουάσιγκτον στο NATO να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες, προειδοποιώντας ότι, εάν δεν το κάνουν, η χώρα του θα μπορούσε να «μετριάσει τη δέσμευσή της» στην ατλαντική συμμαχία. «Σας οφείλω σαφήνεια για την πολιτική πραγματικότητα στις ΗΠΑ, όπως επίσης και να σας μεταφέρω το δίκαιο αίτημα που εκφράζει ο λαός μου», είπε ο Μάτις απευθυνόμενος στους ομολόγους του, σύμφωνα με μια ανακοίνωση που εξέδωσαν οι υπηρεσίες του.

Ο Μάτις, στο πρώτο του ταξίδι στις Βρυξέλλες μετά την ανάληψη του νέου του ρόλου, επισήμανε ότι η χώρα του θα «αναλάβει τις ευθύνες της», αλλά κατηγόρησε κάποιους από τους συμμάχους της χώρας του ότι επιλέγουν να αγνοούν τις απειλές, ιδίως αυτή της Ρωσίας. «Η Αμερική δεν μπορεί να νοιάζεται πιο πολύ από εσάς για την ασφάλεια των παιδιών σας στο μέλλον», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Μάτις. «Η Αμερική θα αναλάβει τις ευθύνες της, αλλά εάν οι χώρες σας δεν θέλουν να δουν την Αμερική να μειώνει τη δέσμευσή της σε αυτή τη συμμαχία, καθεμιά από τις πρωτεύουσές σας πρέπει να δείξει την υποστήριξή της στην κοινή μας άμυνα», προειδοποίησε.

Η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών των συμμάχων, ο «επιμερισμός του βάρους» στην ορολογία της νέας αμερικανικής κυβέρνησης, αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα, ανέφερε ο Μάτις. Ο ρεπουμπλικάνος Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε επιμείνει στο θέμα αυτό κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του και συνέχισε να το τονίζει τις πρώτες εβδομάδες του στην εξουσία. Για τον Μάτις, η επένδυση στην κοινή άμυνα είναι ζωτικής σημασίας ενόψει των «απειλών» της Ρωσίας, που προσήρτησε την Κριμαία από την Ουκρανία το 2014, ή ενόψει του Ισλαμικού Κράτους.

Πάντως ο Αμερικανός νέος Υπουργός Άμυνας τον ΗΠΑ, επιβεβαιώνοντας την αισθητή αλλαγή του τόνου στη ρητορική της Ουάσιγκτον -ο Τραμπ, ο οποίος είχε αποκαλέσει «απαρχαιωμένο» το Σύμφωνο, πρόσφατα διαβεβαίωσε πως το «υποστηρίζει» σθεναρά- είπε πως το NATO είναι «η πιο επιτυχημένη και η πιο ισχυρή στρατιωτική συμμαχία στη σύγχρονη ιστορία».

Η αμερικανική κυβέρνηση απαιτεί τα κράτη μέλη του Συμφώνου να αυξήσουν τις στρατιωτικές δαπάνες τους ώστε αυτές να φθάσουν το 2% του ΑΕΠ, το ποσοστό-στόχο του. Πέραν των ΗΠΑ, οι μόνες από τις 28 χώρες μέλη οι δαπάνες των οποίων βρίσκονται σε αυτό το επίπεδο είναι η Βρετανία, η Ελλάδα, η Εσθονία και η Πολωνία.

Η Ιταλία και η Ισπανία, δύο από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης, δαπανούν μόλις το 1% του ΑΕΠ για την άμυνα, στο πλαίσιο των προσπαθειών τους να μειώσουν τα ελλείμματά τους. Βέλγιο, Ολλανδία και Δανία, άλλες τρεις πλούσιες ευρωπαϊκές χώρες, είναι ανάμεσα στα κράτη με τις μικρότερες στρατιωτικές δαπάνες.

Ξανά το ζήτημα με τη Ρωσία
Στο μεταξύ, τα αρχεία των τηλεφωνικών υποκλοπών που έχουν στη διάθεσή τους οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες δείχνουν ότι στελέχη της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και συνεργάτες του, είχαν συστηματικές επαφές με υψηλόβαθμα στελέχη των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών κατά τη χρονιά πριν από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «The New York Times». Η εφημερίδα επικαλείται για το δημοσίευμά της τέσσερεις πρώην κι ενεργεία Αμερικανούς αξιωματούχους.

Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, αλλά και οι υπηρεσίες εθνικής ασφάλειας στις ΗΠΑ φέρονται να υπέκλεψαν τα τηλεφωνήματα αυτά, περίπου την ίδια περίοδο που γινόταν ο εντοπισμός των στοιχείων για τη ρωσική εμπλοκή στην αμερικανική προεκλογική εκστρατεία, το 2016. Κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η Εθνική Επιτροπή του Δημοκρατικού Κόμματος είχε βρεθεί στο επίκεντρο κακόβουλων ενεργειών, προκειμένου να υποκλαπούν τα αρχεία ηλεκτρονικών μηνυμάτων από υψηλόβαθμα στελέχη της. Σύμφωνα με την εφημερίδα, τα παραπάνω υποστηρίζουν τρεις Αμερικανοί αξιωματούχοι.

Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες προσπαθούσαν να ερευνήσουν (τότε) αν η προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ είχε κάποιο είδος συνεργασίας με τους Ρώσους για τις υποκλοπές, αλλά και για άλλες προσπάθειες επηρεασμού της προεκλογικής εκστρατείας από τη Μόσχα, υποστηρίζει η εφημερίδα.

Οι «Times» τονίζουν, ωστόσο, ότι από τους αξιωματούχους που έχουν ερωτηθεί σχετικά δεν προκύπτουν -μέχρι σήμερα- στοιχεία που ν' αποδεικνύουν την οποιαδήποτε συνεργασία μεταξύ του επιτελείου του Τραμπ και των Ρώσων. Ωστόσο, οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες έχουν θορυβηθεί από τη συχνότητα των επαφών, ειδικά στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Τραμπ εκφραζόταν θετικά για τον Πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν.

Παράλληλα με την υπόθεση Φλιν
Τα τηλεφωνήματα που έχουν υποκλαπεί είναι διαφορετικά από τα στοιχεία που έχουν συλλεγεί αναφορικά με τις τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ του πρώην Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ Μάικλ Φλιν και του Ρώσου πρεσβευτή στην Ουάσιγκτον Σεργκέι Κίσλιακ, σύμφωνα με τους «Times».

Στη διάρκεια των συνομιλιών αυτών, οι Φλιν και Κίσλιακ συζήτησαν για τις αμερικανικές κυρώσεις που η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα επέβαλε στη Ρωσία, ενώ ο Φλιν παραπλάνησε τον Λευκό Οίκο αναφορικά με αυτές τις επαφές του και τελικά παραιτήθηκε.

Ο Λευκός Οίκος, από την πλευρά του, δεν ανταποκρίθηκε άμεσα σε αίτημα του Reuters, προκειμένου να σχολιάσει το δημοσίευμα των «Times». Οι ίδιοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν στο δημοσίευμα ότι οι επικοινωνίες που έχουν υποκλαπεί δεν περιορίζονται στα στελέχη της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ, αλλά περιλαμβάνουν και τις επικοινωνίες άλλων συνεργατών του.

Από τη ρωσική πλευρά, στις επικοινωνίες αυτές φαίνεται να συμμετείχαν μέλη της ρωσικής κυβέρνησης εκτός των υπηρεσιών Πληροφοριών, σύμφωνα με δηλώσεις των Αμερικανών αξιωματούχων στην εφημερίδα. Όλοι οι Αμερικανοί αξιωματούχοι μίλησαν για την υπόθεση αυτή ανώνυμα, καθώς η έρευνα που διεξάγεται είναι απόρρητη, σύμφωνα με αναφορά των «Times».

Το όνομα του Πολ Μάναφορτ, που ήταν Πρόεδρος της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ για αρκετούς μήνες μέσα στο 2016, ενώ έχει εργαστεί ως πολιτικός σύμβουλος στη Ρωσία και την Ουκρανία, συμπεριλαμβάνεται στα ονόματα των συνεργατών του Τραμπ που είχαν επικοινωνίες με τη Ρωσία, χωρίς ωστόσο να γνωστοποιούνται τα ονόματα άλλων συνεργατών του. Από την πλευρά του, ο Μάναφορτ απέρριψε τους ισχυρισμούς των Αμερικανών αξιωματούχων στη διάρκεια τηλεφωνικής συνέντευξης με τους «Times».

Πολλοί από τους συνεργάτες του Τραμπ, όπως ο Μάναφορτ, είχαν επιχειρηματικές δραστηριότητες στη Ρωσία. Δεν είναι ασυνήθιστο για τους Αμερικανούς επιχειρηματίες να έχουν επικοινωνίες με στελέχη των μυστικών υπηρεσιών άλλων χωρών, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ρωσία και η Ουκρανία, όπου οι μυστικές υπηρεσίες αποτελούν «κομμάτι» της κοινωνίας, διευκρινίζουν οι «Times».

Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι δεν θα προχωρήσουν στη δημοσιοποίηση άλλων λεπτομερειών σχετικά με τα ονόματα των στελεχών των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών, αλλά και αναφορικά με τους συμβούλους του Τραμπ, που είχαν εμπλοκή στις επικοινωνίες. Παράλληλα, δεν έχει διευκρινιστεί, εάν οι συνομιλίες αυτές είχαν να κάνουν προσωπικά με τον ίδιο τον Αμερικανό Πρόεδρο, τονίζει η εφημερίδα.

«Πολύ αντιαμερικανικό»
Ιδιαίτερα έντονα αντέδρασε ο Ντόναλτ Τραμπ στις αποκαλύψεις. «Το πραγματικό σκάνδαλο είναι ότι διαβαθμισμένες πληροφορίες μοιράζονται παράνομα από τις «υπηρεσίες πληροφοριών» σαν να ήταν καραμέλες. Πολύ αντιαμερικανικό!», σχολίασε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ στο Twitter. Σε άλλο μήνυμά του ο Τραμπ υπέδειξε ως υπεύθυνες για τις διαρροές στις εφημερίδες «New York Times» και «Washington Post» την NSA (που είναι αρμόδια για τις παρακολουθήσεις) και την ομοσπονδιακή αστυνομία (FBI).

Οι Δημοκρατικοί αναφέρονται πλέον ανοιχτά στην πιθανότητα μιας «συνεργασίας» της Μόσχας με τον Τραμπ (όταν ήταν ακόμη υποψήφιος για την προεδρία). Άλλωστε ο Ρεπουμπλικανός μεγιστάνας δεν είχε κρύψει τον θαυμασμό του για τον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν. «Όταν σημαίναμε τον συναγερμό το περασμένο φθινόπωρο όλοι μας κορόιδευαν. Σήμερα λένε ότι δεν αναφέρονταν στις (ηλεκτρονικές) πειρατείες. Ίσως αυτή να είναι η επόμενη αποκάλυψη», είπε ο πρώην εκπρόσωπος της Χίλαρι Κλίντον, ο Μπράιαν Φάλον, μιλώντας στο CNN.

Στο Κογκρέσο, οι Δημοκρατικοί αλλά και πολλοί Ρεπουμπλικανοί ζητούν να κλητευθεί ο Μάικλ Φλιν, για να εξηγήσει τι είδους σχέσεις διατηρεί με τη Μόσχα και να απαντήσει στο ερώτημα όλων: ο εκλεγμένος Πρόεδρος τού είχε αναθέσει να στείλει κάποιο μήνυμα στους Ρώσους για μια ενδεχόμενη άρση των κυρώσεων που είχε επιβάλει ο προκάτοχός του; Ο Λευκός Οίκος την Τρίτη αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι συνέβη κάτι τέτοιο.

«Αβάσιμες πληροφορίες», λέει η Μόσχα
Το Κρεμλίνο τόνισε, πάντως, ότι δεν βασίζονται σε γεγονότα οι πληροφορίες της αμερικανικής εφημερίδας «New York Times». «Μην πιστεύετε τις πληροφορίες των εφημερίδων, είναι πολύ δύσκολο αυτή τη στιγμή να ξεχωρίσουμε τις τοξικές και τις ψευδείς ειδήσεις», δήλωσε ο Ντμίτρι Πεσκόφ, εκπρόσωπος του Κρεμλίνου. Υπογραμμίζοντας ότι οι πηγές που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα είναι ανώνυμες, ο Πεσκόφ εκτίμησε ότι «ίσως έχει έρθει η ώρα κάποιος να μιλήσει για όλα αυτά με το πρόσωπο ξεσκέπαστο. Ας μην πιστεύουμε τις ανώνυμες πληροφορίες, πρόκειται για πληροφορίες που δεν βασίζονται σε κανένα γεγονός», τόνισε ο ίδιος.

Παράλληλα, η Μόσχα διεμήνυσε ότι η Ρωσία δεν θα επιστρέψει τον έλεγχο της Κριμαίας στην Ουκρανία, αντιδρώντας σε σχετικά σχόλια του Λευκού Οίκου, ότι οι ΗΠΑ αναμένουν να γίνει αυτό. «Δεν επιστρέφουμε τα δικά μας εδάφη. Η Κριμαία είναι μια περιοχή που ανήκει στη Ρωσική Ομοσπονδία», δήλωσε η εκπρόσωπος του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα. Προχθές ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κατέστησε σαφές ότι αναμένει από τη Ρωσία να επιστρέψει στην Ουκρανία τον έλεγχο του εδάφους αυτού.

Συνάντηση Τίλερσον-Λαβρόφ
ΗΠΑ και Ρωσία θα έχουν πάντως την ευκαιρία να συζητήσουν τα ζητήματα αυτά σήμερα. Η προοπτική των διμερών σχέσεων και οι πολύ μεγάλες παγκόσμιες κρίσεις αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο της αναμενόμενης πρώτης συνάντησης που θα έχουν ο Ρώσος Υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ με τον Αμερικανό ομόλογό του Ρεξ Τίλερσον στη Βόνη, με αφορμή τη σύνοδο της G20, ανακοίνωσε το ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών.

«Στις 16 Φεβρουαρίου στη Βόνη προβλέπεται συνάντηση (του Λαβρόφ) με τον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Ρεξ Τίλερσον και αυτή προετοιμάζεται», διευκρίνισε η εκπρόσωπος του ρωσικού Υπουργείου Μαρία Ζαχάροβα. «Βεβαίως είναι προγραμματισμένο να εξεταστούν η διεθνής ατζέντα και οι κύριες διεθνείς κρίσεις, όσον αφορά τις οποίες οι χώρες μας συνεργάζονται και θα πρέπει να συνεργάζονται.

Βεβαίως θα εξεταστούν επίσης και περιφερειακά ζητήματα», πρόσθεσε η εκπρόσωπος του ρωσικού Υπουργείου, σημειώνοντας ότι θα συζητηθούν «κι άλλα σημαντικά θέματα (...) όπως οι διπλωματικές μας σχέσεις οι οποίες είχαν φτάσει σε αδιέξοδο με την προηγούμενη κυβέρνηση. Έχουμε έναν μεγάλο αριθμό θεμάτων που βρίσκονται στη διμερή ατζέντα, τα οποία χρειάζονται και άμεσα επεξεργασία και βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα επεξεργασία», πρόσθεσε.

Η συνάντηση Λαβρόφ-Τίλερσον γίνεται σε μια στιγμή που οι Ρώσοι αξιωματούχοι δείχνουν ολοένα και πιο ανήσυχοι για την αλλαγή τόνου του νέου Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ευελπιστούσαν ότι θα προχωρούσε σε μια γρήγορη άρση των οικονομικών κυρώσεων που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ στη Ρωσία και μια αναθέρμανση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Σον Σπάισερ διαβεβαίωσε προχθές ότι «ο πρόεδρος (Τραμπ) είναι απίστευτα σταθερός στη στάση του απέναντι στη Ρωσία» και αναμένει «από τη ρωσική κυβέρνηση μια αποκλιμάκωση της βίας και την επιστροφή της Κριμαίας» στην Ουκρανία.

Σύλληψη Μεξικανού
Σε μια παράλληλη εξέλιξη, που αφορά στα εσωτερικά των ΗΠΑ, οι αρμόδιες υπηρεσίες μετανάστευσης της χώρας συνέλαβαν έναν 23χρονο Μεξικανό, ο οποίος είχε φτάσει παράνομα σε αμερικανικό έδαφος όταν ήταν παιδί, ενώ στη συνέχεια απέκτησε άδεια εργασίας στη διάρκεια της προηγούμενης κυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα, σύμφωνα με τη μήνυση που έχει κατατεθεί κατά της σύλληψής του, στο ομοσπονδιακό δικαστήριο στο Σιάτλ.

Οι δικηγόροι του 23χρονου υποστηρίζουν ότι είναι η πρώτη φορά υπό την παρούσα κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, που γίνεται σύλληψη ατόμου που προστατεύεται από την ειδική νομοθεσία (Deferred Action for Childhood Arrivals, or DACA). Το πρόγραμμα αυτό εφαρμόστηκε το 2012 από τον Ομπάμα, προκειμένου νεαροί μετανάστες να μπορούν να ενταχθούν σε κάποιο σχολείο, αλλά και να εργαστούν.